Αναζήτηση

Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ

Εβδομαδιαία εθνική εφημερίδα

Κατηγορία

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

Ίπποι και αρχαίοι ιππείς

Χωρίς τίτλο.png

Στον ελλαδικό χώρο, ο ίππος ως πολεμικό μέσο εμφανίζεται περί το 1700 π.Χ. Η αρχική χρήση του ζώου είναι η έλξις των αρμάτων. Η σπουδαιότητα του ίππου ως πολεμικού μέσου φαίνεται στα ποιήματα του Ομήρου όπου ονομάζει τους ίππους του Άρη, Πανικό και Φόβο.

Η διάδοσή τους στην Βαλκανική χερσόνησο, οφείλεται μάλλον στους Θράκες. Δύο Άθλοι του Ηρακλέους συνδέονται με τον ίππο, δηλώνοντας την εποχή της εξαπλώσεώς του στην Ελλάδα, τις δυσκολίες και την σημασία της.  Οι αγώνες τον Μινωϊτών και Μυκηναίων να δημιουργήσουν αποικίες στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού στην Θράκη συνδέονται με τον μύθο των ανθρωποβόρρων ίππων του Διομήδη, τους οποίους ο Ηρακλής καταφέρνει τελικά να συλλάβει και να φέρει στις Μυκήνες. Σχετικός είναι και ο Άθλος με την ζώνη της Ιππολύτης.

Η ύπαρξη των Κενταύρων συνδέεται με αυτήν ακριβώς την μετάβαση από την αποχή των Αχαιών στην εποχή των Δωριέων.

Η λέξη  Κένταυρος ερμηνεύεται και ως «φονεύς ταύρων», καθώς οι ιππείς βοήθησαν αποφασιστικά στην επικράτηση των Δωριέων επί των Αχαιών των οποίων το εμβληματικό ζώο ήταν  ο ταύρος. Οι σχετικοί με την βιαιότητα των «ανθροποβόρρων αλόγων» και των Κενταύρων μύθοι αντικατοπτρίζουν τις δυσκολίες τις οποίες συνάντησαν οι Δωριείς ερχόμενοι από βοράν αντιμέτωποι με τους Θράκες και τους Σκύθες οι οποίοι πολεμούσαν έφιπποι. Η θρησκευτική ευλάβεια απέναντι στα άλογο ερμηνεύεται επίσης ως μετάβαση της θηλυκής λατρείας της Σελήνης μέσα από τελετές προς τιμήν της οι οποίες διασώθηκαν στην περιοχή της αλογοθρόφου Θεσσαλίας από όπου απέκτησαν τα άλογά τους τόσον ο Αχιλλέας (ο Ξάνθος και ο Βαλίος) όσο και ο Μέγας Αλέξανδρος (ο αποκαλυπτικά για την σύνθεση του Χρόνου στο πρόσωπο του θεόμορφου Στρατηλάτη, αποκαλούμενος Βουκεφάλας, ο οποίος σε μεγάλη ηλικία τον συντρόφεψε ως την Βακτριανή).

Αποκαλυπτικός είναι εξάλλου και ο μύθος των Διοσκούρων οι οποίοι είναι προστάτες των ιππέων. Σύμφωνα με την παράδοση, οι Διόσκουροι επιχείρησαν να πάρουν για συζύγους τους τις κόρες του Λεύκιππου, Φοίβη και Ιλάειρα. Τα δύο αδέλφια απήγαγαν τις Λευκιππίδες, οι οποίες όμως προορίζονταν για σύζυγοι των δύο γιων του Αφαρέως. Ο Ίδας και ο Λυγκέας επιτέθηκαν στους Διόσκουρους και κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης έχασαν τη ζωή τους, ο Κάστορας και ο Λυγκέας.

 

Τα Άλογα του Aχιλλέως

Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,

που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,

άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Aχιλλέως.

η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε

για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.

Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,

την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν

τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο – αφανισμένο –

μια σάρκα τώρα ποταπή – το πνεύμα του χαμένο –

ανυπεράσπιστο – χωρίς πνοή – εις το μεγάλο

Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.

Τα δάκρυα είδε ο Ζευς των αθανάτων αλόγων και λυπήθη.

«Στου Πηλέως τον γάμο»

είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω.

καλλίτερα να μην σας δίναμε, άλογά μου

δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου

στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.

Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας

πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των

σας έμπλεξαν οι άνθρωποι.» – Όμως τα δάκρυά των

για του θανάτου την παντοτινή

την συμφοράν εχύνανε τα δυο τα ζώα τα ευγενή.

(Κωνσταντίνος Καβάφης, Ποιήματα 1897-1933)

(Φ. 225)

Advertisements

Oι Μούσες

image9001%5b7540%5d.jpg

Κόρες του Διός και της Μνημοσύνης, οι Μούσες είναι προικισμένες με ξεχωριστές χάρες, τάλαντα και ικανότητες. Αυτές τις χάρες τις μοιράζονται  με τους εκλεκτούς εκ των ανθρώπων. Ηγέτης τους  είναι ο Απόλλων Μουσαγέτης. Ο Ησίοδος στην «Θεογονία» του αφηγείται πως: «Η Μνημοσύνη κοιμήθηκε στην Πιερία με τον γιο του Κρόνου και γέννησε αυτές τις παρθένες που μας κάνουν να ξεχνάμε τα βάσανά μας και απαλύνουν τους πόνους μας. Εννιά νύχτες συνέχεια ο συνετός Δίας ανεβαίνοντας στο ιερό κρεβάτι του, κοιμότανε δίπλα στη Μνημοσύνη, μακριά απ’ όλους τους αθανάτους. Ύστερα από ένα χρόνο, όταν οι εποχές και οι μήνες είχαν συμπληρώσει τον κύκλο τους, κι όταν πέρασαν πολλές μέρες,  η Μνημοσύνη γέννησε εννιά κόρες…, που όλες τις μάγευε η μουσική…».

