Αναζήτηση

Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ

Εβδομαδιαία εθνική εφημερίδα

Κατηγορία

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΣΤΟΜΑΘΕΙΑ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΣΤΟΜΑΘΕΙΑ

Χωρίς τίτλο.jpg

Ανδρών επιφανών γαρ, πάσα γη τάφος

                                                 (Θουκυδίδης, Επιτάφιος 43)

Τάφος: εκ του θήπω = εκπλήττομαι (Αόριστος β’ έθαπον – τάφος (Ε.Μ.), τέθηπα σημαίνει θαυμάζω, τάφος ή ταφός = έκπληξις. Ο Όμηρος χρησιμοποιεί τον όρο τάφος = θαυμασμός, έκπληξις:  «Τάφος έλεν πάντας ιδόντας» (θαυμασμός συνήρπασε όλους τους ιδόντας).

«Τάφος οι ήτορ ίκανεν»

(θαυμασμός άδραξε την καρδιά της).

Άρα τάφος = μνημείον θαυμαζόμενον, το οποίον προκαλεί θάμβος – θάβος, τάφος!

Ο Τάφος του Μαυσώλου, το περίφημον Μαυσωλείον της Αλικαρνασσού, υπήρξε ένα από τα επτά θαύματα του Αρχαίου κόσμου. Κατά συνεκδοχήν και σήμερον, Μαυσωλείον = τάφος.

ηρώον: ιερός τόπος, μετά μνημείου, αφιερωμένος εις ήρωα. (Ενώ τρόπαιον είναι το επί τη τροπή των πολεμίων ανεγειρόμενον μνημείον).

μνημείον: εκ του μιμνήσκω, το ανεγειρόμενον μνήμα προς τιμήν και αιωνίαν μνήμην.

σήμα: κυριολεκτικώς σημείον. Το σημείον διά του οποίου αναγνωρίζεται ο τόπος ταφής.

«Δημόσιον Σήμα»: το επισημότερον νεκροταφείον των Αθηνών, «ο εστίν επί του καλλίστου προαστίου της πόλεως και αεί εν αυτώ θάπτουσι τους εκ των πολέμων, πλην τους εν Μαραθώνι, εκείνων δε, διαπρεπή την αρετήν κρίναντες, αυτού και τον τάφον εποίησαν».

(Θουκυδίδης, Επιτάφιος 34)

Τύμβος: το χώμα το σχηματίζον λόφον επί του τόπου της ταφής («Ο τύμβος των Μαραθωνομάχων»). Η ρίζα «τυ» σχετ. με τύλος = σκληρόν εξόγκωμα, κάλος!), άρα τυ+βω (βαίνω) = τύμβος.

θήκη: τάφος, εκ του ρήματος τίθημι (θέτω).

«Ω παίδες Ελλήνων ίτε,

ελευθερούτε Πατρίδα…

θήκας τε προγόνων»

(Αισχύλου Πέρσαι)

Κρύπτη: κρυψών και κατά συνεκδοχήν, τάφος. Εκ του καλύπτω – καρύπτω – κρύπτω.

κευθμών: εκ του κεύθω = καλύπτω.

«Αισχύλου Ευφορίωνος Αθηναίον,

τόδε μνήμα κεύθει…»

Εκ του επιτυμβίου επιγράμματος του τάφου του Αισχύλου.

Κάπετος: εκ του σκάπτω = σκάπετος – κάπετος.

«εις κοίλην κάπετον θέσαν».

Κολώνη: κυριολεκτικώς ύψωμα, λόφος. Σημαίνει και τάφος με την έννοια του υπερυψωμένου χώματος του τύμβου.

ηρίον: υπόγειος τάφος εκ του έρα = γη.

«κατά χθονός ηρία  τεύχον»

ολιγήριον = μικρός τάφος.

κύδαρ: τάφος, εκ του κύδος = δόξα.

λοίτη: τάφος, εκ του λοίσθιος = έσχατος, ύστατος, «υστάτη κατοικία». Ετυμολογικώς λοιπ- εκ του ρήματος λείπω. Μέχρι και σήμερον «πνέει τα λοίσθια» (Είναι στα τελευταία).

σηκός: 1. ιερός περίβολος, ιερόν ήρωος. 2. τάφος περίκλειστος.

«Ανδρών αγαθών σηκός».

σούα: τάφος. Αρχαιοτάτη Πελασγινή λέξις. «Μίνδαρος απεσσούα», ο Μίνδαρος απέθανε (απο-σεύω = απέρχομαι βιαστικά).

ο τάφος λέγεται και ακίνητος.

«μηδέ επ’ ακινήτοισι καθίζειν»

(Ησίοδος, Έργα και ημέραι)

Εθεωρείτο ότι φέρνει κακό το να καθίσης επί τάφου.

κενοτάφον: τάφος κενός, μη περιέχων νεκρόν.

Πολυάνδριον: τάφος πολλών ανδρών.

κοιμητήριον: 1. Κοιτών. 2. Νεκροταφείον (Εκ του κοιμώμαι, το οποίον εκ του κείμαι. («Ενθάδε κείται»)!

ξενοτάφιον: «ξένους έθαπτον εν τω ξενοταφίω».

κοινοτάφιον: κοινός, δημόσιος τάφος.

«Τελευτήσαι καλώς μάλλον ηβουλήθησαν

ή ζώντες την Ελλάδα ιδείν ατυχούσαν…».

(Δημοσθένης, Επιτάφιος 1-2)

«Τεθνάμεναι γαρ καλόν

εν προμάχοις πεσόντα

άνδρα αγαθόν,

περί η Πατρίδι μαρνάμενον».

(Τυρταίος)

 

«Το κάλλιστον κλέος,

υπέρ Πάτρας έθνησκον»

(Ευριπίδης, Τρωάδες 389)

Θνήσκε υπέρ Πατρίδος

(Περίανδρος ο Κορίνθιος)

Την γενναιότητα την οποίαν επέδειξεν ο μέγιστος τραγικός ποιητής της Αρχαίας Ελλάδος κατά την εν Μαραθώνι μάχη, μαρτυρεί το επιτύμβιον επίγραμμα, το οποίον ο ίδιος(!) συνέταξε, όταν προησθάνθη τον θάνατόν του το 456 π.Χ. εις Γέλαν Σικελίας.

«Αισχύλου Ευφορίωνος

Αθηναίων τόδε κεύθει

μνήμαν καταφθίμενον πυροφόροι

Γέλας αλκήν δ’ ευδόκιμον

Μαραθώνιον άλσος αν είποι

και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος».

(Τον Αισχύλο του Ευφορίωνος, που απέθανε εδώ κάτω το μνήμα αυτό της καρπερής της Γέλας τον σφαλά. Ο Μαραθώνας θα σου πη διά την παλληκαριά του κι’ ο Πέρσης ο μακρόμαλλος, που ξέρει την καλά).

Επίγραμμα του Σιμωνίδου χαραχθέν επί μνημείου εις Θερμοπύλας έχει ούτω:

«Μυριάσιν ποτέ τήδε

τριακοσίαις εμάχοντο

Πελοποννάσου χιλιάδες τέτορες»

(Εδώ κάποτε εναντίον τριών εκατομμυρίων εμάχοντο τέσσαρες χιλιάδες Πελοποννήσιοι).

Οι τριακόσιοι Σπαρτιάται υπό τον γενναίο Βασιλέα Λεωνίδα εύρον ένδοξον θάνατον επί του λόφου «Κολωνού» εις Θερμοπύλας.

«Ω ξειν’ αγγέλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε

κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι».

Επί μνημείου του εξ Ακαρνανίας μάντεως Μεγιστία, συμμετασχόντος εις την αυτοθυσίαν των ηρώων των Θερμοπυλών, εχαράχθη υπό του Σιμωνίδου επίγραμμα υμνητικόν του θάρρους του:

«Μνήμα τόδε κλειτοίο Μεγιστία, ον ποτε Μήδοι -Σπερχειόν ποταμόν κείναν αμειψάμενοι- Μάντιος ος τότε Κήρας επερχομένας σάφα ειδώς – ουκ έτλη Σπάρτης ηγεμόνας προλιπείν».

(Το μνημείο τούτο είναι του ξακουστού Μεγιστία, που κάποτε οι Πέρσαι όταν διέβησαν τον Σπερχειόν ποταμόν εφόνευσαν. Του μάντεως ο οποίος αν και εγνώριζε καλά τον θάνατον που τον ανέμενε όμως ηρνήθη να εγκαταλείψη τον βασιλέα της Σπάρτης).

Η στήλη του Δεξίλεω

Το καλλιμάρμαρον τούτο μνημείον ετοποθέτησαν εις Κεραμεικόν (όπου οι σημερινοί Γραικύλοι ανεγείρουν μουσουλμανικόν τέμενος!!!) οι Αθηναίοι διά να τιμήσουν την μνήμην του εκ Θορικού (χωρίου της Αττικής) 20ετούς νεανίου Δεξίλεω της τάξεως των ιππέων, θανόντος μετά των τεσσάρων αυτού συντρόφων κατά την εν Κορίνθω μάχην το 394 π.Χ. Παριστάνεται κατά την στιγμήν της εφορμήσεώς του κατά την οποίαν κατακοντίζει από του ίππου του καταπεσόντα αντίπαλον, και προ της μοιραίας ώρας κατά την οποίαν πίπτων εις τον αγώνα θα αναδειχθή άξιος της ευγνωμοσύνης των Αθηνών. Επί της σωζομένης αναγλύφου επιτυμβίου στήλης του Δεξίλεω έχει χαραχθεί το ακόλουθον επίγραμμα:

«Δεξίλεως Λυσανίου Θορίκιος

Εγένετο επί Τεισάνδρου άρχοντος

Απέθανεν επ’ Ευβουλίδου

εν Κορίνθω των πέντε ιππέων».

