Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.png

Μέρος Ο΄

Ο Κόμης Αρτύρ ντε Γκομπινώ, ο πολυμαθής ιστοριοδίφης και διηγηματογράφος Γάλλος διπλωμάτης, στο περίφημο εγχειρίδιόν του περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών περιλαμβάνει το ιδιαιτέρας σημασίας για την ελληνική εθνογένεση και τον Ελληνισμό τέταρτο βιβλίον («Σημιτοποιηθέντες νοτιοδυτικοί πολιτισμοί»), όπου στο πρώτο κεφάλαιον («Ιστορία υφίσταται  μόνον ανάμεσα στα λευκά έθνη, διότι όλοι σχεδόν οι πολιτισμοί έχουν αναπτυχθεί στα δυτικά της υδρογείου»), αναφέρει :

«Πρέπει λοιπόν να περιμένουμε να ιδούμε τα λευκά έθνη να καθίστανται ολοέν και περισσότερον πραγματιστικά, ολοέν και ολιγότερον καλλιτεχνικά, όπως τα παρατηρούμε εκτεινόμενα επί το δυτικότερον. Αυτό βεβαίως, το ότι κατέστησαν  ούτω, δεν οφείλεται σε λόγους που εδανείσθησαν από την κλιματική επιρροή. Οφείλεται μόνον στο ότι συνεχωνεύθησαν με κίτρινα στοιχεία και ταυτοχρόνως απηλλάγησαν από  μέλαινες καταβολές.

Ας σχεδιάσουμε συνεπώς έναν κατάλογο διαβαθμίσεως των αποτελεσμάτων που αναδεικνύω εδώ, ώστε να διευκολυνθούμε να πεισθούμε οι ίδιοι. Είναι απαραίτητον ο αναγνώστης να είναι προσεκτικός σε αυτό. Οι Ιρανοί, τους οποίους θα  ιδούμε ενωρίτερον – ήσαν πλέον πραγματιστές και αρρενωπότεροι από τους Σημίτες, οι οποίοι αναλόγως υπερείχαν περισσότερον των Χαμιτών  –  ημπορούν δε να καταδείξουν αυτήν την εξελικτική σειρά: Μαύροι, Χαμίτες,  Σημίτες, Ιρανοί.

Θα ιδούμε λοιπόν τότε ότι, η μοναρχία του Δαρείου βυθίζεται στον πυθμένα του σημιτικού στοιχείου και παραδίδει το πρωτείον στο αίμα των Ελλήνων, οι οποίοι, αν και αναμεμειγμένοι, ήσαν όμως, κατά την εποχή του Αλεξάνδρου, πλέον ελεύθεροι των Περσών από μέλαινα κράματα.

Συντόμως, οι Έλληνες, πνιγμένοι στην ασιατική ουσία, θα καταστούν  εθνοτικώς κατώτεροι από τους Ρωμαίους, οι οποίοι θα ωθήσουν την παγκόσμιο αυτοκρατορία επί μιαν ικανή απόσταση δυτικότερον και οι οποίοι, με την ασθενώς κιτρίνη, σε μεγαλύτερο βαθμό λευκή σύντηξή τους και τελικώς σημιτοποιημένοι  με μιαν αύξουσα πρόοδο, θα εξακολουθούσαν να διατηρούν την κυριαρχία, εάν δεν είχαν εμφανισθεί για άλλη μια φορά λευκότεροι ανταγωνιστές. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον οι Γερμανοί Άριοι καθόρισαν αποφασιστικώς τον πολιτισμό στα βορειοδυτικά.