Ο Παυσανίας υποστηρίζει ότι υπήρχαν δύο γενιές Μουσών. Στην πρώτη γενιά οι Μούσες ήσαν τρεις και ήσαν κόρες του Ουρανού και της Γαίας. Στην δεύτερη, ήσαν εννέα κόρες του Διός και της Μνημοσύνης.

Υπήρχαν όμως και οι αρχαιότερες Ελικωνιάδες Μούσες, η Μνήμη, η Μελέτη και η Αοιδή. Η ποιητική τέχνη χρειάζεται και τις τρεις αυτές Μούσες, ως συνδυασμό του τραγουδιού, της μνήμης και της μελέτης.

Στους Δελφούς λατρεύονταν τρεις Μούσες, η Υπάτη, η Μέση και η Νεάτη ή Νήτη, οι οποίες φέρουν ή έδωσαν την ονομασία στις τρεις βασικές χορδές της λύρας. Κατά τον Πλούταρχο σχετίζονται με τις τρεις περιοχές του κόσμου, την περιοχή των απλανών αστέρων, την περιοχή των πλανητών και την υποσελήνια περιοχή, αποδεικνύοντας έτσι την ολότητα της Αρμονίας η οποία διέπει το Σύμπαν της Δημιουργίας, μέρος του οποίου είναι και ο Ανθρωπος.

epha2.jpg

Καλλιόπη: Πρώτη και πιο σεβαστή από τις Μούσες. Εκ του: καλλι- + -όπη,  αυτή με την καλή όψη.Προστάτιδα της Επικής Ποίησης, την οποίαν επικαλείται να τον εμπνεύσει ο Ομηρος. Μούσα της ευγλωτίας. Απεικονίζεται με χρυσό στεφάνι στο κεφάλι, κρατώντας πινάκιο και γραφίδα. Συχνά εικονίζεται με τα Ομηρικά έπη στα γόνατά της.

Κλειώ: Η Μούσα της Ιστορίας. Εκ του: κλέος=δόξα. Σύμβολά της ήταν η σάλπιγγα και η κλεψύδρα. Απεικονιζόταν με περγαμηνές και ένα δάφνινο στεφάνι στο κεφάλι.

Πολύμνια: Εκ του: πολύς + ύμνος. Η Μούσα που ενέπνεε τους ύμνους και τα τραγούδια προς τιμήν των θεών, αλλά και της Μιμικής. Εικονίζεται στοχαστική, με μακρύ μανδύα και πέπλο.

Τερψιχόρη: Η Μούσα της Λυρικής Ποιήσεως και του Χορού. Εκ του: τέρπω + χορός, η τέρπουσα δια του χορού. Αναπαριστάται καθισμένη, κρατώντας λύρα.

Ερατώ:  Εκ του έρως. Η Μούσα του Υμεναίου και της Ερωτικής Ποίησης, με σύμβολό της την λύρα.

Ευτέρπη: Η Μούσα της λυρικής ποίησης. Εκ του ευ + τέρπω, καλώς τέρπω, ευχαριστώ. Ανήκε αρχικά στην ακολουθία του Διονύσου. Σύμβολό της είναι ο διπλός αυλός.

Θάλεια: Εκ του: θάλλω= ανθίζω, βλασταίνω, ακμάζω. Η Μούσα της βουκολικής ποίησης και της κωμωδίας. Φέρει στην κεφαλή στεφάνι κισσού. Εικονίζεται κρατώντας στο δεξί της χέρι μια μάσκα θεάτρου, και στο αριστερό μια ράβδο.

Μελπομένη: Εκ του: μέλπω=μελωδώ + μένος. Η Μούσα της Τραγωδίας. Απεικονίζεται στο πλευρό του Διονύσου, φορώντας τραγική μάσκα ή κρατώντας την τραγική μάσκα στο ένα χέρι και ένα μαχαίρι στο άλλο.

Ουρανία: Εκ του: ουρανός. Η Μούσα της Αστρονομίας και της Αστρολογίας. Συναντάται κυρίως κρατώντας στο δεξί χέρι διαβήτη και στο αριστερό μια ουράνια σφαίρα.

(Φ. 224)

ΘΗΡΑΣΙΑ: Στο φως προϊστορικός οικισμός

Χωρίς τίτλο.png

Στη θέση Κοίμηση, στο νοτιοανατολικό άκρο της νήσου Θηρασίας, στον λόφο όπου δεσπόζει το νεότερο μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου, και σχεδόν σε επαφή με αυτό, αποκαλύπτεται προϊστορικός οικισμός.

Η αρχαιολογική ανασκαφή φέρνει στο φως Πρωτοκυκλαδικό και Μεσοκυκλαδικό οικισμό της 3ης και των αρχών της 2ης χιλιετίας π.Χ., με μέτωπο προς την Καλντέρα στα ανατολικά, και το Ασπρονήσι στα νότια.

Ένα μέρος του οικισμού έχει διαβρωθεί και παρασυρθεί στον γκρεμό κατά την γεωλογική απόσπαση της νήσου Θηρασίας από το Ασπρονήσι, ως αποτέλεσμα της μεγάλης Μινωικής ηφαιστειακής έκρηξης. Ο οικισμός της Κοίμησης προσφέρει σημαντικά στοιχεία για το σύμπλεγμα Θήρας – Θηρασίας κατά τις πρώιμες φάσεις της Εποχής του Χαλκού και δίνει νέα στοιχεία για την μορφή του ΝΑ ορίου της προ-εκρηξιακής καλντέρας, στα βαθμηδωτά άνδηρα της οποίας απλωνόταν ο προϊστορικός οικισμός.

Την έρευνα διενεργούν το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, το Πανεπιστήμιο Κρήτης και η Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, με την συνεργασία της ομότιμης Καθηγήτριας του ΑΠΘ Κλαίρης Παλυβού, και διεπιστημονικής ομάδας αρχαιολόγων και άλλων ερευνητών, με την υποστήριξη του δήμου Θήρας και του Ινστιτούτου Αιγαιακής Προϊστορίας.

