Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.png

Μέρος ΞZ΄

OΚόμης  Αρτύρ ντε Γκομπινώ, ο πολυμαθής Γάλλος διπλωμάτης, ιστοριοδίφης και διηγηματογράφος, στο περιβόητο εγχειρίδιό του περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών περιλαμβάνει το ιδιαιτέρας σημασίας για την ελληνική εθνογένεση και τον Ελληνισμό τέταρτο βιβλίον («Σημιτοποιηθέντες νοτιοδυτικοί πολιτισμοί»), όπου αναφέρεται συχνάκις στους «Χαμίτες». Ειδικότερον στο πρώτο κεφάλαιον («Ιστορία υφίσταται  μόνον ανάμεσα στα λευκά έθνη, διότι όλοι σχεδόν οι πολιτισμοί έχουν αναπτυχθεί στα δυτικά της υδρογείου»), αναφέρει :

«Πρέπει λοιπόν να περιμένουμε να ιδούμε τα λευκά έθνη να καθίστανται ολοέν και περισσότερον πραγματιστικά, ολοέν και ολιγότερον καλλιτεχνικά, όπως τα παρατηρούμε εκτεινόμενα επί το δυτικότερον. Αυτό βεβαίως, το ότι κατέστησαν  τοιουτοτρόπως, δεν οφείλεται σε λόγους που εδανείσθησαν από την κλιματική επιρροή. Οφείλεται μόνον στο ότι συνεχωνεύθησαν με κίτρινα στοιχεία και ταυτοχρόνως απηλλάγησαν από  μέλαινες αρχές.

Ας σχεδιάσουμε συνεπώς έναν κατάλογο διαβαθμίσεως των αποτελεσμάτων που αναδεικνύω εδώ, ώστε να διευκολυνθούμε να πεισθούμε οι ίδιοι. Ο αναγνώστης είναι απαραίτητο να είναι προσεκτικός σε αυτό. Οι Ιρανοί, τους οποίους θα  ιδούμε ενωρίτερον – ήσαν πλέον πραγματιστές και αρρενωπότεροι από τους Σημίτες, οι οποίοι αναλόγως υπερείχαν περισσότερον των Χαμιτών  –  ημπορούν να καταδείξουν αυτήν την εξελικτική σειρά: Μαύροι, Χαμίτες,  Σημίτες, Ιρανοί. (…)»

Ο όρος «Χαμίτης – Χαμιτικός» (από τον βιβλικό Χαμ) είναι ένας ιστορικός όρος στην εθνολογία και στην γλωσσολογία και αφορά σε μιαν υποδιαίρεση της «Καυκασίας» φυλής (όρος που χρησιμοποιείται ως συνώνυμο της «λευκής καταγωγής»), καθώς και της ομάδας των σχετικών γλωσσών που ομίλησαν ή ομιλούν αυτοί οι πληθυσμοί.

Ο όρος Χαμιτικός αναφέρεται στους λαούς οι οποίοι λέγεται ότι προέρχονται από τον Χαμ, έναν από τους υιους του Νώε, συμφώνως προς την Βίβλο. Μάλιστα, συμφώνως με το βιβλίον της Γενέσεως («Μπερσίθ» – «Εν αρχή») , ο Χαμ ατίμασε  τον μεθυσμένο πατέρα του Νώε, ο οποίος μετά την ανάνηψη – αφύπνισή του εξέφανε μια κατάρα κατά του Χαναάν, του νεοτέρου υιού του Χάμ, δηλών ότι οι απόγονοί του θα εγένοντο οι «δούλοι των δούλων». Από τους τέσσαρες υιούς του Χαμ, ο Χαναάν εγέννησε τους Χαναναίους, ο Μισραΐμ τους Αιγυπτίους, ο Χους τους Χουσίτες και ο Φουδ του Λίβυες. (βλ. άρθρον του Γουίλλιαμ Έβανς, στην «Αμερικανική Ιστορική Επιθεώρηση» του Φεβρουαρίου 1980 (Τεύχος 85, σελίδες 15-43) : «Από την Γη Χαναάν στην Γη της Γουϊνέας. Η παράξενη Οδύσσεια  των “Υιών του Χαμ”».)

