Αναζήτηση

Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ

Εβδομαδιαία εθνική εφημερίδα

Κατηγορία

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

Ζώμινθος: Το μινωικό ανάκτορο στον Ψηλορείτη

neakriti-news-image.jpg

Νέες εντυπωσιακές εισόδους στο μινωικό ανάκτορο της Ζωμίνθου στον Ψηλορείτη αποκάλυψε η φετινή ανασκαφή, η οποία διεξήχθη επί έξι εβδομάδες τον Ιούλιο (και τον Αύγουστο) από την Επίτιμη  Διευθύντρια Αρχαιοτήτων Δρα Έφη Σαπουνά Σακελλαράκη.

Νέα στοιχεία προέκυψαν για την εσωτερική διαρρύθμιση του συγκροτήματος και την αρχιτεκτονική του (κλίμακες, διάκοσμος) ενώ πλήθος ήταν και τα ευρήματα από την έρευνα στο εσωτερικό του και στα δωμάτιά του, όπου μεταξύ άλλων εντοπίσθηκε ένα ιδιαίτερα σπάνιο νόμισμα του Μάρκου Αυρηλίου (161- 180 μ.Χ.)

Όλα, στοιχεία που υποδηλώνουν την σπουδαιότητα του λαβυρινθώδους κτιρίου.

Ήρθαν στο φως δύο νέες είσοδοι, η πρώτη στην ΒΑ γωνία του ανακτόρου, ιδιαίτερα προσεγμένη, με προθάλαμο με θρανία στις δύο πλευρές του.

H είσοδος αυτή οδηγεί μέσω ενός μεγάλου διαδρόμου στο σπουδαίο ιερό της ανατολικής πτέρυγας στο οποίο έχουν αποκαλυφθεί ήδη βαθμιδωτός βωμός και βόθρος.

Κατά την ανασκαφική έρευνα εντοπίσθηκε και η είσοδος της ΝΑ γωνίας, η οποία όμως δεν σώζεται σε καλή κατάσταση, καθώς υπέστη πολλές μετασκευές στα μεταγενέστερα χρόνια (Μυκηναϊκά και Ρωμαϊκά), και μεγάλη καταστροφή λόγω των αρχαιοκαπηλικών δράσεων της δεκαετίας του ‘60. Φαίνεται ωστόσο, πως ήταν μεγαλοπρεπέστατη, οδηγώντας με κλίμακες που ξεκινούσαν από το κατώτερο επίπεδο του λόφου, όπου είναι κτισμένο το ανάκτορο, στην Κεντρική αυλή του. Οι δύο είσοδοι αποτελούν διαφορετικούς τύπους από αυτόν της κεντρικής βόρειας εισόδου, η οποία αρχιτεκτονικά είναι λιγότερο σύνθετη.

Μία ακόμη εσωτερική σκάλα αποκαλύφθηκε κατά την ανασκαφή ενώ οι τοίχοι, μερικοί από τους οποίους σώζονται σε ύψος έως και τριών μέτρων, αποδεικνύουν ότι το κτήριο ήταν πολυώροφο.

Οι μεγάλες του αίθουσες στήριζαν τους επάνω ορόφους  με κεντρικούς πεσσούς ή κίονες.

Τα δάπεδα, που ήρθαν στο φως, άλλα από λαμπερό ασβεστόλιθο κι άλλα βοτσαλωτά υποδηλώνουν την πολυτέλεια που επικρατούσε στο εσωτερικό του, το ίδιο και τα τοιχογραφημένα κονιάματα που κοσμούσαν τα δωμάτια, δείγμα εκλέπτυνσης της εποχής και των κατοίκων του.

Σε πολυτελή χώρο, που βρίσκεται πάνω από το μεταλλουργικό εργαστήριο, ήρθαν στο φως σφραγίδες, η μία από τις οποίες με παράσταση ιερού κόμβου είχε πέσει από τον άνω όροφο, περίαπτα, ένα σε σχήμα αχιβάδας, ρυτό με διακόσμηση σπειρών, και τμήμα αγγείου με ανάγλυφη διακόσμηση μικρού χοίρου.

Ρυτό σε σχήμα χοίρου έχει βρεθεί  σε ιερά της Εποχής του Χαλκού, όπως της Φαιστού, και συνδέεται με την μεταγενέστερη λατρεία του Κρηταγενούς Διός, καθώς ήταν από τις τροφούς του. Στην Ζώμινθο έχει βρεθεί και λατρευτικό  αγγείο (ρυτό) σε σχήμα χοίρου .

Σε διπλανό δωμάτιο οι λίθινες θήκες που αποκαλύφθηκαν, θα περιείχαν πολύτιμα αντικείμενα, τα οποία ασφαλώς πήραν μαζί τους οι ένοικοι αφήνοντας πίσω τους ελάχιστα λείψανα, όπως έναν μικρό χάλκινο σκαραβαίο, τοπική  μίμηση  των αιγυπτιακών, μία σφραγίδα, και πολλά θαλάσσια όστρεα, μη βρώσιμα, που δείχνουν ότι στην περιοχή λατρευόταν θαλάσσια θεότητα, όπως γνωρίζουμε και από την Κνωσό. Πλήθος αγγείων βρέθηκε σε αποθέτη του ίδιου δωματίου.

Κατά την φετινή ανασκαφική έρευνα αποκαλύφθηκαν επίσης χάλκινα αντικείμενα ( εγχειρίδια, λίθινα αγγεία, σφραγίδες, οστέινο πλακίδιο πού ομοιάζει με αυτά πού κοσμούν το περίφημο ζατρίκιο  της Κνωσού, τμήματα μεγάλων πίθων και πήλινων αγγείων, κεραμεικοί τροχοί, καθώς και λείψανα κυψελών. Τα τελευταία δείχνουν την ενασχόληση των κατοίκων με την μελισσοκομία, επιπλέον της εκμετάλλευσης της πλούσιας πανίδας και χλωρίδας του Ψηλορείτη. Αποδεικνύεται έτσι το εύρος και ο χαρακτήρας των δραστηριοτήτων των ενοίκων του ανακτόρου, που ήταν βεβαίως οικονομικός, πολιτικός και θρησκευτικός. Η σύνδεσή του αφ΄ενός με την Κνωσό –η πρώτη εγκατάσταση στην Ζώμινθο στα 1900 π.Χ. σχεδόν ταυτίζεται χρονολογικά με αυτήν της Κνωσού- και αφ΄ετέρου με το Ιδαίον Άντρο, το σπουδαιότερο και ίσως παλαιότερο ιερό της Κρήτης, δείχνει την μεγάλη σημασία του. Γι’ αυτό και οι κατακτητές του νησιού, οι Μυκηναίοι κατ΄αρχάς και οι Ρωμαίοι αργότερα, θέλησαν να το εκμεταλλευτούν.