Κοινό στοιχείο των ευρημάτων είναι η αξιοποίηση των βράχων οι οποίοι ενσωματώνονται στις κατασκευές, και του φυσικού χώρου γενικότερα, ως πλαισίου και συστατικού στοιχείου των θεμελίων και του σκελετού των οικοδομημάτων.

Η δόμηση είναι πυκνή,  και τα κτίσματα μοιάζουν να αγκιστρώνονται το ένα στο άλλο, με εξέδρες λίθινες μεταξύ τους, που διαμορφώνουν τα κλιμακωτά άνδηρα της πλαγιάς. Στην δόμηση χρησιμοποιήθηκαν ηφαιστειακά υλικά, ως υπόστρωμα των δαπέδων, ενώ πλάκες από τα κατώτερα και παλαιότερα γεωλογικά στρώματα της Θηρασίας, τα οποία θα πρέπει να ήταν ορατά στο ήδη από τότε διαμορφωμένο καλντερικό βύθισμα, χρησιμοποιήθηκαν ως πλάκες οροφής.

Κατά την φετινή ανασκαφική περίοδο, όπως ανακοίνωσε το Υπουργείο Πολιτισμού, ολοκληρώθηκε η αποκάλυψη ενός ελλειψοειδούς κτηρίου με μνημειακά χαρακτηριστικά, και ανασκάφηκαν επάλληλα δάπεδα της Πρώιμης και της Μέσης Εποχής του Χαλκού, δίνοντας σημαντικά στοιχεία για την οργάνωση στον χώρο καθώς και την διαδοχή των φάσεων κατοίκησης. Διερευνήθηκαν, επίσης, τα όρια του οικισμού στα άνδηρα της ΝΑ πλαγιάς του λόφου.

Ο οικισμός χρονολογείται στην Πρωτοκυκλαδική  ΙΙ, στην Πρωτοκυκλαδική ΙΙ/ΙΙΙ και στην Μεσοκυκλαδική περίοδο, με φάσεις ανάλογες με το Ακρωτήρι. Τα ευρήματα περιλαμβάνουν κεραμεική, εργαλεία λειασμένου και αποκεκρουμένου λίθου, και διάφορα οικοτέχνεργα, οστά, όστρεα, ξύλο και άλλα οργανικά κατάλοιπα.

Από ό,τι φαίνεται από τα υλικά τεκμήρια, η οικονομία εξαρτιόταν από τις καλλιέργειες και την κτηνοτροφία. Η εξέταση των τεχνέργων βρίσκεται σε εξέλιξη, αλλά από το πλήθος των εργαλείων σύνθλιψης και τα μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία συμπεραίνεται ότι η πρακτική διαφοροποιημένων καλλιεργειών υπήρξε η βάση της διατροφής μαζί με τα προϊόντα της κτηνοτροφίας (γάλα και κρέας) και τους θαλάσσιους πόρους. Ως προς τις τεχνικές, κυρίως, μαρτυρείται η υφαντική και η νηματουργία καθώς και η τεχνολογική παραγωγή προϊόντων οψιανού. Η ανάλυση των πηλών της κεραμεικής υποδεικνύει την σημασία της τοπικής θηραϊκής παραγωγής αλλά και την παρουσία εισηγμένης κεραμικής από διάφορες περιοχές του Αιγαίου.

Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε, για άγνωστους λόγους, λίγο πριν την έναρξη της Υστεροκυκλαδικής περιόδου. Όταν έγινε η Μινωική έκρηξη και η συνακόλουθη κάλυψη του νησιού με στρώματα ηφαιστειακού υλικού, ο οικισμός είχε ήδη εγκαταλειφθεί. Δεδομένου ότι η θέση στα ορυχεία Αλαφούζου στο νότιο τμήμα του νησιού ακμάζει την Υστεροκυκλαδική περίοδο, εξάγεται το συμπέρασμα ότι μέρος των κατοίκων μεταφέρθηκε δυτικότερα, σε χαμηλότερα πλατώματα, με άλλου είδους αρχιτεκτονική, αντίστοιχη με αυτήν του Ακρωτηρίου και με την ίδια σκευή και τέχνη.

(Φ. 222)

Ζώμινθος: Το μινωικό ανάκτορο στον Ψηλορείτη

neakriti-news-image.jpg

Νέες εντυπωσιακές εισόδους στο μινωικό ανάκτορο της Ζωμίνθου στον Ψηλορείτη αποκάλυψε η φετινή ανασκαφή, η οποία διεξήχθη επί έξι εβδομάδες τον Ιούλιο (και τον Αύγουστο) από την Επίτιμη  Διευθύντρια Αρχαιοτήτων Δρα Έφη Σαπουνά Σακελλαράκη.

Νέα στοιχεία προέκυψαν για την εσωτερική διαρρύθμιση του συγκροτήματος και την αρχιτεκτονική του (κλίμακες, διάκοσμος) ενώ πλήθος ήταν και τα ευρήματα από την έρευνα στο εσωτερικό του και στα δωμάτιά του, όπου μεταξύ άλλων εντοπίσθηκε ένα ιδιαίτερα σπάνιο νόμισμα του Μάρκου Αυρηλίου (161- 180 μ.Χ.)

Όλα, στοιχεία που υποδηλώνουν την σπουδαιότητα του λαβυρινθώδους κτιρίου.

Ήρθαν στο φως δύο νέες είσοδοι, η πρώτη στην ΒΑ γωνία του ανακτόρου, ιδιαίτερα προσεγμένη, με προθάλαμο με θρανία στις δύο πλευρές του.

H είσοδος αυτή οδηγεί μέσω ενός μεγάλου διαδρόμου στο σπουδαίο ιερό της ανατολικής πτέρυγας στο οποίο έχουν αποκαλυφθεί ήδη βαθμιδωτός βωμός και βόθρος.

