Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.png

Μέρος ΞΘ΄

Oμέγας Γερμανός – Πρώσσος αιγυπτιολόγος και γλωσσολόγος Ρίχαρντ Λέψιους εχρησιμοποίησεν επίσης  την ονομασία Χαμιτικός για να υποδηλώσει τις γλώσσες που ομιλούσαν οι «σκιωδώς – γνωστοί» πρώτοι άποικοι της υπερ-Σαχαρίου Αφρικής, (γλώσσες που περιελάμβαναν τον Κουσιτικό, Βερβερικό και Αιγυπτιακό κλάδο της Αφροασιατικής γλωσσικής οικογενείας).

Μετά την εξέταση χιλιάδων ανθρώπινων κρανίων, ο ιατρός και ανθρωπολόγος Σάμιουελ Τζόρτζ Μόρτον υπεστήριξεν ότι, οι διαφορές μεταξύ των φυλών ήσαν υπερβολικώς ευρείες ώστε αυτές δεν προήρχοντο από έναν ενιαίο κοινό πρόγονο, αλλά αντιθέτως ήσαν σύμφωνες με σαφώς κεχωρισμένες και διακριτές φυλετικές καταβολές. Στο περιβόητον σύγγραμμά του «Αιγυπτιακά Κρανία» («Crania Aegyptiaca», 1844), ο Μόρτον εξήτασε περισσότερα από εκατό άθικτα κρανία που είχαν συγκεντρωθεί από την κοιλάδα του Νείλου και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ήσαν ομόφυλοι προς τους Ευρωπαίους. Τα συμπεράσματά του εδημιούργησαν τα θεμέλια για την «Αμερικανική Σχολή Ανθρωπολογίας» και επηρέασαν επίσης τους υποστηρικτές της θεωρίας του πολυγονισμού (πολυγενέσεως).

Το περίπλοκον  ζήτημα της προελεύσεως  των αρχαίων Αιγυπτίων αποτελεί ιδιαίτερο αντικείμενο, το οποίον χρήζει ειδικής παρουσιάσεως.

Κατά το δεύτερον ήμισυ του 19ου  αιώνος, ο Βρετανός στρατιωτικός και εξερευνητής Τζων Χάννινγκ Σπέκε προέβαλλε περισσότερον τα θέματα των αρχαίων καταβολών και μετακινήσεων των Χαμιτών στις γλαφυρότατες δημοσιεύσεις του περί της αναζητήσεως της πηγής του ποταμού Νείλου. Ο Σπέκε επίστευεν ότι οι εξερευνήσεις του απεκάλυψαν σαφώς την σχέση μεταξύ της «πολιτισμένης» Βορείου Αφρικής και της «πρωτογόνου» κεντρικής Αφρικής. Περιγράφων το ουγκαντέζικο βασίλειον της Μπουγκάντα, υπεστήριξεν ότι ο «βάρβαρος πολιτισμός» του είχε προκύψει από μια νομαδική φυλή ποιμένων, που είχε μεταναστεύσει από τον βορρά και είχε σχέση με τους Χαμίτες Γκάλλα (ή Ορόμο) .

Στην ερμηνευτική θεωρία του για την κατάκτηση των κατωτέρων από τις ανώτερες φυλές (1863), ο Σπέκε επεχείρησεν επίσης να σκιαγραφήσει πώς η Αυτοκρατορία της Κιτάρα στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών της Αφρικής ημπορεί να είχε καθιερωθεί από μιαν ιδρυτική Χαμιτική δυναστεία                               [ «Επιθεώρηση της ανακαλύψεως της πηγής του Νείλου» – Κεφάλαιον 10 – «Ιστορία των Βα-χούμα / Οι Αβυσσινοί και οι Γκάλλα-Θεωρία της κατακτήσεως των κατωτέρων από τις ανώτερες φυλές»]

Αυτές οι ιδέες, υπό την μερική ασφαλή επιβεβαίωση της επιστήμης, έδωσαν την βάση σε πολλούς Ευρωπαίους επιστήμονες να ισχυρίζονται ότι οι χαμιτικής προελεύσεως Τούτσι της Ρουάντα και του Μπουρούντι ήσαν πολιτισμικώς σαφώς ανώτεροι από τους Χούτου εκ καταγωγής Μπαντού. Παρά το ότι αμφότερες οι ομάδες ομιλούν γλώσσες Μπαντού, ο Σπέκε επίστευε ότι οι Τούτσι είχαν κάποια  χαμιτική επιρροή, μερικώς με βάση τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους που ήσαν συγκριτικά λεπτότερα εκείνων των Χούτου. Πολλοί δε μεταγενέστεροι συγγραφείς ηκολούθησαν τις παρατηρήσεις και διαπιστώσεις του Σπέκε, ισχυριζόμενοι ότι οι Τούτσι είχαν αρχικώς μεταναστεύσει στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών ως ποιμένες και είχαν καθιερωθεί εκεί ως η κυρίαρχος ομάς, έχοντες απωλέσει την προγονική τους γλώσσα, καθώς προσηρμόσθησαν στον πολιτισμό των πολυπληθών Μπαντού υποτελών τους.