Πάμπολλα τμήματα ορείας κρυστάλλου, που προέρχονται από το εργαστήριο του συγκροτήματος εντοπίσθηκαν σε όλους τους χώρους του.

Κάποια από αυτά είναι επεξεργασμένα, αφού θα αποτελούσαν ενθέματα σε ξύλινα σκεύη.

Φέτος συνεχίσθηκαν και οι εργασίες στον χώρο του μεταλλουργικού κλιβάνου αποκαλύπτοντας νέες κατασκευές. Σε διάφορους χώρους τού κτηρίου βρέθηκαν σιδηρούχα πετρώματα  τα οποία εξετάσθηκαν από ειδικούς του Ιδρύματος Τεχνολογίας Έρευνας.

Το ανάκτορο της Ζωμίνθου εντοπίσθηκε και ανασκάφηκε από τον αείμνηστο Γιάννη Σακελλαράκη στην δεκαετία του’ 80. Η τελευταία περίοδος των συστηματικών ανασκαφών άρχισε το 2004 και συνεχίζεται.

(Φ. 218)

Advertisements

Ο άρχοντας του Ορχομενού

Χωρίς τίτλο

Με την ματιά του να αγναντεύει τον κάμπο της Κωπαίδας, τα χωράφια τα οποία θα απέκτησε με την αποστράγγισή της που ίσως εκείνος πραγματοποίησε, θάφτηκε ο άρχοντας του Ορχομενού, του οποίου ο τάφος ήρθε στο φως φέτος το καλοκαίρι.

Στο ταξίδι του στον κόσμο των νεκρών, τον άνδρα ακολούθησαν αντικείμενα αγαπημένα, χαρακτηριστικά της ιδιότητας και δηλωτικά της ταυτότητάς του, ώστε να τον γνωρίσει ο Χάρος και να τον κατατάξει στους ομοίους του, και να τάχει παρηγοριά στα ανήλιαγα παλάτια του Κάτω Κόσμου. Ο άρχοντας είχε πλάι του πήλινα αγγεία επικασσιτερωμένα, δοχεία για αρωματικά έλαια, ένα ζευγάρι στομίδων από τα χαλινάρια του αλόγου του, εξαρτήματα τόξου, βέλη, περόνες, κοσμήματα και χτένια, δικά του ή της αγαπημένης που φρόντισε την ταφή του, έναν σφραγιδόλιθο κι ένα σφραγιστικό δαχτυλίδι, να μαρτυρά την εξουσία του στους θνητούς.

Ήταν σημαντικός εκείνος ο άρχοντας. Γι’ αυτό κι ο τάφος του είναι ένας από τους μεγαλύτερους μυκηναϊκούς λαξευτούς τάφους που έχουν βρεθεί ποτέ στην Ελλάδα, ο 9ος σε μέγεθος θαλαμοειδής τάφος από τους περίπου 4.000 που έχουν ανασκαφεί τα τελευταία 150 χρόνια, όπως αναφέρει η ανακοίνωση του Υπουργείου Πολιτισμού. Για τους αρχαιολόγους είναι ιδιαίτερα σημαντικός γιατί έδωσε ένα από τα καλύτερα τεκμηριωμένα ταφικά σύνολα της ανακτορικής περιόδου στην ηπειρωτική Ελλάδα, τα οποία αφορούν μία και μόνη ταφή, αφού ο τάφος δεν χρησιμοποιήθηκε για κανέναν άλλο νεκρό, πριν ή μετά από αυτόν.

Ο τάφος αποκαλύφθηκε σε κτήμα ιδιώτη, στο Προσήλιο του Δήμου Λεβαδέων, κατά την διάρκεια του πρώτου έτους του πενταετούς προγράμματος συνεργασίας ανάμεσα στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, την Εφορεία Αρχαιοτήτων Βοιωτίας, την Βρετανική Σχολή Αθηνών και το Πανεπιστήμιο του Cambridge.

«Η κατασκευή είναι μνημειώδης και μαρτυρεί την ιδιαίτερη φροντίδα που καταβλήθηκε για τη δημιουργία της. Στον νεκρικό θάλαμο οδηγεί λαξευτός δρόμος, μήκους 20 μ., ο οποίος απολήγει σε εντυπωσιακή αίθουσα επιφάνειας 42 τ.μ. Τις τέσσερις πλευρές της αίθουσας περιτρέχει λαξευτό θρανίο (πεζούλι) καλυμμένο με πηλοκονίαμα. Το αρχικό ύψος της οροφής, η οποία είχε σχήμα δίρριχτης στέγης, υπολογίζεται στα 3.5 μ. Ωστόσο, η αρχική στέγη άρχισε να καταρρέει ήδη από την αρχαιότητα, ίσως μάλιστα ακόμη και στη μυκηναϊκή εποχή, δίνοντας στο εσωτερικό του θαλάμου σπηλαιώδη όψη, συνολικού ύψους 6.5 μ.» αναφέρεται.

Η κατασκευή του τάφου υπολογίζεται ότι έλαβε χώρα περί τα μέσα του 14ου αι. π.Χ. Το ανακτορικό κέντρο του μυκηναϊκού Ορχομενού, ο οποίος απέχει περίπου 3,5 χλμ. ήταν το σημαντικότερο κέντρο της βόρειας Βοιωτίας τον 14ο – 13ο αι. π.Χ. Τα μνημειώδη αποστραγγιστικά έργα της Κωπαϊδας κατασκευάστηκαν και λειτουργούσαν υπό την επίβλεψή του την εποχή της ακμής του.

Ο νεκρός του Προσηλίου θα ανήκε λοιπόν στην ανώτερη κοινωνική βαθμίδα της τοπικής εξουσίας των μυκηναϊκών χρόνων, και η θέση του υπαγόρευσε την κατασκευή ενός ανάλογου ταφικού μνημείου. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύγκριση της ταφής με εκείνη του «πρίγκιπα» της Πύλου η οποία ήρθε στο φως το 2015. Παρότι η ταφή της Πύλου, τοποθετείται στην Εποχή του Χαλκού, και προηγείται κατά έναν περίπου αιώνα, τα αναθήματα και ιδιαιτέρως τα ανδρικά κοσμήματα είναι χαρακτηριστικά της  υψηλής κοινωνικής θέσης του νεκρού και στις δύο περιπτώσεις.