Κατά την ανασκαφική έρευνα εντοπίσθηκε και η είσοδος της ΝΑ γωνίας, η οποία όμως δεν σώζεται σε καλή κατάσταση, καθώς υπέστη πολλές μετασκευές στα μεταγενέστερα χρόνια (Μυκηναϊκά και Ρωμαϊκά), και μεγάλη καταστροφή λόγω των αρχαιοκαπηλικών δράσεων της δεκαετίας του ‘60. Φαίνεται ωστόσο, πως ήταν μεγαλοπρεπέστατη, οδηγώντας με κλίμακες που ξεκινούσαν από το κατώτερο επίπεδο του λόφου, όπου είναι κτισμένο το ανάκτορο, στην Κεντρική αυλή του. Οι δύο είσοδοι αποτελούν διαφορετικούς τύπους από αυτόν της κεντρικής βόρειας εισόδου, η οποία αρχιτεκτονικά είναι λιγότερο σύνθετη.

Μία ακόμη εσωτερική σκάλα αποκαλύφθηκε κατά την ανασκαφή ενώ οι τοίχοι, μερικοί από τους οποίους σώζονται σε ύψος έως και τριών μέτρων, αποδεικνύουν ότι το κτήριο ήταν πολυώροφο.

Οι μεγάλες του αίθουσες στήριζαν τους επάνω ορόφους  με κεντρικούς πεσσούς ή κίονες.

Τα δάπεδα, που ήρθαν στο φως, άλλα από λαμπερό ασβεστόλιθο κι άλλα βοτσαλωτά υποδηλώνουν την πολυτέλεια που επικρατούσε στο εσωτερικό του, το ίδιο και τα τοιχογραφημένα κονιάματα που κοσμούσαν τα δωμάτια, δείγμα εκλέπτυνσης της εποχής και των κατοίκων του.

Σε πολυτελή χώρο, που βρίσκεται πάνω από το μεταλλουργικό εργαστήριο, ήρθαν στο φως σφραγίδες, η μία από τις οποίες με παράσταση ιερού κόμβου είχε πέσει από τον άνω όροφο, περίαπτα, ένα σε σχήμα αχιβάδας, ρυτό με διακόσμηση σπειρών, και τμήμα αγγείου με ανάγλυφη διακόσμηση μικρού χοίρου.

Ρυτό σε σχήμα χοίρου έχει βρεθεί  σε ιερά της Εποχής του Χαλκού, όπως της Φαιστού, και συνδέεται με την μεταγενέστερη λατρεία του Κρηταγενούς Διός, καθώς ήταν από τις τροφούς του. Στην Ζώμινθο έχει βρεθεί και λατρευτικό  αγγείο (ρυτό) σε σχήμα χοίρου .

Σε διπλανό δωμάτιο οι λίθινες θήκες που αποκαλύφθηκαν, θα περιείχαν πολύτιμα αντικείμενα, τα οποία ασφαλώς πήραν μαζί τους οι ένοικοι αφήνοντας πίσω τους ελάχιστα λείψανα, όπως έναν μικρό χάλκινο σκαραβαίο, τοπική  μίμηση  των αιγυπτιακών, μία σφραγίδα, και πολλά θαλάσσια όστρεα, μη βρώσιμα, που δείχνουν ότι στην περιοχή λατρευόταν θαλάσσια θεότητα, όπως γνωρίζουμε και από την Κνωσό. Πλήθος αγγείων βρέθηκε σε αποθέτη του ίδιου δωματίου.

Κατά την φετινή ανασκαφική έρευνα αποκαλύφθηκαν επίσης χάλκινα αντικείμενα ( εγχειρίδια, λίθινα αγγεία, σφραγίδες, οστέινο πλακίδιο πού ομοιάζει με αυτά πού κοσμούν το περίφημο ζατρίκιο  της Κνωσού, τμήματα μεγάλων πίθων και πήλινων αγγείων, κεραμεικοί τροχοί, καθώς και λείψανα κυψελών. Τα τελευταία δείχνουν την ενασχόληση των κατοίκων με την μελισσοκομία, επιπλέον της εκμετάλλευσης της πλούσιας πανίδας και χλωρίδας του Ψηλορείτη. Αποδεικνύεται έτσι το εύρος και ο χαρακτήρας των δραστηριοτήτων των ενοίκων του ανακτόρου, που ήταν βεβαίως οικονομικός, πολιτικός και θρησκευτικός. Η σύνδεσή του αφ΄ενός με την Κνωσό –η πρώτη εγκατάσταση στην Ζώμινθο στα 1900 π.Χ. σχεδόν ταυτίζεται χρονολογικά με αυτήν της Κνωσού- και αφ΄ετέρου με το Ιδαίον Άντρο, το σπουδαιότερο και ίσως παλαιότερο ιερό της Κρήτης, δείχνει την μεγάλη σημασία του. Γι’ αυτό και οι κατακτητές του νησιού, οι Μυκηναίοι κατ΄αρχάς και οι Ρωμαίοι αργότερα, θέλησαν να το εκμεταλλευτούν.

Πάμπολλα τμήματα ορείας κρυστάλλου, που προέρχονται από το εργαστήριο του συγκροτήματος εντοπίσθηκαν σε όλους τους χώρους του.

Κάποια από αυτά είναι επεξεργασμένα, αφού θα αποτελούσαν ενθέματα σε ξύλινα σκεύη.

Φέτος συνεχίσθηκαν και οι εργασίες στον χώρο του μεταλλουργικού κλιβάνου αποκαλύπτοντας νέες κατασκευές. Σε διάφορους χώρους τού κτηρίου βρέθηκαν σιδηρούχα πετρώματα  τα οποία εξετάσθηκαν από ειδικούς του Ιδρύματος Τεχνολογίας Έρευνας.

Το ανάκτορο της Ζωμίνθου εντοπίσθηκε και ανασκάφηκε από τον αείμνηστο Γιάννη Σακελλαράκη στην δεκαετία του’ 80. Η τελευταία περίοδος των συστηματικών ανασκαφών άρχισε το 2004 και συνεχίζεται.

(Φ. 218)

Ο άρχοντας του Ορχομενού

Χωρίς τίτλο

Με την ματιά του να αγναντεύει τον κάμπο της Κωπαίδας, τα χωράφια τα οποία θα απέκτησε με την αποστράγγισή της που ίσως εκείνος πραγματοποίησε, θάφτηκε ο άρχοντας του Ορχομενού, του οποίου ο τάφος ήρθε στο φως φέτος το καλοκαίρι.