Όπως μόλις υπενθύμισα αυτήν την «αρχή» του πρώτου βιβλίου, η γεωγραφική θέση των εθνών ουδεμίαν φήμη προξενεί και (θα ημπορούσα να προσθέσω) συμβάλλει  μόνον σε μικρόν βαθμό για να ενεργοποιήσει την πολιτική, πνευματική και εμπορική ύπαρξή τους. Με τον ίδιο τρόπο για τις κυρίαρχες χώρες, τα ζητήματα του κλίματος παραμένουν ατελή,  όπως δε είδαμε στην Κίνα η αρχαία κυριαρχία εδόθη κατ’ αρχήν στο Γιουνάν, κατόπιν  επέρασεν στο Πεκίνο. Στην Ινδία οι βόρειες χώρες είναι τώρα οι πλέον δραστήριες, όταν, επί μακρούς αιώνες, επικρατούσε αντιθέτως ο νότος, έτσι και στον δυτικό κόσμο δεν υπάρχουν μέρη τα οποία να μην είχαν τις ιδικές τους ημέρες λαμπρότητος και εξουσίας. Η Βαβυλών, όπου δεν βρέχει ποτέ, και η Αγγλία, όπου βρέχει πάντοτε. Το Κάϊρο όπου ο ήλιος είναι καυτός και η Αγία Πετρούπολη όπου το κρύο είναι θανατηφόρο, αυτά είναι τα άκρα : Η κυριαρχία κυβερνά ή εκυβέρνησε  σε αυτούς  τους  διαφορετικούς τόπους.

Θα ημπορούσα επίσης, μετά από αυτές τις ερωτήσεις, να θέσω αυτήν περί της γονιμότητος : Τίποτα πιο άχρηστο ! Η Ολλανδία μας διδάσκει ότι, η ιδιοφυΐα ενός λαού υπερβαίνει τα πάντα, δημιουργεί μεγάλες πόλεις στο νερό, κατασκευάζει μια πατρίδα επί ξυλοπασάλων, προσελκύει τον χρυσό και τον θαυμασμό  του σύμπαντος σε μη παραγωγικούς βάλτους. Η Βενετία το αποδεικνύει ακόμη περισσότερον: Μας καταδεικνύει ότι, χωρίς κανένα ορόσημο, ούτε ένα βάλτο, ούτε καν έναν χερσότοπο, ημπορεί να ιδρυθεί ένα κράτος το οποίον αγωνίζεται, παλεύει με την μεγαλυτέρα απήχηση και ζει επί περισσότερα χρόνια από όσα διανέμονται στους πλέον δυνατούς.

Επομένως, διαπιστώνεται ότι το ζήτημα της φυλής έχει μεγάλη σημασία για την εκτίμηση του βαθμού επιδράσεως της ζωτικής αρχής στα μεγάλα συγκροτήματα. Διαπιστώνεται ότι η ιστορία εδημιουργήθη, ανεπτύχθη και διετηρήθη μόνον εκεί όπου ήλθαν σε επαφή πολλοί λευκοί κλάδοι. Ότι είναι θετική ειδικώς όταν αφορά στις υποθέσεις των πλέον λευκών λαών, πράγμα που σημαίνει ότι αυτοί είναι και  οι μόνοι ιστορικοί λαοί  και ότι μόνον η μνήμη των πράξεών τους είναι σημαντική για την ανθρωπότητα. Από αυτό προκύπτει ότι η ιστορία, σε διαφορετικές εποχές, λαμβάνει περισσότερον υπ’ όψη ένα έθνος, καθώς αυτό το έθνος κυριαρχεί περισσότερον, ή με άλλα λόγια, ότι η λευκή του προέλευση είναι καθαροτέρα.

Πριν επιστρέψω στη μελέτη των αλλαγών που εισήχθησαν στις δυτικές κοινωνίες  κατά τον έβδομο αιώνα π.Χ., έπρεπε να παρατηρήσω την εφαρμογή ορισμένων αρχών που είχαν καθορισθεί προηγουμένως, αλλά και να παρουσιάσω νέες παρατηρήσεις για το έδαφος στο οποίον εβάδισα. Στρέφομαι τώρα στην ανάλυση του τι είναι πλέον αξιοσημείωτο για την εθνοτική σύνθεση των Ζωροαστριστών ».