(Φ. 217)

Έργα του Ιπποκράτη στην Ι.Μ. της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά

KAThaRINENkloster-pergamini.jpg

Ήταν ήδη ένα σημαντικό χειρόγραφο που έμελλε να αφήσει να διαβαστεί μεγαλοφώνως η συνέχεια της Ιστορίας του κόσμου που είναι η Ιστορία του Ελληνισμού. Αρχαία Ελλάδα, Χριστιανισμός και Αραβικός κόσμος, σε ένα χειρόγραφο, με γέφυρα την ελληνική σκέψη, γλώσσα και πολιτισμό.

Η περγαμηνή η οποία βρέθηκε στην παλαιότερη σε συνεχή λειτουργία βιβλιοθήκη του κόσμου, στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στην έρημο του Σινά, καλά διατηρημένη για περισσότερα από 1.200 χρόνια, χάρις στο σταθερά ξηρό κλίμα, άφηνε σε πρώτη ανάγνωση να φανερωθεί το πρώτο γνωστό αντίγραφο των Ευαγγελίων στα αραβικά. Παρατηρώντας όμως την περγαμηνή πιο προσεκτικά, σε διακρίνεται το σβησμένο σχέδιο ενός φυτού και «φαντάσματα ελληνικών λέξεων», όπως αναφέρουν οι Τάιμς του Λονδίνου.

Χρησιμοποιώντας  την τεχνολογία της πολυφασματικής απεικόνισης οι ερευνητές  διαπίστωσαν ότι το λουλούδι προέρχεται από απεικόνιση φαρμακευτικών βοτάνων.

Κατά τον Μεσαίωνα οι περγαμηνές από δέρμα ζώων, ήταν πολύτιμες γι’ αυτό και συνήθιζαν να τις ξαναχρησιμοποιούν, σβήνοντας παλαιότερα κείμενα και γράφοντας νέα πάνω από τα προηγούμενα. Αυτά ήταν τα λεγόμενα παλίμψηστα.

«Ο προϊστάμενος των τεχνικών ήρθε και μου είπε, “υπάρχουν λουλούδια από κάτω”. Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι κάποιος έβαλε λουλούδια σε αυτό κατά τον Μεσαίωνα», δήλωσε ο ερευνητής Μάικλ Φελπς ο οποίος μαζί με τους συναδέλφους του βγάζουν δεκάδες πολυφασματικές φωτογραφίες και χρησιμοποιώντας εν συνεχεία αλγορίθμους, αφαιρούν το πρόσφατο κείμενο και διακρίνουν αυτό που υπήρχε προηγουμένως. Πίσω από το Ευαγγέλιο βρήκαν μια μικρή ιατρική βιβλιοθήκη οι οποίες παρουσίαζαν τα παλαιότερα παραδείγματα γνωστών έργων του Ιπποκράτη, αλλά και άλλα εντελώς άγνωστα. Όσο για το λουλούδι, αυτό αποδείχτηκε ότι αποτελεί εικονογράφηση μιας συνταγής για την θεραπεία από τσιμπήματα σκορπιού.

Η ανακάλυψη ανακοινώθηκε στα κεντρικά γραφεία του Υπουργείου Αρχαιοτήτων στο Κάιρο, μαζί με άλλα ευρήματα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και χειρόγραφα από σχεδόν χαμένες γλώσσες. «Η εποχή της ανακάλυψης δεν έχει τελειώσει», δήλωσε ο Φελπς, «Τον 20ο αιώνα ανακαλύφθηκαν χειρόγραφα σε σπηλιές. Τον 21ο αιώνα, θα εφαρμόσουμε σε αυτά νέες τεχνικές. Θα ανακτήσουμε χαμένες φωνές από την ιστορία μας».

Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμιανός του Σινά δήλωσε: «Η ανάκτηση αυτών των αρχαίων ιατρικών κειμένων υπογραμμίζει το γεγονός ότι η βιβλιοθήκη της Ιερής Μονής μπορεί να μας διδάσκει όχι μόνο την ιστορία του Χριστιανισμού στην Μέση Ανατολή αλλά και την ιστορία της επιστήμης».

Και της Ελληνικής σοφίας, προσθέτουμε εμείς.

(Φ. 215)

 

Θησαυροί του Αρχαίου Ελληνικού κόσμου

Αποτέλεσμα εικόνας για θησαυρος αθηναιων δελφοι

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΣΤΟΝ ΘΕΟ

Αναθήματα

Οπως και εμείς, έτσι και οι πρόγονοί μας, με τα αναθήματα ευχαριστούσαν τους θεούς για την εκπλήρωση μιας ευχής  τους. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα ανατίθημι που σημαίνει αφιερώνω, προσφέρω. Τέτοια αφιερώματα είναι οι αναθηματικές στήλες οι οποίες ανεγείρονταν εις ανάμνηση σπουδαίων γεγονότων, κυρίως από τον δήμο, δηλαδή την πόλη, ή αφιερώματα από πολίτες για προσωπικό τους ζήτημα αλλά και την νίκη σε κάποιο άθλημα των Ολυμπιακών αγώνων, ή ως ευχαριστήριο για την ευτυχή έκβαση κάποιας προσωπικής τους υποθέσεως.

Το είδος, το υλικό και το μέγεθος της προσφοράς  ποίκιλε ανάλογα με την χρονική περίοδο, το είδος του τάματος, αλλά και με την κοινωνική τάξη και την οικονομική κατάσταση του πιστού.

Η προσφορά μπορούσε να είναι οι πρώτοι καρποί της σοδειάς, όπως επί παραδείγματι συμβαίνει με τα σύκα και τα σταφύλια τα οποία ευλογούνται στις 6 Αυγούστου, εορτή του Σωτήρος.

Στην εποχή μας, τα αναθήματα λέγονται τάματα, από το ρήμα τάσσω. Τα βλέπουμε μπροστά από τις εικόνες στην εκκλησία, αλλά μπορεί να είναι και οι ίδιες οι εικόνες, κεντήματα και ιερά σκεύη.

Το τάμα μπορεί ακόμη να πάρει την μορφή της σωματικής δοκιμασίας του πιστού προκειμένου να εξευμενίσει τον θεό ώστε να τείνει ευήκοον ους προς τον πιστό και το αίτημά του, είτε για να ευχαριστήσει για την εκπλήρωση του πολυπόθητου αιτήματος, όπως η αποκατάσταση της υγείας και η απόκτηση ενός παιδιού.