Στο σπουδαίο του πόνημα «Η Μεσογειακή φυλή» (1901), ο Σέργκι ισχυρίσθηκε ότι η χαμιτική φυλή προήρχετο πιθανότατα από ένα κοινό προγονικό ανθρώπινον είδος, το οποίον εξελίχθη στην περιοχή της Σαχάρας στην Αφρική και αργότερον εξηπλώθη από εκεί και εποίκησε την Βόρειο Αφρική, το κέρας της Αφρικής και την περιοχή περιφερειακώς της Μεσογείου. Συμφώνως προς αυτόν οι Χαμίτες απετέλουν μια μεσογειακή ποικιλία, μάλιστα δε κειμένη εξελικτικώς εγγύς του λίκνου του προγονικού είδους.

Ο ίδιος προσέθεσεν επίσης ότι, η μεσογειακή φυλή «στους εξωτερικούς χαρακτήρες της είναι μια καστανή ανθρωπίνη ποικιλία, ούτε λευκή ούτε νεγροειδής, αλλά καθαρή στα στοιχεία της, δηλαδή δεν είναι προϊόν μείγματος των Λευκών με τους Νέγρους  ή νεγροειδείς λαούς». Ο πολύς Σέργκι εξήγησε αυτήν την ταξινόμησή του ως εμπνευσμένη από την κατανόηση της «μορφολογίας του κρανίου, αποκαλυπτούσης εκείνους τους εσωτερικούς φυσικούς χαρακτήρες των ανθρωπίνων ειδών, οι οποίοι παραμένουν σταθεροί επί μακρές περιόδους και σε απομακρυσμένα σημεία … Όπως ο ζωολόγος ημπορεί να αναγνωρίσει τον χαρακτήρα ενός είδους ή μιας ποικιλίας ζώου που ανήκουν σε οποιανδήποτε περιοχή της υδρογείου ή σε οποιανδήποτε χρονική περίοδο, έτσι επίσης  και ένας ανθρωπολόγος πρέπει να ακολουθεί την ίδια μέθοδο διερευνήσεως των μορφολογικών χαρακτήρων του κρανίου […] Αυτή η μέθοδος με οδήγησε στις έρευνές μου στο παρόν πρόβλημα και μου έδωσε απροσδόκητα αποτελέσματα, τα οποία συχνά επεβεβαιώθησαν αργότερον από την αρχαιολογία ή την ιστορία ».

Όπως καταγράφει ενθουσιωδώς ο  διάσημος Αγγλοεβραίος ανθρωπολόγος Φράνσις Άσλεϋ Μόνταγκιου ή Ισραήλ Έρενμπεργκ, (συντάκτης του πρωτολείου μεταπολεμικού υπομνήματος της UNESCO περί φυλής) στο βιβλίον του «Εισαγωγή στην Φυσική Ανθρωπολογία» – 1960) : «… μεταξύ των Βορείων και των Ανατολικών Χαμιτών ευρίσκονται μερικοί από τους ευμορφοτέρους τύπους της ανθρωπότητος». Οι τυπικοί φυσικοί χαρακτήρες των Χαμιτών περιλαμβάνουν στενά χαρακτηριστικά του προσώπου, μιαν ορθογναθική όψη, ανοιχτό έως βαθύ καστανό τόνο δέρματος, κυματιστή, σγουρή ή ευθεία κόμη, παχέα έως λεπτά χείλη χωρίς εκτρόπιο και κρανιακό δείκτη δολιχοκεφαλικό έως μεσοκεφαλικό. Αυτά τα σωματικά χαρακτηριστικά ποικίλλουν αναλόγως προς το περιβάλλον και την επαφή με μη-Χαμιτικά είδη.