Στην νεωτέρα επιστήμη έχουν προταθεί πολύμορφες απόψεις περί της προελεύσεως και των αρχεγόνων καταβολών των «Ζωροαστριστών» του Γκομπινώ ήτοι των Περσών – Ιρανών, σχετιζόμενες με τα πρότυπα «διπλοκυματικής» εξαπλώσεως των Ινδο-Ιρανικών λαών, που απέρευσε από μια  κοινή αρχική πηγή των συγχεομένων Αρίων Ινδών και Ιρανών.  Επ’ αυτού εγράφησαν πολλά ουσιώδη και εργώδη:

Από τον Βρετανό Τόμας Μπάρροου : «Οι Πρωτο-Ινδοάριοι», «Εφημερίς της Βασιλικής Ασιατικής Εταιρείας» Τόμος 105 – Τεύχος 2 – Απρίλιος 1973 ανφέρεται : «Τώρα συνεφώνησαν γενικώς οι περισσότερες αρχές σχετικά με το θέμα ότι τα Άρια γλωσσικά κατάλοιπα στην Εγγύς Ανατολή πρέπει να συνδέονται ειδικότερον με τους Ινδο-Αρίους και όχι με τους Ιρανούς και επίσης ότι δεν αντιπροσωπεύουν μια τρίτη ανεξάρτητη ομάδα Αρίων και δεν είναι να αποδοθούν στην υποθετικώς ανακατασκευασμένη Πρωτο-Αρία γλώσσα. Το συμπέρασμα αυτό ενσωματώνεται στον τίτλον της βιβλιογραφίας του Μαϊρχόφερ σχετικώς προ το θέμα στο “Οι Ινδο-Άριοι στην αρχαία πρόσω Ασία” (Βισμπάντεν, 1966) και ημπορεί τώρα να θεωρηθεί ως η κοινώς αποδεκτή άποψη. Βασίζεται στο γεγονός ότι, όπου υπάρχουν διαφορές μεταξύ της Ιρανικής και της Ινδοαρίας και όπου τέτοια στοιχεία εμφανίζονται στο αρχείον της εγγύς Ανατολής, αυτά συμφωνούν πάντοτε με την Ινδο-Αρία. Τέτοια στοιχεία είναι τα aika «ένα» και suriyas «ήλιος», καθώς και τα χρώματα που ονομάζουν parita-nnu και pinkara-nnu, τα οποία αντιστοιχούν στην σανσκριτική palita – «φαιά» και pi?gala – «ερυθρωπή». Τα στοιχεία του λεξιλογίου υποστηρίζονται από τα τέσσερα ονόματα των θεών που εμφανίζονται στη συνθήκη Χεταίων και Μιττάνι, όπου ημπορούν να αναγνωρισθούν σαφώς οι Βεδικοί θεοί Μίτρα, Βαρούνα, Ίνδρα και οι Νασατύας. Αυτές οι συνδεδυασμένες αποδείξεις αρκούν για να πιστοποιηθούν τα συμπεράσματα του Μαϊρχόφερ και άλλων, πέραν από τις εύλογες αμφιβολίες και τα επιχειρήματα του Καμμενχούμπερ, ο οποίος αργότερον επεχείρησε να αναζωογονήσει την θεωρίαν ότι οι Άριοι της Εγγύς Ανατολής ήσαν Πρωτο Άριοι, που δεν ημπορεί να ειπωθεί επιτυχής»