Στην Αθήνα

Η Ακρόπολη των Αθηνών αποτέλεσε έναν αγαπητό τόπο απόθεσης αναθημάτων, και για εμάς μια σημαντική πηγή αναθημάτων ως αρχαιολογικών ευρημάτων. Τα αναθήματα τα οποία βρέθηκαν εκεί, ήσαν κυρίως αγάλματα είτε της ίδιας της πολιούχου θεάς Αθηνάς, είτε γυναικών προς την θεά. Αυτά αποτελούν ένδειξη ευσέβειας των Αθηναίων, αλλά και οικονομικής ευημερίας των πολιτών και αισθητικής και καλλιτεχνικής ακμής της πόλεως.

Αφιερώματα στο ιερό της Αθηνάς ήταν οι περίφημες Κόρες,  τα μαρμάρινα αγάλματα νεαρών γυναικών, λαξευμένα σε αυστηρή όρθια στάση. Από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. φορούν λεπτό, λινό χιτώνα και ιμάτιο που τονίζει την θηλυκότητά τους. Στα χέρια τους κρατούν το αντικείμενο της προσφοράς, ένα στεφάνι, καρπό, άνθος, κλπ., και με το άλλο ανασηκώνουν τον πολύπτυχο χιτώνα τους όπως θα έκαναν στην πραγματική ζωή, ώστε να διευκολυνθούν στον βηματισμό τους.

Πάνω από διακόσιες Κόρες έχουν βρεθεί, υπάρχουν όμως και Κούροι, ιππείς και γραφείς.

Στους Δελφούς

Χτισμένος από παριανό μάρμαρο, σε αρχαϊκό ρυθμό, ο Θησαυρός των Αθηναίων ήταν αφιερωμένος από τους Αθηναίους σε ανάμνηση της νίκης τους κατά των Περσών και στέγαζε τα αναθήματα των Αθηναίων στον θεό Απόλλωνα. στις μετόπες της προσόψεως απεικονίζονταν σκηνές από την Αμαζονομαχία. Στις εννέα μετόπες της Νότιας πλευράς παρουσιάζονταν τα κατορθώματα του Αθηναίου ήρωος Θησέα, και στις μετόπες της βόρειας πλευράς, οι άθλοι του Ηρακλέους.

Στην χαραγμένη η επιγραφή διαβάζουμε: ΑΘΕΝΑΙΟΙ Τ[Ο]Ι ΑΠΟΛΛΟΝ[Ι ΑΠΟ ΜΕΔ]ΟΝ ΑΚ[ΡΟΘ]ΙΝΙΑ ΤΕΣ ΜΑΡΑΘ[Ο]ΝΙ Μ[ΑΧΕ]Σ.

Στους τοίχους του κτηρίου είχαν χαραχθεί ψηφίσματα, κείμενα σχετικά με τις επίσημες πομπές των Αθηναίων στους Δελφούς καθώς και δύο ύμνοι στον Απόλλωνα.

Βρίσκεται επί της Ιεράς Οδού η οποία οδηγούσε στον ναό του θεού στο μαντείο των Δελφών. Χρονολογείται μεταξύ 510 και 480 π.Χ.

(Φ. 214)

 

Ταξίδι στις Προϊστορικές Κυκλάδες

K

 

Ανάμεσα ηπειρωτικής Ελλάδας και Μικράς Ασίας, βρίσκονται οι Κυκλάδες. Εκεί αναπτύχθηκε κατά την Εποχή του Χαλκού, ο Κυκλαδικός Πολιτισμός, όπως τον κωδικοποίησε και τον ονόμασε ο αείμνηστος Χρήστος Τούντας (1857-1934), ο Έλληνας κλασικός αρχαιολόγος ο οποίος συνεργάστηκε με τον Ερρίκο Σλήμαν και ολοκλήρωσε τις έρευνες στην αρχαιολογική θέση των Μυκηνών. Είναι αυτός που αναγνώρισε τις περισσότερες θέσεις της πρώιμης ελλαδικής εποχής του Χαλκού στις Κυκλάδες.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε εάν οι Κυκλαδίτες της 3ης χιλιετίας π.Χ. όταν αναπτύχθηκε ο αποκαλούμενος Κυκλαδικός Πολιτισμός, χρησιμοποιούσαν αυτήν την ονομασία για τα νησιά τους. Γνωρίζουμε όμως ότι έτσι αποκαλούνται από τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη. Σύμφωνα με τον Στράβωνα, την ονομασία αυτή έλαβαν η Κέα, η Κύθνος, η Σέριφος, η Μήλος, η Σίφνος, η Κίμωλος, η Πάρος, η Νάξος, η Σύρος, η Μύκονος, η Τήνος και η Άνδρος, επειδή σχημάτιζαν κύκλο γύρω από το ιερό νησί της Δήλου.

Τα σημερινά νησιά ήσαν κάποτε οι κορυφές των βουνών της Αιγηΐδος, της ηπείρου η οποία θεωρείται κοιτίδα των Ελλήνων και του πολιτισμού, και η οποία καταποντίστηκε πριν από 5 εκατομμύρια χρόνια. Ο πολιτισμός της εποχής αναπτύχθηκε σε ολόκληρη την έκταση, το μήκος και πλάτος του Αιγαίου, και  ονομάζεται συνολικά Αιγαιακός. Ανάλογα με την περιοχή όπου αναπτύχθηκε, ονομάζεται Κυκλαδικός, Κρητικός ή Μινωικός, και Μυκηναϊκός.

Οι Κυκλάδες κατοικήθηκαν, σύμφωνα με τα όσα μέχρι τώρα γνωρίζουμε, από τα τέλη της πέμπτης χιλιετίας π.Χ.

Το απόκρημνο γεωγραφικό ανάγλυφο, ο θαλάσσιος περιορισμός και ταυτόχρονα η επιθυμία για άνοιγμα στο άγνωστο, στην εξερεύνηση και την επικοινωνία, αποτέλεσαν εφαλτήρια για την δημιουργία ενός ανθρωποκεντρικού πολιτισμού, όπου η ανθρώπινη μορφή κυριαρχεί, μιλώντας εύγλωττα για την κοινωνική ιεραρχία, τις ασχολίες, και τις δοξασίες των Κυκλαδιτών της Προϊστορικής εποχής.