(Δεξίλεως ο υιός του Λυσανίου εκ του χωρίου Θορικού. Εγένετο το μνημείον επί των χρόνων του άρχοντος Τεισάνδρου. Απέθανεν επί των χρόνων του άρχοντος Ευβουλίδου εις Κόρινθον, εις εκ των πέντε πεσόντων ιππέων).

Η εικών του αντεγράφη και εχρησιμοποιήθη διά τον Ρωμαίον χιλίαρχον -μετέπειτα Άγιον Γεώργιον- φονεύοντα δράκον.

Τέλος,

«Ελλήνων προμαχούντες

Αθηναίοι Μαραθώνι

χρυσοφόρων Μήδων

εστόρεσαν δύναμιν».

(Οι Αθηναίοι επικεφαλής των Ελλήνων συνέτριψαν εις τον Μαραθώνα τους χρυσοστολισμένους Πέρσες).

Σήμερον, είμεθα αποφασισμένοι να αντιμετωπίσουμε τα εξ Ασίας και Αφρικής στίφη των λαθροεισβολέων;

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΣΚΟΛΟΣ

(Φ. 195) 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΣΤΟΜΑΘΕΙΑ – Ου καταισχυνώ όπλα τα ιερά

Χωρίς τίτλο.jpg

Συνέχεια από το προηγούμενο φύλλο

Περικεφαλαία: η την κεφαλήν περιβάλλουσα «Άλλοι δε τας περικεφαλαίας κυρβασίας φασί» (Ετυμολογικόν Μέγα).

Κράνος: εκ του κρας, κρατός – κάρα, κεφαλή.

Κόρυς: περικεφαλαία, η επί της «κορυφής» της κεφαλής φερομένη. Συνήθως χάλκινη (Τρίκορυς, με 3 λοφία). Εις τον Νομόν Αρκαδίας ακριβώς παραπλεύρως του χωρίου Στενό υπάρχει λόφος του οποίου η κορυφή ομοιάζει προς περικεφαλαία, εξ ης και η ονομασία («Δήμος Κορυθίου»)!

Κυνέη: η εκ δέρματος κυνός κατεσκευασμένη περικεφαλαία. Συνήθως διακοσμημένη (χαλκήρης, χρυσείη, χαλκοπάρηος).

Άφαλος: περικεφαλαία χωρίς στολίδια, Φάλοι: οι λαμπροί ήλοι και τα ποικίλματα.

Τριλοφία: η έχουσα τρία λοφία, κυρίως των αξιωματικών.

πήληξ: εκ του πάλλω, λόγω του παλλομένου λοφίου της, εξ ου και το σημερινόν στρατιωτικόν πηλήκιον!

Αυλώπις: «περικεφαλαία προμήκης, έχουσα τας οπάς των οφθαλμών εις οξύ ληγούσας».

Αμφιβρότη: η καλύπτουσα πανταχόθεν τον βροτόν (θνητόν) άνδρα.

στεφάνη: το προεξέχον μέρος της περικεφαλαίας όπισθεν και έμπροσθεν.

θώραξ: «οίον ώραξ»,  δηλαδή φύλαξ της ζωής ή της θωρούσης καρδίας, σημειώνει ο Ωρίων. Κατ’ άλλους εκ του θρώσκω = ορμώ (ενδύεσαι τον θώρακα και ορμάς).

ζωστήρ: κοινώς ζώνη, εξ ου και η έκφρασις «ζώνομαι τα όπλα», μέχρι σήμερον.

«ζωστήρ παναίολος (ποικίλος) ω εζώννυτο» (Ιλιάς Κ 77). Ετυμολογείται εκ του ότι καλύπτει τα ζωτικά όργανα και την «ζωήν σώζει».

Οπλίτης επί πάσιν (εν πλήρει οπλισμώ)

Πανοπλία: Παν + όπλον, ο πλήρης οπλισμός του οπλίτου: Περικεφαλαία, θώραξ, κνημίδες, ασπίς, ξίφος, δόρυ.

Παντευχία: η πανοπλία: τεύχη = όπλα εκ του τεύχω = κατασκευάζω.

Πανσαγία: η πανοπλία, σχετικόν με σαγή, σάκος = ασπίς.

Έντεα: πολεμικά όπλα, σκεύη, πανοπλία. «Παρά το εντός περιλαμβάνειν το σώμα». Εκ του έντεα – εντύνω = ετοιμάζω, ευπρεπίζω, εξ ου και το σημερινόν ντύνω, ντύνομαι! εντεομήστωρ: ο έμπειρος περί τα όπλα, ο μήστωρ = ο μάστωρ – μάστορας! (εκ του μάω = μανθάνω).

Κάδμος: η πανοπλία, εκ του κέκαδμαι ή κέκασμαι = λάμπω, ο οπλισμός λάμπει στον ήλιο. Γι’ αυτό και η πανοπλία καλείται «οπλιστής κόσμος».

Ο Όμηρος με κάθε ευκαιρία, δεν παραλείπει να περιγράψη την διαδικασίαν ενδύσεως των όπλων (Ιλιάς Γ330).

«Κνημίδας μεν πρώτα περί κνήμησιν έθηκεν καλάς, αργυρέοισιν επισφυρίοις αραρνίας. Δεύτερον αυ θώρηκα περί στήθεσσιν έδυνεν οίο κασίγνητοι ο Λυκάονος, ήρμοσε δι’ αυτώ. Αμφί δ’ αρ’ ώμοισιν βάλετο ξίφος αργυρόηλον χάλκεον, αυτάρ έπειτα σάκος μέγα τε στιβαρόν τε. Κρατί δ’ έπ’ ιφθίμω κυνέην εύτυκτον έθηκεν ίππουριν, δεινόν δε λόφος καθυπέρθεν ένευεν. Είλετο δ’ άλκιμον έγχος, ο οι παλάμηφιν αρήρει».

(«Τα σκέλη πρώτα με λαμπρές κνημίδες περιζώνει με τις περόνες αργυρές καλά θηλυκωμένες, με θώρακα του αδελφού Λυκάονος ωραίον που στο κορμί του εταίριαζε, το στήθος περικλείει, ξίφον ασημοκόμπωτον εκρέμασε απ’ τους ώμους χάλκινον, κι έπειτα τρανήν βαρύτατην ασπίδα. Εις την ανδρείαν κεφαλήν καλόν έβαλε κράνος και με την χαίτην σείοντας φρικτός έπαν ο λόφος και αρμόδιο στην παλάμην του, δεινό κοντάρι πήρε»).

Το τόξον: δεν υπήρξε ποτέ κύριον, ουσιώδες πολεμικόν όπλον. Αρχικώς κατεσκευάσθη για τις ανάγκες του κυνηγίου. Γνώρισμα ανδρείας πάντοτε ήτο η εκ του συστάδην μάχη. Γενναίος εθεωρείτο ο αγχιμαχητής. Ο Οδυσσεύς αναχωρών για τον Τρωικό Πόλεμο, δεν παίρνει μαζί του το περίφημο τόξο του. Ο Όμηρος περιγράφων τις αρετές του Τεύκρου (αδελφού του Αίαντος) τον επαινεί μεν ως άριστον εις την τοξοσύνην, δεν παραλείπει όμως να τονίση αμέσως ότι ήταν ανδρείος εις την εκ του συστάδην μάχην, «αγαθός δε και εν σταδίη υσμίνη». Ο τοξότης εθεωρείτο δειλός: «ώλετο ανδρός αρετά» (χάθηκε η αρετή του ανδρός). Αρχίδαμος.

Ο δειλός Πάρις συνήθιζε να φονεύη τοξεύοντας εκ του μακρόθεν. (Άλλωστε με βέλος εσκότωσε τον Αχιλλέα). Ο ίδιος ο αδελφός του ο Έκτωρ, τον υβρίζει:

«τοξότα λωβητήρ» (Λ 385)!

Φοβερά ύβρις: «τοξότα, δηλαδή δειλέ!»

Οι Έλληνες κατά την Μάχη του Μαραθώνος αντικρύζουν έκπληκτοι τους απέναντι παρατεταγμένους Πέρσες τοξότες. Θέτοντες τας «ασπίδας επί κεφαλάς» επιτίθενται δρομέως εναντίον των βαρβάρων και όταν τους πλησιάζουν πετούν το ακόντιον και σύρουν το σπαθί. Μόνον μετά από αυτήν την εμπειρία οι Αθηναίοι συνεκρότησαν ένα σώμα 200 τοξοτών, οι οποίοι εβοήθησαν κατά την Μάχη των Πλαταιών.

τόξον: εκ του τεύχω – κατασκευάζω.

βέλος: εκ του βάλλω = ρίπτω.

ιός: βέλος, εκ του ίημι – ρίπτω.

κήλα: τα ξύλινα βέλη του θεού Απόλλωνος. Εκ του αλέα = θερμασία ηλίου, «καλέα», κάλον = το ξύλον, που μας θερμαίνει. Προφανώς τα βέλη (κάλα) του Απόλλωνος – ηλίου είναι οι ακτίνες του!

φαρέτρα: η φέρουσα τα βέλη θήκη, εκ του ρήματος φέρω.

σφενδόνη: εκ του σπεύδω. «Επισπεύδει την των λίθων άφεσιν».