Πρότυπο «διπλοκυματικής» εξαπλώσεως παρατίθεται και από τον Φινλανδό Άσκο Παρπόλα «Ο σχηματισμός του Αρίου κλάδου της Ινδοευρωπαϊκής», [στο «Αρχαιολογία και Γλώσσα, ΙΙΙ: Τεχνητά αντικείμενα, γλώσσες και κείμενα», Λονδίνο και Νέα Υόρκη, εκδόσεις Routledge, (1999)], όπου αναφέρεται πως οι Ινδο-Ιρανοί και η επέκτασή τους συνδέονται στενώς με την πρωτο-ινδοευρωπαϊκή εφεύρεση του άρματος. Θεωρείται ότι αυτό εξηπλώθη από την βορείως της Κασπίας Πρωτο-Ινδοευρωπαϊκή Πατρίδα, προς νότον στον Καύκασο, στην Κεντρική Ασία, στο ιρανικό οροπέδιο και στην Βόρειο Ινδία. Οι πρωτο-Ιρανοί επεξετάθησαν επίσης στην Μεσοποταμία και στην Συρία και εισήγαγαν τον πολιτισμό του ίππου και του άρματος σε αυτό το μέρος του κόσμου. Τα σουμεριακά κείμενα από την πόλη Γκίρσου της Πρωίμου Δυναστικής Περιόδου – IIIb (2500-2350 π.Χ.) αναφέρουν το «άρμα» (gigir) και τα κείμενα της σουμεριανής Τρίτης Δυναστείας της Ουρ  (2150-2000 π.Χ.) αναφέρουν τον «ίππο» (anshe-zi-zi).

Το ιρανικό κύμα ερμηνεύεται ως δεύτερον κύμα της διπλοκυματικής εξαπλώσεως (Τζέϊμς Πάτρικ Μάλλορυ, «Στην αναζήτηση των Ινδοευρωπαίων: Γλώσσα, Αρχαιολογία και Μύθος», Λονδίνο – 1989). Οι πρώτοι Ιρανοί που έφθασαν στην Μαύρη Θάλασσα ίσως ήσαν οι Κιμμέριοι τον 8ο αιώνα π.Χ., αν και η γλωσσική τους συνάφεια είναι αβεβαία. Ηκολουθήθησαν από τους Σκύθες, οι οποίοι θεωρούνται δυτικός κλάδος των Σακών της Κεντρικής Ασίας. Σαρματικές φυλές, εκ των οποίων γνωστότερες είναι οι Ροξολάνοι (στα «Γεττικά» του, το 551 μ. Χ., ο Ιορδάνης χρησιμοποιεί ένα παρηλλαγμένο τους όνομα, το Ροσομόνοι), οι Ιάζυγες, (η αρχαία σαρματική φυλή που εταξίδευσε προς Δυσμάς την Κεντρική Ασία στις νυν ουκρανικές στέπες περί το 200 π.Χ. Αργότερον, στο 44 π.Χ., μετεκινήθησαν περαιτέρω στην Ουγγαρία και στην Σερβία, ενώ εγκατεστάθηκαν κοντά στην Δακία, στην στέπα ανάμεσα στους ποταμούς Δούναβη και Τίσα) και οι Αλανοί, που ηκολούθησαν τους Σκύθες προς την Ευρώπη στα τέλη της προχριστιανικής περιόδου και στον 1ο  και 2ο  αιώνα μ.Χ. («Εποχή των Μεταναστεύσεων των Λαών»). Η πολυάριθμος σαρματική φυλή των Μασαγετών, που εκατοικούσε εγγύς της Κασπίας Θαλάσσης, ήταν γνωστή και στους πρώτους ηγέτες της Περσίας κατά την Αχαμενιδική Περίοδο. Οι Μασαγέτες ήσαν ομοσπονδία νομαδικών ιρανικών λαών. Κυριοτέρα πηγή για τις ιδέες και την ιστορία τους είναι το έργον του Ηροδότου. Το όνομα τους είναι συγγενικό με αυτό των Γετών και των Θυσσαγετών. Πολύ πιθανόν να ήσαν μίξη ιρανικών και θρακικών λαών. Ο Κύρος επετέθη εναντίον τους και εφονεύθη σε μάχη με το στρατό των Μασαγετών υπό την Θαμύριδα. Σήμερον η περιοχή της επικρατείας τους ανήκει στο Τουρμενιστάν, στο Αφγανιστάν, στο Ουζμπεκιστάν και στο Νότιο Καζακστάν.

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 230)