Οι οικισμοί είναι χτισμένοι σε θέσεις οι οποίες ευνοούσαν την δυνατότητα θαλάσσιας επικοινωνίας και παρείχαν ασφαλή αγκυροβόλια, και αφ’ ετέρου εξασφάλιζαν προστασία από θεομηνίες και εχθρικές επιθέσεις. Επιλέγονταν γι’ αυτό ακρωτήρια, χαμηλοί λόφοι, πλαγιές ή φύσει οχυρές θέσεις κοντά στην θάλασσα.

Για πρακτικούς λόγους μελέτης, και σύμφωνα με τις αλλαγές στην δραστηριότητα των κατοίκων και τα αρχαιολογικά ευρήματα, ο πολιτισμός που αναπτύχθηκε στην γεωγραφική αυτή περιοχή, διακρίνεται στην Πρωτοκυκλαδική περίοδο (3200 – 2000 π.Χ.), την Μεσοκυκλαδική περίοδο (2000 – 1600 π.Χ.) και την Υστεροκυκλαδική περίοδο (1600 – 1100 π.Χ.).

Κατά την Πρωτοκυκλαδική περίοδο, επισημαίνεται η ανάπτυξη της μεταλλουργίας και της ναυσιπλοΐας. Χάλκινα εργαλεία και όπλα, κωπήλατα πλοία αποτυπωμένα σε πήλινα τηγανόσχημα σκεύη ή μολύβδινα ομοιώματα, μαρτυρούν την ακμή των Κυκλάδων, που βρίσκονται στο κέντρο των θαλάσσιων δρόμων επικοινωνίας του Αιγαίου. Οψιδιανός, ιδανικός για την κατασκευή βελών, και μάρμαρο, μοναδικές πρώτες ύλες των Κυκλάδων, συνιστούν την βάση για τον πλούτο των νησιών. Αυτήν την εποχή κατασκευάζονται τα πρώτα μαρμάρινα αγγεία και τα βιολόσχημα ειδώλια, τα παγκοσμίως γνωστά ειδώλια με τα διπλωμένα χέρια, σήμα κατατεθέν της κυκλαδικής τέχνης.

Κατά την Μεσοκυκλαδική φάση, δημιουργούνται σημαντικά λιμάνια. Η Φυλακωπή στην Μήλο, η Αγία Ειρήνη στην Κέα, και το Ακρωτήρι στην Θήρα. Η άφθονη εισαγμένη μινωική και μυκηναϊκή κεραμεική που βρέθηκε στα παραπάνω κέντρα, μαρτυρεί έντονες επαφές και ανταλλαγές προϊόντων με την Κρήτη και την Ηπειρωτική Ελλάδα. Η τέχνη σε μάρμαρο σταδιακά εγκαταλείπεται και την θέση της παίρνει ο πηλός με πλούσια εικονογράφηση ζώων, πουλιών και ανθρώπων.

Κατά την Υστεροκυκλαδική εποχή, τα νησιά γνωρίζουν νέα ακμή και οργανώνονται διοικητικά. Αποκτούν ισχυρά τείχη, ρυμοτομημένη δόμηση,  δημόσια κτίρια και ναούς αλλά και σύστημα καταγραφής. Εδώ εντοπίζεται η απαρχή της γραφής «Γραμμική Α΄». Η επιρροή των Κρητικών κέντρων γίνεται εμφανέστερη, και εις ό,τι αφορά την τέχνη, στις τοιχογραφίες στο Ακρωτήρι της Θήρας και την Φυλακωπή της Μήλου, όπου αποτυπώνονται μοναδικά σκηνές από την φύση και την ζωή στον αιγαιακό χώρο των προϊστορικών χρόνων. Την επιρροή της Κρήτης, ακολουθεί μεταξύ 1400 – 1100 π.Χ. η Μυκηναϊκή κυριαρχία.

 

Eκθεση με τίτλο «Ταξίδι στον Κυκλαδικό Πολιτισμό» διοργανώνει το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης σε συνεργασία με τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών.

Η έκθεση θα διαρκέσει από τις 27 Ιουλίου μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου, και θα φιλοξενηθεί στον χώρο «Τέχνη & Πολιτισμός» στο επίπεδο Αφίξεων του Αεροδρομίου.

Αποτελεί μια συνοπτική παρουσίαση της μεγάλης έκθεσης «Κυκλαδική Κοινωνία, 5.000 χρόνια πριν» που διοργάνωσε το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, για την συμπλήρωση 30 χρόνων λειτουργίας του.

 

3

 

Τα Κυκλαδικά ειδώλια

 

Το ύψος των Κυκλαδικών ειδωλίων είναι 25 έως 30 εκατοστά, υπάρχουν όμως και ειδώλια με ύψος έως και 153 εκατοστά. Είναι κατασκευασμένα από λευκό μάρμαρο, υλικό που υπήρχε σε αφθονία στα νησιά των Κυκλάδων. Το λάξευαν με λίθινα κυρίως εργαλεία, αλλά και δευτερευόντως από χαλκό, και λείαιναν την επιφάνειά του με ελαφρόπετρα. Αν και σήμερα είναι κυρίως λευκά, όπως έχει διαπιστωθεί και για αγάλματα και κτίρια των κλασικών χρόνων, χρησιμοποιήθηκαν για την διακόσμησή τους ορυκτά χρώματα, για να τονίσουν τα μάτια και το στόμα.

Συνήθως αναπαριστούν γυναίκες, όρθιες με τα χέρια στήθος, μακρύ λαιμό, πέλματα λοξά με χαραγμένες λεπτομέρειες, οι οποίες παραπέμπουν όχι σε ένδυση, αφού αναπαριστώνται γυμνές, αλλά στο γονιμικό στάδιο της ζωής, την μητρότητα και την λοχεία. Κατασκευάζονται όμως και ειδώλια με ανδρικές μορφές,  μουσικοί, κυνηγοί ή πολεμιστές. Ο συνδυασμός των αναπαραστάσεων των δύο φύλλων, μας φανερώνει τις προτεραιότητες και την διαστρωμάτωση της Κυκλαδικής κοινωνίας.

Κυκλαδικά ειδώλια μπορούμε να δούμε στο μουσείο Κυκλαδικής τέχνης και στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα, και σε κατά τόπους συλλογές.