Εν τέλει, τα όπλα δεν κατατίθενται, ούτε παραδίδονται. Παράδοσις των όπλων σημαίνει παραδοχή ήττης και αποτελεί αισχύνην και όνειδος διά τον μη πεσόντα («διά την τιμήν των όπλων») πολεμιστήν. Γι’ αυτό και ο όρκος των Αρχαίων οπλιτών άρχιζε με την υπόσχεσιν

«Ου καταισχυνώ όπλα τα ιερά».

Μέχρι σήμερα, σε περίπτωση ήττης, η πιο ταπεινωτική στιγμή είναι η παράδοσις των όπλων του ηττημένου εις τον νικητήν αντίπαλον.

Εθνικιστές!

Ου καταισχυνούμεν όπλα τα ιερά!

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΣΚΟΛΟΣ

(Φ. 194)

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΣΤΟΜΑΘΕΙΑ – Ου καταισχυνώ όπλα τα ιερά

Χωρίς τίτλο.jpg

Συνέχεια από το προηγούμενο

Αβαντία ασπίς: Εκ του Άβαντος, απογόνου του Δαναού. Οι δίδυμοι Ακρίσιος και Προίτος, αλληλομισούμενοι θανασίμως και προ της γεννήσεώς των ακόμη, όταν έφθασαν εις ηλικίαν να φέρουν όπλα, επολέμησαν μεταξύ των διά την διαδοχήν. Τότε ακριβώς εγένετο ο πρώτην φορά της ασπίδος ως αμυντικού όπλου! «Και πολεμούντες εύρον ασπίδας πρώτοι…» (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη 11.1).

Εσθής ασπίδος: «Ορθογώνιος εσθής, δερματίνη ή εκ χονδρού υφάσματος, στερεωμένη εις το κάτω άκρον της ασπίδος με καρδιά και αιωρουμένη μέχρι των κνημών του στρατιώτου. Πολλάκις εφέρετο υπό των αρχηγών, και ως εκ τούτου εθεωρείτο και διακριτικόν σημείον των αξιωματικών ή κηρύκων». Τα διακοσμητικά εμβλήματα των ασπίδων των οπλιτών εις τας αγγειογραφίας είναι εντυπωσιακά, μετά δε τους Περσικούς Πολέμους, απλούστερα.

Χαρακτηριστικώς επί των ασπίδων των παρατηρούμε:

  1. Μαντίνειοι: την τρίαινα του προστάτου θεού Ποσειδώνος.
  2. Θηβαίοι: Το ρόπαλον του ημιθέου Ηρακλέους.
  3. Αργείοι: έφερον μόνον λευκάς ασπίδας.
  4. Σπαρτιάται: Το αρχικόν γράμμα Λ της λέξεως Λακεδαιμόνιοι, είχε καταστεί τρομερόν από οτιδήποτε άλλο.
  5. Σικιώνιοι: Σ.

– Αθηναίοι: Α

– Μυκηναίοι: Μ.

Εκ των σημείων αυτών, προέκυψαν αι μετέπειτα σημαίαι.

Ο Αισχύλος (Επτά επί Θήβας, 383-646), περιγράφει ποία σημεία, φράσεις απειλητικές, είχαν χαραχθεί επί των ασπίδων των πολιορκούντων, οι οποίοι τα επεδείκνυον, επέσειον προς εκφοβισμόν εις τους επί του αμυντικού τείχους ισταμένους πολιορκουμένους.

Δόρυ

«Ολίγον άλκιμον δόρυ κρείσσον μυρίου στρατεύματος»

(Ευριπίδου, Αρχέλαος).

Ολίγοι άλκιμοι μαχητές φέροντες

δόρυ, είναι πιο δυνατοί και από

αναρίθμητο στράτευμα!

Δόρυ: «δρύον αν είη, παρά την δρυν, οίον δρύινον», δηλαδή ετυμολογείται εκ της δρυός, δρύινον. Δούρειος σημαίνει ξύλινος (Δούρειος ίππος). Άρα το δόρυ είναι ξύλινον, εις το άκρον του οποίου προσαρτάται αιχμηρά μεταλλική επιδορατίς. Η λέξις αδορατία σημαίνει «αργία»!

ναύμαχα: «μακρά δόρατα προς ναυμαχίαν επιτήδεια (κατάλληλα).

νήιον: νήιος σημαίνει κυριολεκτικώς ο αρμόζων εις την ναυν. «Δόρυ νήιον», δηλαδή ξύλον κατάλληλον προς κατασκευήν πλοίων και εκ συνεκδοχής νήιον = δόρυ.

Δορυδρέπανον: Δόρυ δρεπανοειδές.

Ακόντιον: υποκοριστικόν του άκων = ακόντιον. Ακίς = αιχμή (άκων εκ του α επιτατικώς + κων = γων, σχήματος δηλαδή αιχμής γωνίας! (>).

Αμφώβολος: Το ακόντιον με διπλήν αιχμήν = βάλλει άμφω.

Κοντός: ακόντιον, «κοντάρι». Εκ του παραγγέλματος: Πλησιάσατε – «εις δόρατος πληγήν», «εις κοντού, πληγήν» (δηλαδή, πλησίον διά να πλήξετε τον αντίπαλον εξακοντίζοντες), παρήχθη το επίρρημα κοντά = πλησίον και κοντός = βραχύς!

Σχετική σκηνή μας παρέχει ο Όμηρος:

«Ο Οδυσσεύς βη διά προμάχων… στη δε μάχα εγγύς ιών, και ακόντισε δουρί», (προχώρησε διά μέσου των προμάχων και προσελθών στάθηκε πολύ κοντά, και ακόντισε με το δόρυ). (Δ 496).

λόγχη ή λαγκία: εκ του λαγχάνω (επιτυγχάνω) π.χ. «τον πέτυχα»! Επίσης πιθανόν εκ του λαχαίνω (σκάπτω). Ο Ησύχιος καταγράφει και την λέξιν λαγηίς = δόρυ.

Λαγηίς (λόγχα) – λατινικά Lancea – ιταλικά Lancia (!) – γερμανικά LanZe. Lancer = ρίπτω, εξ ου και το αντιδάνειον = «λανσάρω»!

σύσσυνον: σπανία λέξις διά το ακόντιον εκ του σείω, σεύω.

Κράνεια: δόρυ κατασκευασμένο από ξύλο «κρανιάς», σκληρό και ανθεκτικό.

βαλάντιον: το ακόντιον, «διά το βάλλειν τους εναντίους».

κάμαξ: «θρακία κάμαξ» (Ευριπίδου – Εκάβη), εκ του άγω.

Παλτόν: εκ του πάλλω. Το δόρυ πάλλεται.

Παράστανον: παρά+ίστημι. Το στήνω δίπλα μου, ίσταται παρά.

μελία: δόρυ κατεσκευασμένο εκ του ξύλου του δένδρου «μελία».

«Εν Ιλίω θύοντι τω Αλεξάνδρω, έφη ο ιερεύς δείξειν την Πάριδος λύραν, ο δε είπε, ει έχεις, δείξον προ της λύρας την μελίαν!».

(Πλουτάρχου, Βίος Αλεξάνδρου 672 Β)

Τρόπηξ: δόρυ εκ του τρέπω εις φυγήν!

Σάρισα: Το μακρύ δόρυ της Μακεδονικής φάλαγγος. Είχε μήκος 21 ποδών. Πιθανόν εκ του ρήματος σαρόω ή σαρώνω («σαρωτική νίκη!»).

«Η Μακεδονική φάλαγξ φοβερά τοις πολεμίοις, ουκ εν τω έργω μόνον, αλλά και εν τη όψει εφαίνετο».(Περί στοιχίσεως αυτής Αρριανού τακτικά)

δουροδόκη: η δοροδόχη, η δορατοθήκη.

Παρεμπιπτόντως, επειδή κρατούσαν το δόρυ με το δεξί χέρι και την ασπίδα με το αριστερό, η έκφρασις «επί δόρυ, επ’ ασπίδα» εσήμαινε ότι το σημερινόν «επί δεξιά», «επ ‘αριστερά».

Τα κατ’ εξοχήν αγχέμαχα όπλα των γενναίων αγχιμαχητών

ξίφος: Η μακρά και ευθεία σπάθη. Όπλον επιθετικόν και αμυντικόν, αιχμηρόν και αμφίστομον, χρησιμοποιούμενον από αρχαιοτάτων χρόνων. Κατ’ αρχάς ήτο μικρότερον του ημίσεος του μέτρου. Ο Ιφικράτης εδιπλασίασε το μήκος του. Ετοποθετείτο εις κολεόν = θήκην, ο οποίος εκρεμάτο εκ τελαμώνος, φερομένου εκ του δεξιού ώμου εις την αριστεράν οσφύν.

Οι Λακεδαιμόνιοι χρησιμοποιούσαν βραχύ ξίφος καλούμενον ξυήλη. Η παραξιφίς «ήτο ξιφίδιον φερόμενον παρά το ξίφος».

σπάθη: 1. Παν πλατύν έλασμα 2. κοπίς ξίφους, σπαθί (εκ του σπάω – σπω = σύρω). (Έσυρε το σπαθί του, τραβάω την σπάθα μου). Γράφει ο Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του: «ετραβήξαμε τα σπαθιά και τους εχαλάσαμε»!

Το σπαθί σύρεται, τραβιέται, δεν κρέμεται άχρηστο. Δεν είναι διακοσμητικό.

Άορ: ξίφος πλατύ και παχύ. Εκ του ρήματος αίρω = υψώνω, σύρω.

«άορ οξύ ερυσάμενος παρά μηρού». (Οδύσσεια λ. 24) Εκ του άορ – αορτήρ = διά του οποίου αίρεται, άλλως τελαμών (εκ του τλάω-ώ, αντέχει το βάρος της πολεμικής εξαρτήσεως).