Στο ταξίδι του στον κόσμο των νεκρών, τον άνδρα ακολούθησαν αντικείμενα αγαπημένα, χαρακτηριστικά της ιδιότητας και δηλωτικά της ταυτότητάς του, ώστε να τον γνωρίσει ο Χάρος και να τον κατατάξει στους ομοίους του, και να τάχει παρηγοριά στα ανήλιαγα παλάτια του Κάτω Κόσμου. Ο άρχοντας είχε πλάι του πήλινα αγγεία επικασσιτερωμένα, δοχεία για αρωματικά έλαια, ένα ζευγάρι στομίδων από τα χαλινάρια του αλόγου του, εξαρτήματα τόξου, βέλη, περόνες, κοσμήματα και χτένια, δικά του ή της αγαπημένης που φρόντισε την ταφή του, έναν σφραγιδόλιθο κι ένα σφραγιστικό δαχτυλίδι, να μαρτυρά την εξουσία του στους θνητούς.

Ήταν σημαντικός εκείνος ο άρχοντας. Γι’ αυτό κι ο τάφος του είναι ένας από τους μεγαλύτερους μυκηναϊκούς λαξευτούς τάφους που έχουν βρεθεί ποτέ στην Ελλάδα, ο 9ος σε μέγεθος θαλαμοειδής τάφος από τους περίπου 4.000 που έχουν ανασκαφεί τα τελευταία 150 χρόνια, όπως αναφέρει η ανακοίνωση του Υπουργείου Πολιτισμού. Για τους αρχαιολόγους είναι ιδιαίτερα σημαντικός γιατί έδωσε ένα από τα καλύτερα τεκμηριωμένα ταφικά σύνολα της ανακτορικής περιόδου στην ηπειρωτική Ελλάδα, τα οποία αφορούν μία και μόνη ταφή, αφού ο τάφος δεν χρησιμοποιήθηκε για κανέναν άλλο νεκρό, πριν ή μετά από αυτόν.

Ο τάφος αποκαλύφθηκε σε κτήμα ιδιώτη, στο Προσήλιο του Δήμου Λεβαδέων, κατά την διάρκεια του πρώτου έτους του πενταετούς προγράμματος συνεργασίας ανάμεσα στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, την Εφορεία Αρχαιοτήτων Βοιωτίας, την Βρετανική Σχολή Αθηνών και το Πανεπιστήμιο του Cambridge.

«Η κατασκευή είναι μνημειώδης και μαρτυρεί την ιδιαίτερη φροντίδα που καταβλήθηκε για τη δημιουργία της. Στον νεκρικό θάλαμο οδηγεί λαξευτός δρόμος, μήκους 20 μ., ο οποίος απολήγει σε εντυπωσιακή αίθουσα επιφάνειας 42 τ.μ. Τις τέσσερις πλευρές της αίθουσας περιτρέχει λαξευτό θρανίο (πεζούλι) καλυμμένο με πηλοκονίαμα. Το αρχικό ύψος της οροφής, η οποία είχε σχήμα δίρριχτης στέγης, υπολογίζεται στα 3.5 μ. Ωστόσο, η αρχική στέγη άρχισε να καταρρέει ήδη από την αρχαιότητα, ίσως μάλιστα ακόμη και στη μυκηναϊκή εποχή, δίνοντας στο εσωτερικό του θαλάμου σπηλαιώδη όψη, συνολικού ύψους 6.5 μ.» αναφέρεται.

Η κατασκευή του τάφου υπολογίζεται ότι έλαβε χώρα περί τα μέσα του 14ου αι. π.Χ. Το ανακτορικό κέντρο του μυκηναϊκού Ορχομενού, ο οποίος απέχει περίπου 3,5 χλμ. ήταν το σημαντικότερο κέντρο της βόρειας Βοιωτίας τον 14ο – 13ο αι. π.Χ. Τα μνημειώδη αποστραγγιστικά έργα της Κωπαϊδας κατασκευάστηκαν και λειτουργούσαν υπό την επίβλεψή του την εποχή της ακμής του.

Ο νεκρός του Προσηλίου θα ανήκε λοιπόν στην ανώτερη κοινωνική βαθμίδα της τοπικής εξουσίας των μυκηναϊκών χρόνων, και η θέση του υπαγόρευσε την κατασκευή ενός ανάλογου ταφικού μνημείου. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύγκριση της ταφής με εκείνη του «πρίγκιπα» της Πύλου η οποία ήρθε στο φως το 2015. Παρότι η ταφή της Πύλου, τοποθετείται στην Εποχή του Χαλκού, και προηγείται κατά έναν περίπου αιώνα, τα αναθήματα και ιδιαιτέρως τα ανδρικά κοσμήματα είναι χαρακτηριστικά της  υψηλής κοινωνικής θέσης του νεκρού και στις δύο περιπτώσεις.

(Φ. 217)

Έργα του Ιπποκράτη στην Ι.Μ. της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά

KAThaRINENkloster-pergamini.jpg

Ήταν ήδη ένα σημαντικό χειρόγραφο που έμελλε να αφήσει να διαβαστεί μεγαλοφώνως η συνέχεια της Ιστορίας του κόσμου που είναι η Ιστορία του Ελληνισμού. Αρχαία Ελλάδα, Χριστιανισμός και Αραβικός κόσμος, σε ένα χειρόγραφο, με γέφυρα την ελληνική σκέψη, γλώσσα και πολιτισμό.

Η περγαμηνή η οποία βρέθηκε στην παλαιότερη σε συνεχή λειτουργία βιβλιοθήκη του κόσμου, στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στην έρημο του Σινά, καλά διατηρημένη για περισσότερα από 1.200 χρόνια, χάρις στο σταθερά ξηρό κλίμα, άφηνε σε πρώτη ανάγνωση να φανερωθεί το πρώτο γνωστό αντίγραφο των Ευαγγελίων στα αραβικά. Παρατηρώντας όμως την περγαμηνή πιο προσεκτικά, σε διακρίνεται το σβησμένο σχέδιο ενός φυτού και «φαντάσματα ελληνικών λέξεων», όπως αναφέρουν οι Τάιμς του Λονδίνου.