(Δημοσιεύθηκε στο φ.213 της Εθνικής Εφημερίδος ΕΜΠΡΟΣ)

 

 

ΙΘΑΚΗ – Ο Οδυσσέας μένει εδώ

Χωρίς τίτλο.jpg

Ελάχιστους αρχαιολόγους ξέρω που να εργάστηκαν με τόση μεθοδικότητα και συνάμα απλότητα, γνωρίζοντας το αντικείμενό τους σαν την παλάμη του χεριού τους, και ταυτόχρονα έχοντας την επιθυμία όχι να κρατήσουν ωφελιμιστικά την γνώση για τον εαυτό τους, -μιμούμενοι τον πατέρα που παραδίδει στον γιο το δικηγορικό του γραφείο με κληρονομιά την μία και μοναδική –άλυτη – υπόθεση-, αλλά επιδιώκοντας να κάνει κοινωνούς των γνώσεών της και να μοιραστεί την πλούσια στρωμένη από εκείνη, τράπεζα της γνώσης, όποιον επιθυμούσε να γίνει συνδαιτημόνας της και, κυρίως τους νέους, που ένιωθαν το ενδιαφέρον της και αγαπούσαν με φανατισμό προσήλυτου την «κυρία Λίτσα».

Με την επίσημη ανακοίνωσή τους στις 20 Αυγούστου 2010 η Λίτσα Κοντορλή-Παπαδοπούλου και ο σύζυγός της Αθανάσιος Παπαδόπουλος, καθηγητές στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων, σπούσαν το φράγμα της σιωπής αλλά και της αμφισβήτησης από συναδελφικούς κύκλους. Οι δύο αρχαιολόγοι αναζήτησαν τα ίχνη του Οδυσσέα στα ερείπια του Αη Θανάση, στην Ιθάκη, κι αποκάλυψαν τα ερείπια του ανακτόρου του Οδυσσέα.

Καθισμένες στον «Διόνυσο», με θέα την Ακρόπολη και το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, μιλήσαμε, κοντά πέντε χρόνια πριν, για τον Οδυσσέα, την Ιθάκη, τις πρωτοποριακές τεχνικές και μεθόδους τις οποίες χρησιμοποίησε στην ανασκαφή της, τις «τρικλοποδιές» και την εχθρότητα την οποία συνάντησε από τους κομματικά διορισμένους φορείς των φορέων, που επιχείρησαν να υπονομεύσουν την έρευνά της, όπως κάνουν με οποιονδήποτε τολμά να σηκώσει στους ώμους του την Ελλάδα.

Αναζητούσε την εποχή εκείνη χρηματοδότηση για να συνεχίσει την έρευνά της, για να καθαρίσει το «πλοίο του Οδυσσέα» που «είδε» ο δορυφόρος που νοίκιασε, από τον ουρανό, και το πρόσωπο του θαλασσοπόρου παππού μας, πάνω στην πέτρα. Μου χάρισε τότε ένα φάκελο με τα στοιχεία και τα σχέδια της ανασκαφής της, που κουβαλάω έκτοτε σαν ανάθημα μιας φλογερής Ελληνίδας η οποία αγάπησε πολύ, πάρα πολύ, αυτήν την υπέροχη Πατρίδα.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Το ανάκτορο  του Οδυσσέα

Η κύρια είσοδος της ακρόπολης βρισκόταν στην ανατολική πλευρά. Μία αναβάθρα, εκτεινόμενη κατά μήκος των βράχων, γεμισμένη με χαλαρούς λίθους και χώμα και τοίχο αντιστήριξης και στηθαίο που δεν διατηρούνται, οδηγούσε στην εξωτερική διάβαση που πλαισιωνόταν από δύο πύργους σύγχρονης κατασκευής με την αναβάθρα. Η διάβαση αυτή είχε ίσως ξύλινες παραστάδες και θυρόφυλλα, όπως η αντίστοιχη της Τίρυνθας.

Η προϊστορική ακρόπολη είναι οχυρωμένη με τείχη μήκους 367 μ., είχε εμβαδόν 8.736 τ.μ. και σχήμα τετραγωνικό με αποστρογγυλεμένες γωνίες. Η κατασκευή του τείχους έχει την μορφή κυκλώπειου αναλήμματος με ακανόνιστους ογκόλιθους στην εξωτερική πλευρά, που συγκρατούν παχύ γέμισμα από μικρούς σφιχτά αρμοσμένους λίθους Κυκλώπειας κατασκευής. Σε μεταγενέστερη φάση της ακρόπολης στην οχύρωση προστέθηκε επέκταση προς ανατολάς, περίβολος μήκους 109 μ. που έκλεισε έκταση 1447 τ.μ. για να συμπεριλάβει και να προστατέψει την υπόγεια μυκηναϊκή κρήνη, που εξασφάλιζε ύδρευση των κατοίκων της ακρόπολης σε περίπτωση πολιορκίας και αναταραχών, όπως συνέβαινε με την ΒΑ επέκταση της Ακρόπολης των Μυκηνών. Συνολικά το εμβαδόν της Μυκηναϊκής Ακρόπολης της Σχολής Ομήρου είναι 10.183 τ.μ.    Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και σημαντική μαρτυρία για την Ομηρική Ιθάκη προσφέρουν οι ανευρεθείσες στο κυκλοτερές ταφικό μνημείο της Σχολής Ομήρου πήλινες πινακίδες. Η πρώτη από αυτές φέρει εγχάρακτες παραστάσεις σε δύο επίπεδα, που πιθανώς σχετίζονται με περιπέτειες του Οδυσσέα. Μορφή Σκύλλας-διακρίνεται το γυναικείο κεφάλι, η ουρά χταποδιού -γνωστή από ιστορικές απεικονίσεις- το κεφάλι του σκύλου στην καρίνα του πλοίου και το σώμα της σαν πτυχωτό θαλάσσιο ερπετό που τυλίγει το πλοίο και το κάνει μικρότερο. Ένα πτερωτό ον που έχει μάτια κουκουβάγιας και στέμμα από πτερά – σειρήνα; Ορθιο ζώο με ουρά, χέρια και κεφάλι χοίρου (Είναι μήπως σύντροφος του Οδυσσέα, μεταμορφωμένος από την Κίρκη, που φτάνει στο πλοίο για να ζητήσει βοήθεια;) Στο πλοίο διακρίνεται καθαρά μία καθιστή ανδρική μορφή, δεμένη στο κατάρτι.

Η Σπυριδούλα (Λίτσα) Κοντορλή-Παπαδοπούλου, γεννήθηκε το 1942 στην Ευρυτανία. Κόρη της Κλεοπάτρας και του Κωνσταντίνου Κοντορλή, φιλολόγου και αρχαιοδίφη, σπούδασε Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικεύτηκε στην Προϊστορική Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Εκπόνησε την διδακτορική της διατριβή στο Bedford College με θέμα τους μυκηναϊκούς θαλαμωτούς τάφους.