Θυμηθείτε: Αορτή, το μεγάλο αγγείο από το οποίον κρέμαται η καρδία!

μάχαιρα: (θέμα μαχ: μαχανά, μηχανή, μάχη, μάχομαι, μαχ+αίρω = μάχαιρα).

μακέλη ή μακέλλα: εκ του μία + κέλλω, ως δικέλλα εκ του δις + κέλλω. Η δικέλλα έχει 2 οδόντας, ενώ η μακέλλα 1.

κοπίς: βραχεία, πλατεία και λεπτή κυρτή μάχαιρα «κοπίδι».

ρομφαία: πλατύ ξίφος, εφέρετο ανηρτημένον από του αριστερού ώμου, εκ του ρομφέω = συστρέφω.

εγχειρίδιον: ξιφίς μετά λαβής και βραχέος κοπτερού ελάσματος, φερομένη διά της χειρός (εν + χειρί).

δόλων: είδος εγχειριδίου του οποίου το έλασμα ήτο κρυμμένο εντός ράβδου (σουγιάς), εκ του δόλος, ως δόλιον όπλον!

πέλεκυς: ετερόστομος ή αμφίστομος, αρχαιότατον επιθετικόν όπλον εκ του ρήματος πάλλω.

σάγαρις: κοπίς, θεωρουμένη Περσική, είναι όμως Ελληνικής ετυμολογίας εκ του σαγής, σάγος = οπλισμός.

κλονιστήρ: παραμήριος μάχαιρα (κλονίον = ισχίον).

σίδηρος: αντί ξίφος ή μάχαιρα («κείρουσι σιδήρω»). Σήμερον: σιδερικό = όπλο!

(Συνεχίζεται)

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΣΚΟΛΟΣ

(Φ. 193)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΣΤΟΜΑΘΕΙΑ

Χωρίς τίτλο.jpg

Ου καταισχυνώ όπλα τα ιερά

Έτσι αρχίζει ο Όρκος των Αθηναίων οπλιτών!

Όπλα: «όπλα, ου τα πολεμικά μόνον, αλλά και τα παντός έργου και απάσης τέχνης όργανα».

Η λέξις Όπλον προέρχεται εκ του έπομαι (= ακολουθώ), διότι είναι το εργαλείον που σε ακολουθεί, το όργανον το απαραίτητον προς επιτέλεσιν ωρισμένου έργου και σκοπού. «Ο καθείς και τα όπλα του»: Όπλα διά τον ιατρόν είναι τα ιατρικά του εργαλεία (εξοπλισμός ιατρείου), διά τον γλύπτην η σμίλη, διά τον μαθητήν η γραφίς, διά τον γεωργόν το άροτρον, διά τον ναυτικόν και το πλοίον τα διάφορα εξαρτήματα: ιστοί, ιστία, άγκυρα κ.λπ. (εξ ου και το ρήμα εφ-οπλίζω (= ετοιμάζω το πλοίον διά του απόπλουν). Εξ αυτού και το σημερινόν Εφοπλιστής!!!

Διά τον στρατιώτην, διά τον μαχητήν, όπλα είναι η πολεμική του εξάρτυσις, οπότε εις αυτήν την περίπτωσιν καλούνται και έρκη (έρκος = αμυντήριον, φυλακτήριον) και έναρα (Εν+ Άρης, «Άρης ο πόλεμος, ο φόνος, αφ’ ου και έναρα τα όπλα»).

Υπάρχει όμως και η εκδοχή τα έναρα να ετυμολογούνται εκ του εν-αραρίσκω, αρμόττω: «εν οις το σώμα αρήρεται και ενήρμοσται». (Ωρίων).

Ενεδύθη τον θώρακα, «ος ήρμοσε αυτώ» (Όμηρος Δ 333).

Το όπλον λέγεται και άγγινος, εκ του ανα+γινέω = άγω, δηλαδή αυτό που το παίρνεις μαζί σου.

Τα παντός είδους όπλα ονομάζονται και άρμενα, εκ του ρήματος αρμόττω, τα αρμόζοντα εις τον καθένα, «τα αραρίσκοντα εις το μένος του», ο εξοπλισμός. Το πλοίον «αρμενίζει» με όλα του τα άρμενα» (εξ ου ο δυτικός «εφοπλιστής»: armatore, armateur, κ.λπ.).

Ο Ιπποκράτης, συμβουλεύων πώς πρέπει να στηθεί το χειρουργείον, τονίζει: «Όπου το σώμα, τα άρμενα», δηλαδή τα χειρουργικά εργαλεία πρέπει να τοποθετούνται πλησίον του χειρουργουμένου.

Το Ετυμολογικόν το Μέγα επεξηγεί: άρμα σημαίνει και δόρυ, ασπίδα, θώρακα» (Εξ αυτού – άρμενα: οι Λατίνοι ωνόμασαν μόνον τα πολεμικά όπλα: arma. Εκ του λατινικού arma – το αντιδάνειον άρματα, αρματώνομαι. Κακώς τα νεώτερα λεξικά καταχώριζαν την λέξιν άρμα, ως ξενική. Η λατινική την εδανείσθη εκ της Ελληνικής!).

Όπλα πολεμικά

(Αμυντικά και Επιθετικά)

Ασπίς: Το κυριώτερον και ιερώτερον αμυντικόν όπλον. Το καλύπτον όχι μόνον έκαστον πολεμιστήν, αλλά προβαλλόμενον «υπέρ της κοινής παρατάξεως». Ρίψασπις: δειλός! Εξ ου: συνασπισμός («εν τοιαύτη θέσει αι ασπίδες προσεγγίζουν αλλήλας»)!

Υπερασπίζομαι, προασπίζομαι = καλύπτω όχι μόνον τον παραστάτην, αλλά και τον πεσμένον, νεκρόν ή ζώντα, συμπολεμιστήν: «πρόσθεν οι (= μπροστά από αυτόν) δόρυ έσχε και ασπίδα». Επί της ασπίδος μετεφέροντο τραυματισμένοι ή νεκροί («ή ταν ή επί τας»)!

Ο Όμηρος περιγράφει τους κοιμωμένους μαχητάς:

«εύδον συν τεύχεσιν… υπό κρασίν δε

έχον ασπίδας».

(Εκάθευδον οπλισμένοι και κάτω από

τα κεφάλια τους είχαν τις ασπίδες) (Κ 152).

«Παρ’ ασπίδα στήναι (= πολεμώ)»

«Κρεμάσαι τας ασπίδας» (= παύσασθαι

του πολεμείν, ειρηνεύσαι).

Ασπιστής = πολεμιστής.

Αιγίς: Η ιερά ασπίς του Διός, αλλά και της Θεάς Αθηνάς. Αμυντικόν όσον και επιθετικόν όπλον (εκ του ρήματος αΐσσω = κινώ ορμητικώς. Κατεσκευάσθη από το δέρμα της αιγός Αμαλθείας, της τροφού του Διός, κατά συμβουλήν της Γαίας, διότι το δέρμα αυτό ήταν άτρωτο και αδιαπέραστο, ακόμη και από τον κεραυνό: «Ουδέ Διός τάμνησι κεραυνός». Η έκφρασις «υπό την αιγίδα» σημαίνει υπό την ασπίδα, υπό την προστασίαν.

Πέλτη: μικρά ελαφρά ασπίς, εκ του ρήματος πάλλομαι, ως παλλομένη ευκόλως, σχήματος ημισεληνοειδούς.

Ίτυς: κυριολεκτικώς περιφέρεια ασπίδος, «τελείωμα», εκ της «ιτέας», ο κλάδος της οποίας κάμπτεται, λυγίζει εύκολα κατά συνεκδοχήν, η στρογγύλη ασπίς «Λαιά μεν ίτυν προβάλλεσθε» (= διά της αριστεράς χειρός προβάλλετε την ασπίδα) παραινεί ο ποιητής Τυρταίος. Η στρογγύλη ασπίς ονομάζεται και άντυξ, συνεκδοχικώς εκ του άντυξ = πάσα κυρτότης, περιφέρεια παντός κυκλοτερούς. (Άντυξ = γαλλικόν jante – αντιδάνειον ζάντα!).

λαίβα: η ασπίς, επειδή εφέρετο διά της αριστεράς χειρός (λαιFόs = ευώνυμος).

βως: ασπίς εκ δέρματος βοός.

λαισήιον: μικρά ελαφρά ασπίς (εκ του λα+σείω), η ευκόλως σειομένη, παλλομένη. «λαισήια πτερόεντα» (Όμηρος).

σάκος: εκ του σάττω = φορτώνω, επί πολεμιστών: φορτώνω με όπλα. Εξ αυτού: σαγή = αποσκευαί, σάγμα: σαγμάριον (και «σαμάρι»).

ευρυσάκης: ο έχων μεγάλη ασπίδα, άρα ο γενναίος.

σακκίον: είναι και ένδυμα τρίχινον, εκ της ιδέας του ακατεργάστου δέρματος (εξ ου το σημερινό «σακάκι»)! Επίσης εκ του σάγη – σάγος = μανδύας – λατινικά sagum = ιταλικά saio = ράσο. Εκ του σάγισμα, σαγίον = κάλυμμα – τζαγγίον = υπόδημα εξ ου τσαγγάρης και τσαγκάρης!!!

καιτρέα: ασπίς πλεκτή, εκ του κυρτός = ή κυρτία = κάλαθος.

κατείρα: εκ του καττύς = τεμάχιον δέρματος καττυματοποιός = υποδηματοποιός, κατιμάς: κρέας κακής ποιότητος!!!