Χρησιμοποιώντας  την τεχνολογία της πολυφασματικής απεικόνισης οι ερευνητές  διαπίστωσαν ότι το λουλούδι προέρχεται από απεικόνιση φαρμακευτικών βοτάνων.

Κατά τον Μεσαίωνα οι περγαμηνές από δέρμα ζώων, ήταν πολύτιμες γι’ αυτό και συνήθιζαν να τις ξαναχρησιμοποιούν, σβήνοντας παλαιότερα κείμενα και γράφοντας νέα πάνω από τα προηγούμενα. Αυτά ήταν τα λεγόμενα παλίμψηστα.

«Ο προϊστάμενος των τεχνικών ήρθε και μου είπε, “υπάρχουν λουλούδια από κάτω”. Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι κάποιος έβαλε λουλούδια σε αυτό κατά τον Μεσαίωνα», δήλωσε ο ερευνητής Μάικλ Φελπς ο οποίος μαζί με τους συναδέλφους του βγάζουν δεκάδες πολυφασματικές φωτογραφίες και χρησιμοποιώντας εν συνεχεία αλγορίθμους, αφαιρούν το πρόσφατο κείμενο και διακρίνουν αυτό που υπήρχε προηγουμένως. Πίσω από το Ευαγγέλιο βρήκαν μια μικρή ιατρική βιβλιοθήκη οι οποίες παρουσίαζαν τα παλαιότερα παραδείγματα γνωστών έργων του Ιπποκράτη, αλλά και άλλα εντελώς άγνωστα. Όσο για το λουλούδι, αυτό αποδείχτηκε ότι αποτελεί εικονογράφηση μιας συνταγής για την θεραπεία από τσιμπήματα σκορπιού.

Η ανακάλυψη ανακοινώθηκε στα κεντρικά γραφεία του Υπουργείου Αρχαιοτήτων στο Κάιρο, μαζί με άλλα ευρήματα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και χειρόγραφα από σχεδόν χαμένες γλώσσες. «Η εποχή της ανακάλυψης δεν έχει τελειώσει», δήλωσε ο Φελπς, «Τον 20ο αιώνα ανακαλύφθηκαν χειρόγραφα σε σπηλιές. Τον 21ο αιώνα, θα εφαρμόσουμε σε αυτά νέες τεχνικές. Θα ανακτήσουμε χαμένες φωνές από την ιστορία μας».

Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμιανός του Σινά δήλωσε: «Η ανάκτηση αυτών των αρχαίων ιατρικών κειμένων υπογραμμίζει το γεγονός ότι η βιβλιοθήκη της Ιερής Μονής μπορεί να μας διδάσκει όχι μόνο την ιστορία του Χριστιανισμού στην Μέση Ανατολή αλλά και την ιστορία της επιστήμης».

Και της Ελληνικής σοφίας, προσθέτουμε εμείς.

(Φ. 215)

 

Θησαυροί του Αρχαίου Ελληνικού κόσμου

Αποτέλεσμα εικόνας για θησαυρος αθηναιων δελφοι

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΣΤΟΝ ΘΕΟ

Αναθήματα

Οπως και εμείς, έτσι και οι πρόγονοί μας, με τα αναθήματα ευχαριστούσαν τους θεούς για την εκπλήρωση μιας ευχής  τους. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα ανατίθημι που σημαίνει αφιερώνω, προσφέρω. Τέτοια αφιερώματα είναι οι αναθηματικές στήλες οι οποίες ανεγείρονταν εις ανάμνηση σπουδαίων γεγονότων, κυρίως από τον δήμο, δηλαδή την πόλη, ή αφιερώματα από πολίτες για προσωπικό τους ζήτημα αλλά και την νίκη σε κάποιο άθλημα των Ολυμπιακών αγώνων, ή ως ευχαριστήριο για την ευτυχή έκβαση κάποιας προσωπικής τους υποθέσεως.

Το είδος, το υλικό και το μέγεθος της προσφοράς  ποίκιλε ανάλογα με την χρονική περίοδο, το είδος του τάματος, αλλά και με την κοινωνική τάξη και την οικονομική κατάσταση του πιστού.

Η προσφορά μπορούσε να είναι οι πρώτοι καρποί της σοδειάς, όπως επί παραδείγματι συμβαίνει με τα σύκα και τα σταφύλια τα οποία ευλογούνται στις 6 Αυγούστου, εορτή του Σωτήρος.

Στην εποχή μας, τα αναθήματα λέγονται τάματα, από το ρήμα τάσσω. Τα βλέπουμε μπροστά από τις εικόνες στην εκκλησία, αλλά μπορεί να είναι και οι ίδιες οι εικόνες, κεντήματα και ιερά σκεύη.

Το τάμα μπορεί ακόμη να πάρει την μορφή της σωματικής δοκιμασίας του πιστού προκειμένου να εξευμενίσει τον θεό ώστε να τείνει ευήκοον ους προς τον πιστό και το αίτημά του, είτε για να ευχαριστήσει για την εκπλήρωση του πολυπόθητου αιτήματος, όπως η αποκατάσταση της υγείας και η απόκτηση ενός παιδιού.

Στην Αθήνα

Η Ακρόπολη των Αθηνών αποτέλεσε έναν αγαπητό τόπο απόθεσης αναθημάτων, και για εμάς μια σημαντική πηγή αναθημάτων ως αρχαιολογικών ευρημάτων. Τα αναθήματα τα οποία βρέθηκαν εκεί, ήσαν κυρίως αγάλματα είτε της ίδιας της πολιούχου θεάς Αθηνάς, είτε γυναικών προς την θεά. Αυτά αποτελούν ένδειξη ευσέβειας των Αθηναίων, αλλά και οικονομικής ευημερίας των πολιτών και αισθητικής και καλλιτεχνικής ακμής της πόλεως.