Από το 1987 ως το 2009 δίδαξε για το Προϊστορικό Αιγαίο, την Μεσοποταμία και την Κύπρο της Εποχής του Χαλκού, στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, απ’ όπου αφυπηρέτησε με τον βαθμό της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας. Οργάνωσε με δική της πρωτοβουλία εργαστήρια εκμάθησης αρχαιολογικού σχεδίου και φωτογραφίας για τους φοιτητές.

Από το 1970 ως το 2013 συμμετείχε αδιάκοπα σε ανασκαφές και επιφανειακές έρευνες του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας στην Αχαΐα, διηύθυνε την πανεπιστημιακή ανασκαφή στην Ιθάκη (1994-2013), και από κοινού με το σύζυγό της, ομότιμο Καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Αθανάσιο Παπαδόπουλο, τις ανασκαφές στην Εφύρα της Ηπείρου και στην Ιορδανία. Συνέγραψε δεκάδες επιστημονικά άρθρα σε διεθνή περιοδικά, δύο μονογραφίες, και από κοινού με το σύζυγό της ένα σύγγραμμα για την «Προϊστορική Αρχαιολογία Δυτικής Ελλάδας και Ιονίων Νήσων», καθώς και την δημοσίευση του μυκηναϊκού νεκροταφείου της Βραυρώνας.

Έφυγε από την ζωή τον Φεβρουάριο του 2015.

Συνέχεια στην έντυπη έκδοση

(Φ. 211)

 

Θησαυροί του Αρχαίου Ελληνικού κόσμου Η ελληνική Τέχνη από την Κλασική εποχή στο Βυζάντιο

Η ενότητα του Ελληνικού κόσμου από την αρχαιότητα έως τον Νεότερο Ελληνισμό, είναι έκδηλη στην Τέχνη, και μάλιστα στην Τέχνη της καθημερινής ζωής. Στην Ποίηση, τα δημοτικά μας τραγούδια είναι ο αδιάψευστος μάρτυς της πνευματικής μας συνέχειας από τον Όμηρο έως τον Παλαμά και τον Ελύτη.

Η αρχαιολογική έρευνα μας παραδίδει μεταξύ άλλων αδιάψευστες μαρτυρίες για την Γλυπτική και την Χρυσοχοΐα, που αποδίδουν την συνέχεια στην αντίληψη και στις δεξιότητες των Ελλήνων καλλιτεχνών και τεχνητών. Όπως θα δούμε από τα παραδείγματα τα οποία παραθέτουμε στην συνέχεια, τα όρια μεταξύ της Κλασικής αρχαιότητας και της μεσαιωνικής περιόδου, συχνά χάνονται, σαν μια πνευματική αλλά και υλική σκυτάλη να παραδίδεται από καλλιτέχνη σε καλλιτέχνη.

Τα παραδείγματα που ακολουθούν προέρχονται από την Αρχαία Ελλάδα, την Ρώμη και το Βυζάντιο και φυλάσσονται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης.

Κεφαλή γυναίκας λογίας ή φιλοσόφου από την Κωνσταντινούπολη. Εικονίζεται σε ώριμη ηλικία, και κρατά κυλινδρικό πάπυρο. Η διαπεραστική ματιά της, και η σκεπτική της έκφραση, καθώς και ο πάπυρος τον οποίον κρατά στο δεξί της χέρι, δείχνουν ότι είχε αποκτήσει κλασική παιδεία, ενώ ο τύπος των ενδυμάτων της την κατατάσσουν στην αριστοκρατία. Είναι κατασκευασμένη από Πεντελικό μάρμαρο. Χρονολογείται στα τέλη του 4ου-αρχές του 5ου μ.Χ. αιώνα.

Μαρμάρινη κεφαλή του φιλοσόφου Επίκουρου, κατασκευασμένη από Πεντελικό
μάρμαρο, αντίγραφο Ελληνικού αγάλματος από το πρώτο ήμισυ του 3ου π.Χ. αιώνος. Ρωμαϊκής Αυτοκρατορικής εποχής, 2ος μ.Χ. αιώνας. Ο φιλόσοφος, ο οποίος έζησε μεταξύ 341 και 271 π.Χ., εικονίζεται προς το τέλος της ζωής του, σε ένα γλυπτό το οποίο κατασκευάστηκε προς τιμήν του είτε όσο ήταν εν ζωή είτε αμέσως μετά τον θάνατό του. Υπάρχουν πολλά Ρωμαϊκά αντίγραφα αυτής της απεικόνισής του, αποδεικνύοντας την διαχρονική δημοφιλία των διδασκαλιών του Επίκουρου.

Αριστερό χέρι αγάλματος ανδρός, το οποίο κρατά κύλινδρο παπύρου. Είναι Ρωμαϊκής περιόδου, καμωμένο από μάρμαρο, και χρονολογείται στον 1ο ή 2ο μ.Χ. αιώνα.

Ανάγλυφο Μαινάδος ορχουμένης, από Πεντελικό μάρμαρο. Πρόκειται για προσαρμογή Ελληνικού έργου του 425-400 π.Χ. το οποίο αποδίδεται στον καλλιτέχνη Καλλίμαχο. Χρονολογείται μεταξύ 27 π.Χ. και 14 μ.Χ. Οι Μαινάδες, έρχονταν σε έκσταση στα όρη και τα δάση, όπου τραγουδούσαν και χόρευαν έμπλεες του πνεύματος του θεού Διονύσου. Η Μαινάς του αναγλύφου, είναι στεφανωμένη με κισσό και φέρει θύρσο (βλαστό από μάραθο) στολισμένο με φύλλα κισσού και μούρα. Τα ενδύματά της ανεμίζουν καθώς χορεύει. Το πρωτότυπο συνδέεται με τις «Βάκχες» του Ευριπίδη και αποτελεί αντίγραφο περίφημου αναγλύφου ορχουμένων Μαινάδων το οποίο χρονολογείται στα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα. Ο Ευριπίδης συνέγραψε τις Βάκχες το 407 π.Χ. , ευρισκόμενος στην Πέλλα της Μακεδονίας, στην αυλή του βασιλέως Αρχελάου και διδάχθηκε από τον γιο του, μετά τον θάνατό του, στην Αθήνα, το 405 π.Χ.

Χρυσό περιδέραιο της Βυζαντινής εποχής. Φέρει χρυσό σταυρό καθώς και μικρογραφίες αρχαίων ελληνικών αγγείων. Χρονολογείται στην Βυζαντινή εποχή, 6ος μ.Χ. αιώνας.