σκουτίον: αντιδάνειον εκ του λατινικού SCUTUM, όπερ εκ του ελληνικού σκύτος = κατηργασμένον δέρμα, σκυτοτόμος = βυρσοδέψης, σκουτί = δερμάτινη περισκελίς!

Εκ του σκύτος – λατινικόν SCUTUM = ασπίς – ιταλικά scudo = θυρεός, ισπανικά escudo, γαλλικά ecu, δηλαδή νομίσματα «σκούδα», εκ της εντυπωμένης επ’ αυτών των νομισμάτων, ασπίδος)!

Θυρεός: ασπίς επιμήκης, ομοία προς θύραν. Λέγεται και θυρέασπις.

Όχανον: η εσωτερική λαβή της ασπίδος. Συγκρατούσαν αυτήν, περνούσαν την χείρα διά μέσου των οχάνων. Το όχανον ετυμολογείται εκ του έχω.

(Συνεχίζεται)

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΣΚΟΛΟΣ

(Φ. 192)

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΣΤΟΜΑΘΕΙΑ

%cf%87%cf%89%cf%81%ce%af%cf%82-%cf%84%ce%af%cf%84%ce%bb%ce%bf

Περί δούλων και βαρβάρων

(Μέρος Β’)

Οι βάρβαροι δυνάσται της Ανατολής και της Αιγύπτου είχαν δικαίωμα ζωής και θανάτου επί των δούλων τους!

Συγκριτικώς, ο χοιροβοσκός Εύμαιος νοσταλγεί τον απόντα «κύριό» του τον Οδυσσέα:

«ενδυκέως με εφίλει» (μέσα από την ψυχή του με αγαπούσε… και εάν εγύριζε θα μου έδινε «οίκον τε, κλήρον τε, πολυμνήστην τε γυναίκα» και τώρα, που χάθηκε έδωσε λύπες στους φίλους του και πιο πολύ σ’ εμένα («εμοί δε μάλιστα»)!

Όπου κι αν πάω δεν θα βρω τόση φροντίδα, ακόμη κι’ αν γυρίσω στο πατρικό μου σπίτι, στον πατέρα μου και την μάνα μου («είκεν πατρός και μητέρος αύτις ίκωμαι οίκον, όθι πρώτον γενόμην…»). Κατόπιν περιγράφει με πόση στοργή τον εμεγάλωσε μαζί με τα δικά της παιδιά, ως «ψυχογιό», η μητέρα του Οδυσσέως: «αυτή με θρέφεν, άμα κτιμένη θυγατέρα», που ήταν το στερνοπαίδι της. «φιλεί δε με κήροθι μάλλον» (= μ’ αγαπούσε με την καρδιά της, πολύ).

Η αφήγησις του χοιροβοσκού διακόπτεται από την ξαφνική εμφάνιση του Τηλεμάχου, που με λαχτάρα και ανησυχία τον ανέμεναν να γυρίση από τον επικίνδυνο (λόγω της επιβουλής των μνηστήρων) ταξίδι του στην Σπάρτη και την Πύλο.

Ο Εύμαιος σπεύδει να τον καλωσορίση:

«ο δε, αντίος ήλθεν… κύσσε δε μιν (= τον εφίλησε) κεφαλήν και άμφω φάεα (= μάτια) καλά, χειράς τε αμφοτέρας. θαλερόν δε οι (= εις αυτόν) έκπεσε δάκρυ…». Έκλαψε σαν πατέρας, που υποδέχεται το μοναχοπαίδι του, όταν γυρνά από την ξενιτιά μετά από πολλά χρόνια… περιγράφει ο Όμηρος.

«Πάντα κύσεν περιφύς» (και τον φίλησε και τον αγκάλιαζε).

«Ήλθες Τηλέμαχε, γλυκερόν φάος» (Ήλθες Τηλέμαχε, γλυκό μου φως).

Δούλος: εκ του δέω, δένω, οινεί «ο δεμένος», αυτός ο οποίος δεν δύναται να ελεύθη όπου ερά (= να πάη ελευθέρως όπου αγαπά), το αντίθετον του ελευθέρου. Το ρήμα δουλεύω σημαίνει απλώς «είμαι δούλος». Ο ελεύθερος άνθρωπος εργάζεται (παράγει έργον).

δμώς: ο δούλος, ο δαμασθείς εν πολέμω (θηλυκόν: δμωή ή δμωίς).

ετεοδμώς: ο παληός πιστός δούλος. (Ετεός, παλαιός, γνήσιος).

δουλέκδουλος: δούλος εκ δούλου, γεννημένος δούλος.

δουλάριον: νεαρά δούλη, δουλικό.

αμφίδουλος: ο εξ αμφοτέρων των γονέων δούλος.

ανδράποδον: ο δούλος, ως αιχμαλωτισθείς εν πολέμω. (Εκ του ανήρ+πους, επειδή ο νικητής έθετε τον πόδα του επί του πεσμένου κάτω αντιπάλου (είτε αυτός ήτο ζωντανός ή νεκρός), ως ένδειξιν νίκης και κυριαρχίας επί του ηττηθέντος. Π.χ.: «Ο Πάτροκλος του Σαρπηδόνα λαξ (= το πέλμα) εν στήθεσι βαίνων, εκ χροός έλκε δόρυ (= από το δέρμα τράβηξε το δόρυ) (Ε620).

δορυάλωτος: ο δια του δόρατος εν πολέμω αλωθείς.

αιχμάλωτος: αιχμή (= δόρυ) + αλίσκομαι.

δορύκτητος: δόρυ + κτώμαι.

δηιάλωτος: ο εν δηιότητι (= μάχη) αλωθείς.

ληίδιος: o δούλος, συλληφθείς ως λεία πολέμου. (ληίς = λεία).

αλώνητα: τα βάρβαρα ανδράποδα: «άλας διδόντες, ωνούντο ανδράποδα (= έδιναν αλάτι και αγόραζαν δούλους»!!!

νεοπηθής: νεοπαθής, προσφάτως δουλωθείς.

ατμήν ή άτμενος: ο δούλος, εκ του α+τιμή, δηλ. άνευ τιμής, άτιμος.

πενέστης: α. εργάτης β. δούλος (εκ του πένομαι, πένης).

λάτρις: μισθωτός υπηρέτης (εκ του ελατρεύς) «λάτρα σπιτιού».

θέραψ ή θεράπων: ακόλουθος, μισθωτός υπηρέτης, αλλά όχι δούλος, δηλ. θεραπαινίς.

οικέτης: ο δούλος εις την οικίαν.

οικότριψ: ο εν τη οικία διατρίβων, ο θρεπτός, (ο ψυχογιός).

σηκίς: δούλη της οικίας, οικονόμος, θυρωρός (εκ του σηκός = μέρος πρείφρακτον και ιερόν).

μάμμος: οικέτης, ως σεβαστός «παππούλης».

διάκονος: εκ του κονέω = σπεύδω και τρέχω εγείρων κόνιν (= σκόνην), η οποία προέρχεται εκ του κινώ, κίνησις.

προπόλος: προ+πολέω, η προπορευομένη θεραπαινίς.

παις, παίδων: «καλούνται παίδες οι δούλοι, καν ώσι πρεσβύτεροι». Αποκαλούνται παιδιά, ακόμη κι αν είναι μεγαλύτεροι στην ηλικία (π.χ. το παιδί για όλες τις δουλειές).

υπουργός: υπηρέτης, εκ του «υπό-έργος».

«Υπουργός τινός, υπηρέτης εις τίνα».

(Πολύβιος).

(Οι σημερινοί υπουργοί από υπηρέτες του Ελληνικού Λαού έγιναν στυγνοί δυνάστες του!).

Επιπλέον κατά περιοχήν και διάλεκτον εχαρακτηρίζοντο με διάφορα ονόματα:

είλωτες: «Οι Λακεδαιμόνιοι τους δούλους εκ της πόλεως Έλους της Πελοποννήσου (Ησύχιος).

μόθων: «ούτω καλούσι Λακεδαιμόνιοι τον οικογενή δούλον, ον οι Αθηναίοι οικότριβα φασί, μόθωνας, τους παρατρεφομένους παιδίσκους οι Λάκωνες». (Ησύχιος). Εκ του μόθω – το ισπανικόν «mozo” (προφέρεται «μόθο») και σημαίνει παιδί για δουλειές. Εκ του mozo – muchacho (μουτσάτσο). Οι Ιταλοί το παρέλαβαν ως muzzo, εξ ου και το αντιδάνειον «μούτσος»!!!

θης, θήτες: «οι δούλοι εν Κύπρω». (είτε εκ του τίθημι, είτε εκ του θάσσω + κάθομαι).

Κλάριοι: «οι δούλοι εν Κρήτη, διά το κληρωθήναι».

γυμνήται: εις το Άργος.

αποφράση, βολίζη: η δούλη στην Κρήτη.

αποστάτης: ο δραπέτης δούλος.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΣΚΟΛΟΣ

(Φ. 185)

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΣΤΟΜΑΘΕΙΑ – Περί δούλων και βαρβάρων

Χωρίς τίτλο.jpg

«έφαγον τε, έπιόν τε και αιδοίοις έδωκα»

(έφαγα, ήπια, έδωσα και στους αιδοίους)

(Οδύσσεια Ο, 373)

Σχολιάζει ο Αρχαίος σχολιαστής: «αιδοίους τους οικέτας (= υπηρέτας) λέγει, δια το αξίους είναι αιδούς» («αιδοίος» είναι ο σεβαστός, ο άξιος προστασίας).