Αρχής γενομένης κατά τον 19ον  αιώνα, οι επιστήμονες γενικώς εταξινόμουν την Χαμιτική  φυλή, ομού με την Σημιτική φυλή, ως υποομάδες της Καυκασίας – Λευκής φυλής, ομαδοποιούντες δι΄αυτής τους μη-σημιτικούς πληθυσμούς που ήσαν ιθαγενείς στην Βόρειο Αφρική και στο Κέρας της Αφρικής, συμπεριλαμβανομένων και των Αρχαίων Αιγυπτίων, [όπως καταγράφει ο  διάσημος Αγγλοεβραίος ανθρωπολόγος Φράνσις Άσλεϋ Μόνταγκιου ή Ισραήλ Έρενμπεργκ, (συντάκτης του πρωτολείου μεταπολεμικού υπομνήματος της UNESCO περί φυλής) στο βιβλίον του «Εισαγωγή στην Φυσική Ανθρωπολογία» – (1960).]

Συμφώνως προς την «Χαμιτική θεωρία», αυτή η Χαμιτική  φυλή ήταν ανωτέρα ή πλέον προκεχωρημένη εξελικτικώς από τους νεγροειδείς πληθυσμούς της Υποσαχαρίου Αφρικής. Στην πλέον ακραία συνεκδοχή της, στα γραπτά του σπουδαίου Αγγλοεβραίου εθνολόγου και ιατρού Τσάρλς Γκάμπριελ Ζέλιγκμαν, αυτή η θεωρία υπεστήριζεν ότι, ουσιαστικώς όλα τα σημαντικά επιτεύγματα της αφρικανικής ιστορίας ήσαν έργο των Χαμιτών, ποιμενοκτηνοτρόφων οι οποίοι μετανάστευσαν στην Κεντρική Αφρική, μεταφέροντες εκεί τα έθιμα, τις γλώσσες, τις τεχνολογίες και τις διοικητικές τους δεξιότητες.

Μάλιστα, περί  τις αρχές του 20ου αιώνος στο βιβλίον  του Ζέλιγκμαν «Οι φυλές της Αφρικής» (1930) συνυφάνθησαν  αλληλοδιαπλεκόμενα τα θεωρητικά πρότυπα περί των Χαμιτικών φυλών και των Χαμιτικών γλωσσών.

Η ορολογία και οι αξιωματικές παραδοχές της «Χαμιτικής θεωρίας» περιέπεσαν σε απαρέσκεια και σκόπιμο περιθωριοποίηση, κλιμακηδόν από την δεκαετία του 1960 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990, κυρίως λόγω  της  φερομένης ως «ρατσιστικής» ουσίας της και της συσχετίσεώς της με την αποικιακή νοοτροπία και τον «προστατευτισμό των λευκών αποικιοκρατών προς τους πειθηνίους Αφρικανούς υπηκόους τους».  [βλ. άρθρο του Γερμανού φιλοαφρικανού αντιρατσιστή καθηγητή αφρικανικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μπαϋρώιτ  Ντιρκ Λάνγκε, στο έγκριτο περιοδικό «Άνθρωπος» – 2011/Τεύχος 106  – «Καταγωγή των Γιορούμπα και “Οι Χαμένες Φυλές του Ισραήλ”» : (…) Κατηγορούν τους μελετητές που δεν συμμορφώνονται με τις Αφροκεντρικές προσπάθειες να ανασυγκροτηθεί η ιστορία της Αφρικής, ότι ακολουθούν την λεγομένη Χαμιτική θεωρία, η οποία υποτίθεται ότι αρνείται στους Αφρικανούς την ικανότητα ιδρύσεως των κρατών τους. Με ολίγο ενδιαφέρον για τις διαθέσιμες πηγές, ισχυρίζονται ότι κάθε αναφορά σε μεταναστεύσεις από χώρες εκτός της Αφρικής προκύπτει κυρίως από την προσπάθεια να δικαιολογηθεί η αποικιοκρατία με προβολή της αποικιακής καταστάσεως στο παρελθόν (…)]

Οι πληθυσμοί Χαμιτικής προγονικής καταγωγής είναι τώρα περισσότερον γνωστοί ως «Καυκασοειδείς». Όπως καταγράφουν οι λίαν έγκριτοι Βρετανοί ειδήμονες Αφρικανικών Σπουδών, Τζων Ντόννελυ Φέϊτζ και Γουίλλιαμ Τόρντοφ στο εξαίρετο πόνημά τους «Μία Ιστορία της Αφρικής» –  οίκος Routledge 4η έκδοση,  (2013), σελίδες  7–10 : «Αυτά τα προβλήματα χρώματος και ονοματολογίας καθίστανται ιδιαιτέρως δύσκολα σε σχέση με εκείνους τους κατοίκους της Αφρικής, κυρίως στην Μεσόγειο και στην Βορειοανατολική Αφρική, οι οποίοι δεν αποκαλούνται μαύροι. Οι Ευρωπαίοι πιστεύουν – ορθώς – ότι αυτοί οι άνθρωποι ανήκουν στο ίδιο βασικό είδος, όπως οι ίδιοι, συνήθως αποκαλούμενο Καυκασοειδές, […] Ενωρίτερον ανεφέροντο πάντοτε ως «Χαμίτες» […] Καυκασοειδείς  ήσαν βεβαίως το κυρίαρχο είδος, εάν όχι το μόνο που ζει στην Βόρειο και Βορειοανατολική Αφρική, υπάρχουν όμως και ενδείξεις ότι κάποιοι Καυκασοειδείς έζων νοτιότερον, τουλάχιστον στο βόρειον ήμισυ της ανοικτής ορεινής υπαίθρου η οποία εκτείνεται νοτίως της Αιθιοπίας έως τη Νότιο Αφρική».