Αφιερώματα στο ιερό της Αθηνάς ήταν οι περίφημες Κόρες,  τα μαρμάρινα αγάλματα νεαρών γυναικών, λαξευμένα σε αυστηρή όρθια στάση. Από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. φορούν λεπτό, λινό χιτώνα και ιμάτιο που τονίζει την θηλυκότητά τους. Στα χέρια τους κρατούν το αντικείμενο της προσφοράς, ένα στεφάνι, καρπό, άνθος, κλπ., και με το άλλο ανασηκώνουν τον πολύπτυχο χιτώνα τους όπως θα έκαναν στην πραγματική ζωή, ώστε να διευκολυνθούν στον βηματισμό τους.

Πάνω από διακόσιες Κόρες έχουν βρεθεί, υπάρχουν όμως και Κούροι, ιππείς και γραφείς.

Στους Δελφούς

Χτισμένος από παριανό μάρμαρο, σε αρχαϊκό ρυθμό, ο Θησαυρός των Αθηναίων ήταν αφιερωμένος από τους Αθηναίους σε ανάμνηση της νίκης τους κατά των Περσών και στέγαζε τα αναθήματα των Αθηναίων στον θεό Απόλλωνα. στις μετόπες της προσόψεως απεικονίζονταν σκηνές από την Αμαζονομαχία. Στις εννέα μετόπες της Νότιας πλευράς παρουσιάζονταν τα κατορθώματα του Αθηναίου ήρωος Θησέα, και στις μετόπες της βόρειας πλευράς, οι άθλοι του Ηρακλέους.

Στην χαραγμένη η επιγραφή διαβάζουμε: ΑΘΕΝΑΙΟΙ Τ[Ο]Ι ΑΠΟΛΛΟΝ[Ι ΑΠΟ ΜΕΔ]ΟΝ ΑΚ[ΡΟΘ]ΙΝΙΑ ΤΕΣ ΜΑΡΑΘ[Ο]ΝΙ Μ[ΑΧΕ]Σ.

Στους τοίχους του κτηρίου είχαν χαραχθεί ψηφίσματα, κείμενα σχετικά με τις επίσημες πομπές των Αθηναίων στους Δελφούς καθώς και δύο ύμνοι στον Απόλλωνα.

Βρίσκεται επί της Ιεράς Οδού η οποία οδηγούσε στον ναό του θεού στο μαντείο των Δελφών. Χρονολογείται μεταξύ 510 και 480 π.Χ.

(Φ. 214)

 

Ταξίδι στις Προϊστορικές Κυκλάδες

K

 

Ανάμεσα ηπειρωτικής Ελλάδας και Μικράς Ασίας, βρίσκονται οι Κυκλάδες. Εκεί αναπτύχθηκε κατά την Εποχή του Χαλκού, ο Κυκλαδικός Πολιτισμός, όπως τον κωδικοποίησε και τον ονόμασε ο αείμνηστος Χρήστος Τούντας (1857-1934), ο Έλληνας κλασικός αρχαιολόγος ο οποίος συνεργάστηκε με τον Ερρίκο Σλήμαν και ολοκλήρωσε τις έρευνες στην αρχαιολογική θέση των Μυκηνών. Είναι αυτός που αναγνώρισε τις περισσότερες θέσεις της πρώιμης ελλαδικής εποχής του Χαλκού στις Κυκλάδες.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε εάν οι Κυκλαδίτες της 3ης χιλιετίας π.Χ. όταν αναπτύχθηκε ο αποκαλούμενος Κυκλαδικός Πολιτισμός, χρησιμοποιούσαν αυτήν την ονομασία για τα νησιά τους. Γνωρίζουμε όμως ότι έτσι αποκαλούνται από τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη. Σύμφωνα με τον Στράβωνα, την ονομασία αυτή έλαβαν η Κέα, η Κύθνος, η Σέριφος, η Μήλος, η Σίφνος, η Κίμωλος, η Πάρος, η Νάξος, η Σύρος, η Μύκονος, η Τήνος και η Άνδρος, επειδή σχημάτιζαν κύκλο γύρω από το ιερό νησί της Δήλου.

Τα σημερινά νησιά ήσαν κάποτε οι κορυφές των βουνών της Αιγηΐδος, της ηπείρου η οποία θεωρείται κοιτίδα των Ελλήνων και του πολιτισμού, και η οποία καταποντίστηκε πριν από 5 εκατομμύρια χρόνια. Ο πολιτισμός της εποχής αναπτύχθηκε σε ολόκληρη την έκταση, το μήκος και πλάτος του Αιγαίου, και  ονομάζεται συνολικά Αιγαιακός. Ανάλογα με την περιοχή όπου αναπτύχθηκε, ονομάζεται Κυκλαδικός, Κρητικός ή Μινωικός, και Μυκηναϊκός.

Οι Κυκλάδες κατοικήθηκαν, σύμφωνα με τα όσα μέχρι τώρα γνωρίζουμε, από τα τέλη της πέμπτης χιλιετίας π.Χ.

Το απόκρημνο γεωγραφικό ανάγλυφο, ο θαλάσσιος περιορισμός και ταυτόχρονα η επιθυμία για άνοιγμα στο άγνωστο, στην εξερεύνηση και την επικοινωνία, αποτέλεσαν εφαλτήρια για την δημιουργία ενός ανθρωποκεντρικού πολιτισμού, όπου η ανθρώπινη μορφή κυριαρχεί, μιλώντας εύγλωττα για την κοινωνική ιεραρχία, τις ασχολίες, και τις δοξασίες των Κυκλαδιτών της Προϊστορικής εποχής.

Οι οικισμοί είναι χτισμένοι σε θέσεις οι οποίες ευνοούσαν την δυνατότητα θαλάσσιας επικοινωνίας και παρείχαν ασφαλή αγκυροβόλια, και αφ’ ετέρου εξασφάλιζαν προστασία από θεομηνίες και εχθρικές επιθέσεις. Επιλέγονταν γι’ αυτό ακρωτήρια, χαμηλοί λόφοι, πλαγιές ή φύσει οχυρές θέσεις κοντά στην θάλασσα.