Ο στίχος αυτός φανερώνει την Ελληνικήν αντίληψιν περί δούλων. Είναι γνωστόν βεβαίως ότι οι αρχαίες κοινωνίες υπήρξαν δουλοκτητικές. Ο νικημένος εχθρός εγίνετο δούλος του νικητού και παρέμενε στην υπηρεσίαν του, εκτός εάν οι συγγενείς του τον απελευθέρωναν καταβάλλοντες λύτρα.

«Στρατόπεδα συγκεντρώσεως» και «δεσμωτήρια» δεν υπήρχαν. Ο δορυάλωτος εχθρός δεν ήτο δυνατόν να αφεθή ελεύθερος, αφού κατά την αναμέτρηση με τον αντίπαλο (συμφώνως πάντοτε προς τα Ελληνικά ιδεώδη) δεν ενίκησε, αλλά ούτε έπεσε μαχόμενος («ταν ή επί τας»). Περεδόθη, ανεδείχθη ήττων (= κατώτερος, ολιγώτερος), δηλαδή ηττήθη.

Στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα δεν υπάρχει η λέξις «δουλέμπορος»! Είναι μεταγενεστέρα. Υπήρχαν βεβαίως και δούλοι ωνητοί (αγοραστοί), όπως αναφέρει και ο Όμηρος.

Γενικώς οι Έλληνες εφέροντο καλά στους δούλους των. Εις τους Νόμους του Πλάτωνος συνιστάται, αφ’ ενός μεν να μην υποδουλώνονται οι Έλληνες, αφ’ ετέρου να μεταχειρίζωνται καλά τους δούλους. Στην Ελλάδα «δούλοι» και «κύριοι» (ελεύθεροι πολίται) ζούσαν αρμονικά, συνδεόμενοι με στοργή, φροντίδα, συμπάθεια, οικειότητα.

Ο ιστορικός Κορδάτος παραδέχεται: «Οι δούλοι στην Ελλάδα δεν είναι σκλάβοι με την πραγματική έννοια της λέξεως. Είναι παραγυιοί και ψυχογυιοί, είναι ψυχοκόρες και παραδουλεύτρες. Η εργασία γίνεται από κοινού από όλα τα μέλη του Γένους. Ακόμη και οι βασιλείς εργάζονται. Ο Οδυσσέας φτιάχνει μόνος το κρεββάτι του. Ο Τηλέμαχος καταπιάνεται με χειρονακτικές εργασίες. Η Ναυσικά πλένει τα ρούχα της μαζί με τις δούλες στο ποτάμι…» (και μετά παίζει μαζί τους με την μπάλλα).

Οι δούλοι εγένοντο θυρωροί, μάγειροι, παιδαγωγοί, καλλιεργηταί, βοσκοί. Οι θεραπαινίδες ησχολούντο με τα οικιακά. Υπήρχαν και οι Δημόσιοι δούλοι οι οποίοι εκτελούσαν χρέη οδοκαθαριστού, αστυνομικού, κλητήρος δικαστηρίου. Οι σκληρότερα εργαζόμενοι δούλοι εστέλλοντο στα μεταλλεία του Λαυρίου και στους μύλους. Συνήθως έστελναν εκεί τους ανέντιμους και κακούς, ως τιμωρία. (Μεταγενεστέρως, «καταναγκαστικά έργα»).

Οι Έλληνες, ως φορείς υψηλού πολιτισμού, συμπεριεφέρθησαν εις τους δούλους πάντοτε με ανθρωπισμό:

«Καν δούλος η τις, σάρκα την αυτήν έχει

φύσει γαρ ουδείς δούλος εγεννήθη ποτέ»!

(Φιλήμων)

«Ο γαρ Θεός πάσι, τοις ελευθέροις

και τοις δούλοις, εστίν ίσος»!

(Μενάνδρου Αποσπάσματα)

Ο κακομεταχειριζόμενος δούλος είχε την δυνατότητα να καταφύγη ως ικέτης στους βωμούς των ιερών ναών, ιδίως στον βωμό των Ερινύων ή του Θησέως, οπότε ο κύριός του υπεχρεούτο να τον μεταπωλήση! («Ο Νόμος αξιοί ουδέ τους δούλους υβρίζεσθαι»).

Ο Νόμος επροστάτευε, όπως ακριβώς και τον ελεύθερο άνθρωπο, εναντίον των βιαιοπραγιών. Παραχωρούσε μάλιστα στον δούλο και έναν «συνήγορο» για περίπτωση αμφισβητήσεως της απελευθερώσεώς του!

«Αθηναίοι δε και της των δούλων προνοούντες τύχης,

ενομοθέτησαν και υπέρ δούλων

γραφάς ύβρεως είναι»!

«Οι Αθηναίοι εποίησαν ισηγορίαν τοις δούλοις»

(Ξενοφών)

«Εάν τις υβρίζη εις τινα, ή παίδα ή γυναίκα ή άνδρα, των ελευθέρων ή των δούλων, ή παράνομον τι ποιήση εις τούτων τινά, γραφέσθω προς τους θεσμοθέτας, ο βουλόμενος Αθηναίων…

Ακούετε, ω άνδρες Αθηναίοι, του νόμου της φιλανθρωπίας, ος ουδέ τους δούλους υβρίζεσθαι αξιοί. Ει τις εις τους βαρβάρους ενεγκών (= φέρων) τον νόμον τούτον, παρ’ ω (παρά των οποίων βαρβάρων) τα ανδράποδα εις τους Έλληνας κομίζεται, επαινών υμάς είποι προς αυτούς ότι: εισίν Έλληνες τινές άνθρωποι ούτως ήμεροι και φιλάνθρωποι τους τρόπους, ώστε πολλά υφ’ υμών ηδικημένοι (= πολύ υπό υμών, των βαρβάρων, αδικημένοι) και φύσει της προς υμάς έχθρας αυτοίς υπαρχούσης πατρικής, όμως ουδέ τούτους υβρίζειν αξιούσιν, αλλά νόμων δημοσία τον ταύτα κωλύσαντα τέθεινται, και πολλούς ήδη παραβάντας τον νόμον τούτον, εξημιώκασιν θανάτω».

«Νόμος τοις τ’ ελευθέροις ίσος και τοις δούλοις».

(Ευριπίδης, Εκάβη 291)

«… δει πρώτον δούλους παρασκευάζεσθαι σπουδαίους.

Δούλων δε είδη δύο, επίτροπος και εργάτης. Και τοις μεν ελευθεριωτέροις τιμής μεταδιδόναι, τοις δ’ εργάτες τροφής πλήθος…»

Αριστοτέλης, Οικονομικά 1344)

Μερικοί ικανοί δούλοι κατέκτησαν αξιοζήλευτες θέσεις στην κοινωνία της εποχής τους. Η Επιγραφή της Γόρτυνος (Κρήτη) αναφέρει ότι ο δούλος μπορούσε να έχη ζώα δικά του και διάφορα περιουσιακά στοιχεία, έστω και περιωρισμένα.

Ο χοιροβοσκός Εύμαιος, απευθυνόμενος στον «κύριό» του τον Τηλέμαχο λέει…

«δίος υφορβός… Τηλέμαχον έπεα πτερόεντα προσηύδα:

ω φίλε, εγώ μεν άπειμι, φύλαξον σον και εμόν βίοτον»

(πάω να φυλάξω το δικό σου και το δικό μου βιός).

«Οι Έλληνες ήσαν φιλάνθρωποι προς τους δούλους και δεν απέκλειον τούτους της παιδεύσεως… δούλοι εξήρθησαν μέχρι της φιλοσοφίας… Μένιππος, Επίκτητος, κ.ά. Ο Μένιππος έγραψε «Περί των διαπρεψάντων εν παιδεία δούλων».

(Γ. Μιστριώτης, Μεγ. Ελλην. Γραμματολογία)

Οι Ελληνικοί νόμοι απηγόρευαν την κατ’ αυτοδικίαν παρακράτησιν δούλου. Σε περίπτωση αμφιβολίας για το αν κάποιος είναι ελεύθερος ή δούλος, τεκμαίρεται ότι είναι ελεύθερος!

«… εκτός ων πάσης αδικίας επί

σωμάτων ελευθέρων τε και δούλων».

(Όρκος Ιπποκράτους)

«Η κατάστασις των παρ’ Έλλησι δούλων ην ήττον καταπιεστική και μάλλον άνετος των παρά Ρωμαίοις. Θανατική ποινή, και επί δούλων, ώφειλεν εφαρμόζεσθαι μόνον δια δικαστικής αποφάσεως, και ενταύθα το Ελληνικός έθος και δίκαιον διέφερεν του παρά Ρωμαίοις, παρ’ οις ο κύριος κατά το δοκούν επέβαλλε τω δούλω την θανατικήν ποινήν…»

(Γ. Μιστριώτης)

Ο δεσποτισμός των Ρωμαίων προς τους δούλους πλησίαζε την σκληρότητα των Ασιατών ηγεμόνων! Είναι γνωστόν ότι ωρισμένοι Ρωμαίοι δεν εδίσταζαν να ρίχνουν δούλους σε «κιστέρνες» (στέρνες) με ανθρωποφάγα ψάρια για να παρακολουθήσουν διασκεδάζοντες (!) ποιος δούλος θα καταβροχθισθή γρηγορώτερα. Είναι δε απίστευτο (αληθινόν όμως!) ότι εάν κάποια Ρωμαία δέσποινα επλάγιαζε με τον δούλο της, δεν παρεπέμπετο «επί μοιχεία», διότι ο δούλος δεν εθεωρείτο άνθρωπος, αλλά απλώς res (= πράγμα, αντικείμενον!). Γενικώς, στην Αρχαία Ρώμη η ζωή των δούλων ήταν χειρότερη και από αυτήν των κατοικιδίων ζώων! (Μην σας κάνει λοιπόν εντύπωσιν η συμπεριφορά των σημερινών σκυλόφραγκων απογόνων τους απέναντί μας. Είναι βάρβαροι και το γνωρίζουν!).