Ελληνικό ενώτιο από χρυσό, από το οποίο ταλαντεύεται Σειρήνα, μισή γυναίκα, μισή
πουλί, η οποία φέρει στην πλάτη φτερά όπως οι άγγελοι, και παίζει κιθάρα. Χρονολογείται στα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνα.

Ρωμαϊκό αντίγραφο του Μεγάλου Αναγλύφου των Ελευσινίων. Το ελληνικό πρωτότυπο του 450-425 π.Χ. βρέθηκε στο ιερό της Δήμητρας στην Ελευσίνα, και βρίσκεται στο Εθνικό
Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών. Τα 10 συνολικά σπαράγματα του Ρωμαϊκού αντιγράφου, είναι ενσωματωμένα σε εκμαγείο του πρωτοτύπου. Εικονίζεται στα αριστερά η θεά Δήμητρα, έφορος της αγροτικής αφθονίας. Φέρει πέπλο και ιμάτιο (μανδύα) και κρατά σκήπτρο. Στα δεξιά ευρίσκεται η Κόρη Περσεφόνη, σύζυγος του Άδη, του θεού του Κάτω Κόσμου, ντυμένη με χιτώνα και ιμάτιο. Οι δύο θεές εκτείνουν το δεξί τους χέρι προς έναν γυμνό νέο, αλλά δεν είναι πλέον δυνατό να προσδιοριστεί ποιο αντικείμενο κρατούσαν
και ενδεχομένως του παρέδιδαν. Το αγόρι πιστεύεται ότι είναι ο Τριπτόλεμος, ο οποίος εστάλη από την Δήμητρα για να διδάξει στους ανθρώπους πώς να καλλιεργούν σιτηρά, και αργότερα έγινε ο πρώτος ιερέας του τελεστηρίου της, στο Ελευσίνιο άντρο. Χρονολογείται στην εποχή του Αυγούστου, μεταξύ 27 π.Χ. και 14 μ.Χ.

(Φ. 210)

Θησαυροί του Αρχαίου Ελληνικού κόσμου Το «ηράκλειον άμμα»

Ο Ηρακλής είναι ο ήρωας ο οποίος συνδέει τους δύο κόσμους, τον επάνω με τον κάτω, και  λειτουργεί διαμεσολαβητικά μεταξύ θεών και ανθρώπων. Λατρεύτηκε από τους αρχαίους Ελληνες ως χθόνια θεότητα. Είναι αυτός που κατέβηκε στον Άδη για να ανεβάσει τον Κέρβερο, και διεκδίκησε την Διηάνειρα, επειδή του το ζήτησε η ψυχή του Μελέαγρου. Όταν ο Ηρακλής έσπασε το κέρατο του Αχελώου στην διαμάχη μεταξύ τους για την Διηάνειρα, ο θεός ποταμός ζήτησε πίσω το κέρατο, δίνοντας ως αντάλλαγμα στον Ηρακλή το κέρας της Αμαλθείας , το οποίο είχε πάρει από την κόρη του Ωκεανού Αμάλθεια. Ο Ηρακλής λατρεύτηκε στα όρη ως θεός της γονιμότητας και της ευφορίας. Οι χθόνιες θεότητες με κορυφαία την Δήμητρα  είναι θεότητες του Κάτω Κόσμου και ταυτόχρονα θεότητες της ευφορίας, της βλάστησης και της γονιμότητας. Αυτούς και αυτές επικαλούνται οι γεωργοί, προκειμένου να φυτρώσει ο σπόρος.

Ο κόμπος του Ηρακλέους, είναι ο γνωστός μας «σταυρόκομπος». Με αυτόν τον κόμπο έδενε στον λαιμό του ο Ηρακλής την λεοντή που πήρε από το λιοντάρι της Νεμέας αφού το σκότωσε. Αλλά και η θεά  Αφροδίτη δένει τα μαλλιά της σε κόμπο. Η Άρτεμις δένει με κόμπο τον χιτώνα της στον ένα ώμο. Το «περίαμμα» είναι το κόσμημα που περιβάλλει το γυμνό κορμί της Αφροδίτης και του γυμνού Έρωτα.

Τον συναντούμε συχνά  σε επιτύμβιες στήλες καθώς δηλώνει το δέσιμο της ζωής και του θανάτου.

Ο «ηράκλειος κόμπος» δηλώνει την αναζήτηση της αθανασίας.

Ο Ηρακλής είναι ο ήρωας ο οποίος παρασταίνεται και ως γενειοφόρος ενήλικος, αλλά και ως αγένειος νέος επομένως και αναγεννημένος. Μία σύγκριση μπορεί μόνον να γίνει, ως προς την διττή απεικόνιση: αυτή μεταξύ Ηρακλέους και Χριστού, αφού είναι τα δύο πρόσωπα της ελληνικής θρησκείας, αρχαίας και σύγχρονης που και οι δύο απεικονίζονται και ως βρέφη και ως ενήλικοι άνδρες.

Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ακόμη ένα πρόσωπο το οποίο συνδέεται με τον «δεσμό», τον Αλέξανδρο τον Στρατηλάτη. Είναι άλλωστε το τρίτο πρόσωπο της ελληνικής θρησκευτικότητας το οποίο αποθεώνεται στην ηλικία των 33 ετών.

Στην αρχαιότητα υπήρχε η πεποίθηση ότι το «ηράκλειον άμμα» είχε αποτρεπτικές και  ιαματικές ιδιότητες. Μια πληγή που επιδένονταν με βάση τον ηράκλειο κόμπο θεραπευόταν πιο γρήγορα. Το ηράκλειον άμμα αποτελούσε επίσης σύμβολο της γαμήλιας τελετής, γι’ αυτό και συναντάται συχνά σε κοσμήματα.

Ο Ηρακλής εκτός από τους 12 Αθλους του, ήρθε σε σύγκρουση με τον θεό Απόλλωνα.

Όταν η Πυθία αρνήθηκε να του δώσει χρησμό, ο Ηρακλής θέλησε να αρπάξει τον τρίποδα, προκειμένου να ιδρύσει αλλού μαντείο. Ο αγώνας μεταξύ των «διογενών» (ήσαν και οι δύο γιοι του Διός) έληξε με τον Δία να παρεμβαίνει ρίχνοντας κεραυνό ανάμεσα στους γιους του. Το μαντείο παρέμεινε στους Δελφούς.

(Φ. 209)

 

 

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