Πολλές εκδοχές της Χαμιτικής προοπτικής για την ιστορία της Αφρικής έχουν προταθεί και εφαρμόζονται γιά διάφορα τμήματα  της «Μαύρης Ηπείρου». Πολυάριθμα δοκίμια επικεντρώνονται στην ανάπτυξη αυτών των ιδεών, κυρίως σχετικώς με τους λαούς της Βορείου Αφρικής, του Κέρατος της Αφρικής και των Μεγάλων Λιμνών. Ωστόσον, η Χαμιτική υπόθεση εφαρμόσθηκε και στην μελέτη της Δυτικής Αφρικής, [όπως παραδείγμαος χάριν στη Νιγηρία, βλ. το άρθρο του Καθηγητή Αφρικανικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Νταλούζι του Καναδά, Φίλιπ Ζάχερνουκ (1994). «Περί Καταβολών και Αποικιακής Τάξεως: Νότιοι Νιγηριανοί και η “Χαμιτική Υπόθεση” περί τα 1870-1970», στην «Επιθεώρηση Αφρικανικής Ιστορίας» τεύχος 35 (3), σελίδες 427-55. 1994.]

Συνεπώς, ήδη από τα μέσα του 19ου  αιώνος, ο όρος «Χαμιτικός» απέκτησε ένα νέο ανθρωπολογικό νόημα, αφού όπως κατέδειξαν οι μελετητές ημπορούσαν να διακρίνουν μια Χαμιτική φυλή, που ήταν διαφορετική από τους Νεγροειδείς πληθυσμούς της Υποσαχαρίου Αφρικής. Η θεωρία προέκυψε από τους πρώτους ανθρωπολόγους συγγραφείς, οι οποίοι συνέδεσαν τις ιστορίες της Βίβλου περί των υιών του Νώε με τεκμηριωμένες αρχαίες μεταναστεύσεις λαών, από την Μέση Ανατολή στην Αφρική.

Η «Χαμιτική υπόθεση» έφθασε στο απόγειόν της στο έργον του μεγάλου Ζέλιγκμαν, ο οποίος στο προαναφερθέν βιβλίον του  «Οι Φυλές της Αφρικής» υπεστήριξεν ότι: «Εκτός από την σχετικώς όψιμο σημιτική επιρροή … οι πολιτισμοί της Αφρικής είναι οι πολιτισμοί των Χαμιτών, η ιστορία της είναι η καταγραφή αυτών των λαών και η αλληλεπίδρασή τους με τα άλλα δύο αφρικανικά είδη, τους Νέγρους και τους Βουσμάνους, είτε η επιρροή αυτή εξησκήθη από άκρως πολιτισμένους Αιγυπτίους ή από ευρυτέρους τέτοιους ποιμενικούς λαούς που εκπροσωπούνται σήμερον από τους  Μπέτζα και τους Σομαλούς. Οι επήλυδες Χαμίτες ήσαν ποιμενικοί “Ευρωπαίοι” – έφτασαν κατά κύματα – καλύτερον οπλισμένοι και οξυνούστεροι από τους σκοτεινόχρωμους αγροκαλλιεργητές νέγρους».

Ο Ζέλιγκμαν ισχυρίσθηκε ότι η νεγρική φυλή ήταν ουσιαστικώς στατική και γεωργική και ότι οι περιπλανώμενοι Χαμιτικοί «Καυκάσιοι ποιμένες» είχαν εισαγάγει τα περισσότερα από τα προηγμένα χαρακτηριστικά που ανευρίσκονται στους πολιτισμούς της Κεντρικής Αφρικής, συμπεριλαμβανομένης της μεταλλουργίας, της αρδεύσεως και των συνθέτων κοινωνικών δομών. Παρά την σφοδρά κριτική, ο Ζέλιγκμαν διετήρησε την άποψή του απαράλλακτη και στις νέες εκδόσεις του βιβλίου του κατά την  δεκαετία του 1960.

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 227)