Για πρακτικούς λόγους μελέτης, και σύμφωνα με τις αλλαγές στην δραστηριότητα των κατοίκων και τα αρχαιολογικά ευρήματα, ο πολιτισμός που αναπτύχθηκε στην γεωγραφική αυτή περιοχή, διακρίνεται στην Πρωτοκυκλαδική περίοδο (3200 – 2000 π.Χ.), την Μεσοκυκλαδική περίοδο (2000 – 1600 π.Χ.) και την Υστεροκυκλαδική περίοδο (1600 – 1100 π.Χ.).

Κατά την Πρωτοκυκλαδική περίοδο, επισημαίνεται η ανάπτυξη της μεταλλουργίας και της ναυσιπλοΐας. Χάλκινα εργαλεία και όπλα, κωπήλατα πλοία αποτυπωμένα σε πήλινα τηγανόσχημα σκεύη ή μολύβδινα ομοιώματα, μαρτυρούν την ακμή των Κυκλάδων, που βρίσκονται στο κέντρο των θαλάσσιων δρόμων επικοινωνίας του Αιγαίου. Οψιδιανός, ιδανικός για την κατασκευή βελών, και μάρμαρο, μοναδικές πρώτες ύλες των Κυκλάδων, συνιστούν την βάση για τον πλούτο των νησιών. Αυτήν την εποχή κατασκευάζονται τα πρώτα μαρμάρινα αγγεία και τα βιολόσχημα ειδώλια, τα παγκοσμίως γνωστά ειδώλια με τα διπλωμένα χέρια, σήμα κατατεθέν της κυκλαδικής τέχνης.

Κατά την Μεσοκυκλαδική φάση, δημιουργούνται σημαντικά λιμάνια. Η Φυλακωπή στην Μήλο, η Αγία Ειρήνη στην Κέα, και το Ακρωτήρι στην Θήρα. Η άφθονη εισαγμένη μινωική και μυκηναϊκή κεραμεική που βρέθηκε στα παραπάνω κέντρα, μαρτυρεί έντονες επαφές και ανταλλαγές προϊόντων με την Κρήτη και την Ηπειρωτική Ελλάδα. Η τέχνη σε μάρμαρο σταδιακά εγκαταλείπεται και την θέση της παίρνει ο πηλός με πλούσια εικονογράφηση ζώων, πουλιών και ανθρώπων.

Κατά την Υστεροκυκλαδική εποχή, τα νησιά γνωρίζουν νέα ακμή και οργανώνονται διοικητικά. Αποκτούν ισχυρά τείχη, ρυμοτομημένη δόμηση,  δημόσια κτίρια και ναούς αλλά και σύστημα καταγραφής. Εδώ εντοπίζεται η απαρχή της γραφής «Γραμμική Α΄». Η επιρροή των Κρητικών κέντρων γίνεται εμφανέστερη, και εις ό,τι αφορά την τέχνη, στις τοιχογραφίες στο Ακρωτήρι της Θήρας και την Φυλακωπή της Μήλου, όπου αποτυπώνονται μοναδικά σκηνές από την φύση και την ζωή στον αιγαιακό χώρο των προϊστορικών χρόνων. Την επιρροή της Κρήτης, ακολουθεί μεταξύ 1400 – 1100 π.Χ. η Μυκηναϊκή κυριαρχία.

 

Eκθεση με τίτλο «Ταξίδι στον Κυκλαδικό Πολιτισμό» διοργανώνει το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης σε συνεργασία με τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών.

Η έκθεση θα διαρκέσει από τις 27 Ιουλίου μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου, και θα φιλοξενηθεί στον χώρο «Τέχνη & Πολιτισμός» στο επίπεδο Αφίξεων του Αεροδρομίου.

Αποτελεί μια συνοπτική παρουσίαση της μεγάλης έκθεσης «Κυκλαδική Κοινωνία, 5.000 χρόνια πριν» που διοργάνωσε το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, για την συμπλήρωση 30 χρόνων λειτουργίας του.

 

3

 

Τα Κυκλαδικά ειδώλια

 

Το ύψος των Κυκλαδικών ειδωλίων είναι 25 έως 30 εκατοστά, υπάρχουν όμως και ειδώλια με ύψος έως και 153 εκατοστά. Είναι κατασκευασμένα από λευκό μάρμαρο, υλικό που υπήρχε σε αφθονία στα νησιά των Κυκλάδων. Το λάξευαν με λίθινα κυρίως εργαλεία, αλλά και δευτερευόντως από χαλκό, και λείαιναν την επιφάνειά του με ελαφρόπετρα. Αν και σήμερα είναι κυρίως λευκά, όπως έχει διαπιστωθεί και για αγάλματα και κτίρια των κλασικών χρόνων, χρησιμοποιήθηκαν για την διακόσμησή τους ορυκτά χρώματα, για να τονίσουν τα μάτια και το στόμα.

Συνήθως αναπαριστούν γυναίκες, όρθιες με τα χέρια στήθος, μακρύ λαιμό, πέλματα λοξά με χαραγμένες λεπτομέρειες, οι οποίες παραπέμπουν όχι σε ένδυση, αφού αναπαριστώνται γυμνές, αλλά στο γονιμικό στάδιο της ζωής, την μητρότητα και την λοχεία. Κατασκευάζονται όμως και ειδώλια με ανδρικές μορφές,  μουσικοί, κυνηγοί ή πολεμιστές. Ο συνδυασμός των αναπαραστάσεων των δύο φύλλων, μας φανερώνει τις προτεραιότητες και την διαστρωμάτωση της Κυκλαδικής κοινωνίας.

Κυκλαδικά ειδώλια μπορούμε να δούμε στο μουσείο Κυκλαδικής τέχνης και στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα, και σε κατά τόπους συλλογές.

(Δημοσιεύθηκε στο φ.213 της Εθνικής Εφημερίδος ΕΜΠΡΟΣ)

 

 

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