O Αύγουστος Χένρυ Κην (1833-1912), Ιρλανδός, πιστός ρωμαιοκαθολικός δημοσιογράφος και γλωσσολόγος, διάσημος για τα εθνολογικά του γραπτά, στο βιβλίον του «Άνθρωπος, Παρελθόν και Παρόν» (1899), προέτεινε ότι οι αρχικοί Χαμίτες μετανάστες στις Μεγάλες Λίμνες είχαν «σταδιακώς αναμειχθεί με τους ιθαγενείς σε μια νέα και ανωτέρα εθνικότητα, η οποία ομιλούσε μια γλώσσα Μπαντού».

Συμφώνως προς τον Αύγουστο Κην, ο βασιλεύς Μουτέσα ο Α’ των Βα-Χούμα ή Χίμα, διεξεδίκει ως προγόνους του τους Ορόμο (Γκάλλα) και επίσης ομιλούσε ακόμη μια παναρχαία διάλεκτο των Ορόμο, παρόλον που η χαμιτο-σημιτική αυτή γλώσσα είχε «αποθάνει» από καιρού οπουδήποτε αλλού στην μείζονα περιοχή.

Ο ιεραπόστολος, ιατρός και εξερευνητής Ρόμπερτ Γουίλιαμ Φέλκιν, ο οποίος κατά τις περιηγήσεις του είχε συναντηθεί με τον εν λόγω ηγεμόνα, παρετήρησεν ότι ο Μουτέσα «είχεν απωλέσει τα καθαρά χαρακτηριστικά των Χούμα με την ανάμειξη του νεγρικού αίματος, αλλά διατηρούσε επαρκή χαρακτηριστικά αυτής της φυλής για να αποτρέψει κάθε αμφιβολία ως προς την καταγωγή του» (όρα Τζέϊμς Πέννυ Μπόϋντ : «Ο Στάνλεϋ στη Αφρική : Οι θαυμαστές ανακαλύψεις του μεγάλου εξερευνητού της Αφρικής και άλλων ταξιδιωτών, πρωτοπόρων και ιεραποστόλων» – 1889).

Μεταξύ των δυτικών Χαμιτών, ημπορούν να ευρεθούν Σημιτικές και Νεγροειδείς επιρροές σε αστικές περιοχές, αλλά και ένα είδος Βορείου τύπου παρόν στα βορειοδυτικά όρη. Παρόμοια μη-Χαμιτικά στοιχεία υπήρχαν επίσης μεταξύ των ανατολικών Χαμιτών, αλλά με μιαν εντονοτέρα Νεγροειδή επιρροή στις περιοχές που συνορεύουν με το Άνω Νείλο και τις Μεγάλες Λίμνες και  ένα αισθητό Αρμενοειδές στέλεχος στην Ανατολική Έρημο. [Όπως καταγράφει ο φιλλέλην και σπουδαίος Αμερικανός ανθρωπολόγος Τσαρλς Κάρλτον Κουν στο βιβλίον του «Οι φυλές  της Ευρώπης» (1939).]

Οι ιμπεριαλιστικές ευρωπαϊκές αυτοκρατορικές δυνάμεις επηρεάσθησαν εν μέρει στις γεωπολιτικές τους εκτιμήσεις από την Χαμιτική υπόθεση κατά τον εικοστόν αιώνα. Στην Ρουάντα, η φυλή των Χούτου εγκατεστάθη τον 14ον  αιώνα και οι Τούτσι τον 15ο.  Γερμανοί αλλά και Βέλγοι αξιωματούχοι κατά την αποικιακή περίοδο έδειξαν προσηνή στάση απέναντι στους χαμιτικής προελεύσεως Τούτσι, εν συγκρίσει με τους νεγροειδείς Χούτου. Μάλιστα μερικοί μελετητές εκτιμούν ότι η εν λόγω θετική αντιμετώπιση των Λευκών αποικιοκρατών κυριάρχων, υπήρξεν ένας σημαντικός παράγων ο οποίος συνέβαλε στην διαρκή αντίθεση των δύο φυλετικών ομάδων. Αυτή η αντίθεση, κορυφωθείσα σε παροξυντικό -λυσσαλέο εθνοφυλετικό μίσος,  οδήγησε εν τέλει στην φρικώδη   εξόντωση – γενοκτονία των Τούτσι το 1994 από τους Χούτου, όταν κατά την διάρκεια μιας περιόδου 100 ημερών διενεργήθηκε η συστηματική μαζική δολοφονία περίπου 850.000 ανθρώπων της φυλής Τούτσι (ανθρώπων που αποτελούσαν  το 70% της φυλής τους και περίπου το 20% του συνολικού πληθυσμού της Ρουάντα).

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 229)