«Οι δούλοι εθεωρούντο πράγματα. “RES”. Οι δούλοι ήσαν αχθοφόρα ζώα, κατάλληλα για κάθε εργασία. Οι πηγές ανεφοδιασμού σε δούλους, με κοινό χαρακτηριστικό την βία και την καταπίεση. Χωρίς ενδοιασμούς οι Ρωμαίοι της αρχαϊκής περιόδου, οργάνωναν μεγάλες επιθέσεις εναντίον των γειτόνων τους. Έπιαναν χιλιάδες αιχμαλώτους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά… Από την Αφρική, την Ισπανία, την Ελλάδα, διοχετεύθηκαν στην Ιταλία εκατοντάδες χιλιάδες δούλοι. Στον Ακράγαντα της Σικελίας αιχμαλωτίσθησαν 250.000 άτομα. Στην Πάνορμο, σημερινό Παλέρμο, 14.000 άτομα… Άλλη πηγή «ανεφοδιασμού» σε δούλους ήταν η πειρατεία!».

(Τζόες Σμιθ, Περιοδικόν Ιστορία, τ. 113)

Η τόσον μεγάλη σκληρότης των Ρωμαίων προς τους δούλους έγινε αιτία πολλών εξεγέρσεων με κυριότερη αυτή του Έλληνος δούλου Σπάρτακου, ο οποίος συνεκρότησε και εξώπλισε στρατό δούλων. Η εξέγερσις του Σπάρτακου συνεκλόνισε την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και παρ’ ολίγον να την καταλύση!

Αντιθέτως, οι «Αθηναίοι» δούλοι εξωπλισθέντες υπό της πόλεως επολέμησαν ηρωικώς στην μάχη του Μαραθώνος δίπλα στους ελευθέρους Αθηναίους πολίτες:

«εμαχέσαντο γαρ και δούλοι τότε… ην δε άρα και δήμου δίκαιον βούλευμα, ει δη και Αθηναίοι μετέδοσαν δούλοις δημοσία ταφήναι και τα ονόματα εγγραφήναι στήλη, δηλοί δε σφας αγαθούς εν τω πολέμω γενέσθαι…».

Και προ της ναυμαχίας της Σαλαμίνος, οι Αθηναίοι εφρόντισαν για την εξασφάλιση και σωτηρία, τόσον των οικογενειών τους όσον και των δούλων:

«… παίδας δε και γυναίκας, και ανδράποδα, σώζειν έκαστον ως αν δύνηται».

(Πλουτάρχου, Θεμιστοκλής 10)

Οι βάρβαροι δυνάσται της Ανατολής και της Αιγύπτου     είχαν δικαίωμα ζωής και θανάτου επί των δούλων τους!

Συγκριτικώς, ο χοιροβοσκός Εύμαιος νοσταλγεί τον απόντα «κύριό» του τον Οδυσσέα:

«ενδυκέως με εφίλει» (μέσα από την ψυχή του με αγαπούσε… και εάν εγύριζε θα μου έδινε «οίκον τε, κλήρον τε, πολυμνήστην τε γυναίκα» και τώρα, που χάθηκε έδωσε λύπες στους φίλους του και πιο πολύ σ’ εμένα («εμοί δε μάλιστα»)!

Όπου κι αν πάω δεν θα βρω τόση φροντίδα, ακόμη κι’ αν γυρίσω στο πατρικό μου σπίτι, στον πατέρα μου και την μάνα μου («είκεν πατρός και μητέρος αύτις ίκωμαι οίκον, όθι πρώτον γενόμην…»). Κατόπιν περιγράφει με πόση στοργή τον εμεγάλωσε μαζί με τα δικά της παιδιά, ως «ψυχογιό», η μητέρα του Οδυσσέως: «αυτή με θρέφεν, άμα κτιμένη θυγατέρα», που ήταν το στερνοπαίδι της. «φιλεί δε με κήροθι μάλλον» (= μ’ αγαπούσε με την καρδιά της, πολύ).

Τέλος Α΄ Μέρους

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΣΚΟΛΟΣ

(Φ. 184)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΣΤΟΜΑΘΕΙΑ: Περί Φόβου

Χωρίς τίτλο.jpg

Φόβος: κυριολεκτικώς, η φυγή λόγω δειλίας.

Δείμος και Φόβος ονομάζονται οι δύο υιοί του Άρεως, ως τρέποντες τους εναντίους (= εχθρούς) εις φυγήν. Δια  τούτο οι δύο δορυφόροι του πλανήτου Άρεως ονομάζονται Δείμος και Φόβος.

«Φόβος εστί προσδοκία κακού».

(Διογένης Λαέρτιος)

Δέος ή δείμος: φόβος, τρόμος εκ του δέω = δένω.

«του δέους το σώμα δέοντος ως αληθώς».

Δείμα: το αντικείμενον του φόβου, δέος σημαίνει και σεβασμός!

Τρόμος: ηχοποίητος λέξις εκ του τρ…. τρ…. = τρέμω.

Τάρβος, τάρβη: «το δειλιάν ταρβείν λέγεται και η δειλία τάρβος, παρά το ταράσσεσθαι η βοή τοις δειλιώσιν» (= από την ταραχή, που φέρνει η βοή στους δειλούς). (Ευστάθιος), δηλαδή ταρβίζω – «τραυλίζω».

Όκνος: έλλειψις τόλμης, δισταγμός: όχι + νέω = όχνος = όκνος.

Πτόησις ή πτόα ή πτοίη: ταραχή, παράλογος φόβος. Πτώσσω = μαζεύομαι, ζαρώνω, γίνομαι ως πτυχή!

Τάραχος ή ταραχή ή τάρχη: εκ του ταράσσω και θράσσω.

Πανικός: ο ανεξέλεγκτος φόβος. Είτε εκ του Θεού Πανός, ο οποίος ενέσπειρε πανικόν εις τους Πέρσας κατά την μάχην  του Μαραθώνος, είτε πολύ παλαιότερον, από τον στρατηγόν του Διονύσου Πάνα, κατά την εκστρατείαν εις Ινδίας:

«Διονύσου στρατηγός ην Παν… πρώτος ούτος τοις πολεμίοις φόβον ενέβαλε σοφία και τέχνη…».

(Πολυαίου Στρατηγήματα Α’2)

Μόρμορος: φόβος μετά ανησυχίας, συγγενής του «μέριμνα», μέρμερος (= έμφροντις).

Μόρμος: κενός φόβος. Μορμώ = ο «μπαμπούλας».

Θάπας: φόβος (Ησύχιος), εκ του θάμβος.

Φρίκη: τρεμούλιασμα από φόβο, ανατριχίλα, ως ο ελαφρός κυματισμός της θαλάσσης.

Αγωνία: «επί του μέλλοντος κατέρχεσθαι εις αγώνα, καταχρηστικώς δε και επί του απλού φόβου» (Ωρίων).

Συστολή: συν+στέλλομαι, στέλλεται = φοβείται (Ησύχιος).

Η ανδρεία ή η δειλία καθορίζουν αντιστοίχως εάν κάποιος θα ζήση ελεύθερος ή δούλος. Η ελευθερία είναι για τον Έλληνα το ύψιστον αγαθόν!

«Την γαρ δουλείαν φεύγοντες, ευκλεά θάνατον αιρούνται» (= προτιμούν). Ανδοκίδης.

«Ελευθερίας γλιχόμενοι αμινεύμεθα

ούτως όκως αν δυνώμεθα»

(Ηρόδοτος Η’ 143)

(Επιθυμούντες σφοδρώς την ελευθερίαν

θα αμυνθούμε με κάθε τρόπο).

απαντούν στον Μαρδόνιο προς της μάχης των Πλαταιών.

Και με τον παιάνα:

«Παίδες Ελλήνων ίτε

ελευθερούτε πατρίδα

ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας,

θεών τε πατρώων έδη (= βωμούς)

θήκας (= τάφους) τε προγόνων.

Νυν υπέρ πάντων ο αγών».

(Αισχύλου Πέρσαι 399)

Ο Αριστοτέλης καθορίζει:

«Ελεύθερος άνθρωπος,

ο αυτού ένεκα, και μη άλλου ζων»!

(Μετά τα Φυσικά Α2)

«Η πόλις, κοινωνία

ελευθέρων εστίν».

(Πολιτικά Γ6)

«Ελεύθερον δε εστί

το ότι αν βούληταί τις ποιείν,

ώστε ζην εν ταις τοιαύταις

δημοκρατίαις

έκαστος ως βούλεται».

(Πολιτικά Γ6)

Διά να μην νομίζουν όμως ότι ελευθερία είναι ασυδοσία, διευκρινίζεται ότι δεν είναι δουλεία να ζη κάποιος σύμφωνα με τον νόμο:

«Ου γαρ οίεσθαι (= να νομίζη) δουλείαν είναι το ζην προς την Πολιτείαν, αλλά σωτηρίαν».

Ταυτόσημον το λεχθέν υπό του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη: «Φρόνιμος ελευθερία».

«Ελεύθερο εστίν,

ω γίγνεται πάντα κατά προαίρεσιν (= ελευθέραν εκλογήν) και ον ούτε αναγκάσαι εστίν,

ούτε κωλύσαι, ούτε βιάσασθαι».

(Επίκτητος, Διατριβαί IVα’1)

«Η παρρησία

εστίν ίδιον της Ελευθερίας»

(παρρησία: παν+ρήσις = ελευθερία λόγου).

Δημόκριτος

«Χαίρε, ω χαίρε λευτεριά»

Διονύσιος Σολωμός

Ελευθερία: «το ελεύθειν (= έρχεσθαι, πορεύεσθαι) όπου ερά τις», δηλαδή, το να ημπορή κάποιος να πηγαίνει όπου θέλει. Η ελευθέρα κίνησις, μετακίνησις, διακίνησις σε όλα… και στις ιδέες!

Οι Έλληνες προτιμούσαν ανέκαθεν να χάσουν την ζωήν τους («τεθνάναι καλώς ή ζην αισχρώς») παρά να χάσουν την ελευθερία τους και να υποδουλωθούν εις τους βαρβάρους λαούς!

Οι σημερινοί Ρωμιοί;;;

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΣΚΟΛΟΣ

(φ. 183)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΣΤΟΜΑΘΕΙΑ-Ηρωες

Χωρίς τίτλο.jpg

Ήρωες

Η λέξις ήρως (= δυνατός, ευγενής, γενναίος) παραμένει αμφιλεγομένης ετυμολογίας.

α. εκ της Ήρας,

β. εκ του Fis = ισχύς (Λακωνικώς Fip),

γ. εκ του ήρι = ενωρίς, δηλ. οι παλαιοί.

Ο Ωρίων επεξηγεί: «Ήρωες είναι πάλαι και πρωτογενείς άνθρωποι, η ημίθεοι. Ήρωες εκλήθησαν από της έρας (γης), διότι εκ γης επλάσθη το γένος των ηρώων…» (άρα οι πάλαι, οι γηγενείς, οι αυτόχθονες).

Ο Πλάτων εις τον διάλογον Κρατύλος (398) γράφει: «Ο δε ήρως τι αν είη; … το όνομα δηλοί την εκ του έρωτος γένεσιν… ουκ οίσθα (= δεν γνωρίζεις) ότι ημίθεοι οι ήρωες; Πάντες γεγόνασιν ερασθέντος ή θεού θνητής ή θνητού θεάς»!

Η μοναδική αυτή λέξις «ήρως» σε όλες τις γλώσσες είναι ελληνική. Δεν έχουν αντίστοιχη δική τους! Ο ηρωϊσμός δηλώνεται Ελληνικά:

Ρώσσοι: Γκερόϊ

Ιάπωνες: Χιρόσι

Γερμανοί: Herr (κύριος).

Μαορί: Whiro κ.λ.π.

Και ενώ ανδρεία, ηρωϊσμός, είναι το να προτιμάς «τεθνάναι καλώς ή σωθήναι αισχρώς», αντιθέτως η δειλία είναι το να πιστεύης ότι «κρείττον είναι σωθήναι ή τελευτήσαι καλώς».

Δειλός: εκ του δέω, δείδω (= φοβούμαι, αισθάνομαι δέος) + ίλη. «Ο δεδιώς τας ίλας», δηλαδή αυτός που φοβείται την στρατιωτικήν παράταξιν (Πορφύριος).

Το δέω εκ του δέω = δένω. «Του δέους το σώμα δέοντος», επειδή ο φόβος “δένει” και παραλύει τα μέλη του σώματος^ «παρέλυσα από τον φόβο μου».

Ο Πλάτων στον Κρατύλο τονίζει: «Η δε ουν δειλία, της ψυχής σημαίνει δεσμόν ισχυρόν…» (415 ε). Προσέτι διευκρινίζει ότι είναι «εμποδών (= εμπόδιον) του πορεύεσθαι». «Ακολουθεί δε τη δειλία μαλακία, ανανδρία, απονία, φιλοψυχία…» (Αριστ. ΜΜ 125i α.14).

Ο δειλός λέγεται και δεισιλός και δειδήμων και δειλακρίων (= άκρως δειλός) και δείλαιος (εξ ου «δόλιος» = δυστυχής) και δείλανδρος.

Παρ’ όλα ταύτα, «Ποιεί και τον δειλόν ανδρείον, το της Ελλάδος όνομα»! (Λουκιανού, Πατρ. Εγκώμια 17).

Αγεννής: δειλός, ως αντίθετον του γενναίος.

Κακός: πρώτη και αρχική έννοια: δειλός, υποχωρών: «παρά το χάζω = υποχωρώ, χακός – κακός^ ο υποχωρών και φεύγων». Όταν ο Πάρις αντικρύζει τον Μενέλαο να έρχεται εναντίον του, «αψ εις έθνος ετάρων εχάζετο» (= πίσω από το πλήθος των συντρόφων  του υπεχώρησε (Γ36), «εχάσατο ταρβήσας» = υπεχώρησε φοβηθείς. Υπάρχει και η έκφρασις «έδυνε εις φάλαγγα» = εισεχώρησε, βυθίστηκε, κρύφτηκε πίσω στις γραμμές του. Ενώ ο Έκτωρ «αλκί πεποιθώς οπίσω ου χάζετο (Σ 158)!

Τα παραθετικά του κακός είναι χείρων, χείριστος εκ του «χερίων» και αυτό εκ του χειρόω = λαμβάνω τι εις χείρας μου, υποτάσσω (σημερινή έκφρασις: «τον έβαλε στο χέρι»!

Ο Πορφύριος (Ομήρου Ζητήματα) αναφέρει ότι: «Τους κακούς τετάχθαι εν μέσω παρατάξεως, ίνα αναγκάζωνται πολεμείν» (για να μην λιποτακτήσουν).

Ανήνωρ, άνανδρος: το αντίθετον του «αγήνωρ». Ο άνευ ανδρείας, ο δείλανδρος.

Άναλκις ή άναλκος: ο άνευ αλκής, ο μη άλκιμος. «συ δ’ απτόλεμος και άναλκις» (Β 201), φράσις υβριστική.

Ακήριος: ο δειλός, ο μη εύψυχος. (Ετυμ. α στερητικόν + κηρ = καρδία. «Δεν έχει καρδιά», «δεν το λέει η καρδιά του». Αποκαλείται και άψυχος και μικρόψυχος και άθυμος και κακόσπλαγχνος. Άρα τρέπεται εις φυγήν ή φόβον εκ του ρήματος φεύγω, πιθανόν εκ του φευ.

Και ενώ ο γενναίος και ωκύς εις τους πόδας διώκει (διά + ωκύς), ο δειλός φεύγει και αποκαλείται: φυγόμαχος, φυγός, φυγοπτόλεμος, φυγαίχμης. Αποκαλείται και διαδρασιπολίτης, ως αποδιδράσκων και εγκαταλείπων την πόλιν.

Φύξηλις: ο εκ δειλίας αποφεύγων τον πόλεμον^ κυριολεκτικώς «ο φεύγων τας ίλας». Ο Σιμωνίδης παρατηρεί: «Ο δ’ αυ θάντος κίχει (= προφθαίνει) και τον φυγόμαχον»!

Πολύφοβος: δειλός. Συνήθιζαν να ζωγραφίζουν – γελοιοποιούν – τον φυγόν – δειλόν, ως λαγόν. Ο λαγός ονομάζεται πτωξ (εκ του πτόα = φόβος, πτοούμαι = φοβούμαι) και ο δειλός πταξ. «Έγινε καπνός» επί φευγόντων εκ δειλίας: «ούτος ην δειλός και καπνός εκαλείτο»! Ο δειλός εκαλείτο επίσης ελάφειος ανήρ: «δειλόν γαρ η έλαφος».

Υπήρχε η παροιμιακή έκφρασις κοίλον ποδός δείξαι, επειδή οι φεύγοντες δείχνουν εις τους καταδιώκοντας τον κοίλον, δηλαδή την καμάρα του πέλματος.

«Αισχρός δ’ εστί νέκυς κατακείμενος εν κονίαις,

νώτον όπισθεν αιχμή δουρός εληλαμένος».

(Τυρταίος)

«Αισχρός είναι ο νεκρός πεσμένος στην σκόνη, όταν είναι χτυπημένος με αιχμή δόρατος στην πλάτη».

Η σημερινή έκφρασις «έβαλε την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια του» προέρχεται από τον στίχο του Ησιόδου:

«θήρες δε φρίσσουσι, ουράς δ’ υπό μέζεα έθεντο».

(Έργα και ημέραι 512)

Εξ αυτής της εικόνος και το ρήμα «ορρωδώ = φοβούμαι, όρρος = ουρά (κόθουρος – κολοβός – αγγλιστί «coward»).

Το τουρκικόν αντιδάνειον «κιοτής» («κιότεψε και τόσκασε φευγάλα») προέρχεται εκ του ρήματος κίω = τρέχω, άρα δειλός!

Ρίψασπις: ο δειλός, που πετούσε την ασπίδα κατά την φυγήν, κάτι το οποίον εθεωρείτο όνειδος και ντροπή.

«Ει τις την ασπίδα αποβεβληκώς,

άτιμος έστω»

(Δημοσθένους κατά Τιμοκράτους)

«Ερωτήσαντος δε τινός Δημάρατος δια τι τους μεν τας ασπίδας παρ’ αυτοίς αποβαλλόντας ατιμούσι, τους δε τα κράνη και τους θώρακας ουκέτι» διότι είπεν «ταύτα μεν εαυτώ χάριν περιτίθενται, την δε ασπίδα της κοινής τάξεως ένεκα»!

(Πλούταρχος, Ηθικά)

«Δόρυ φέρουσι και μη μαχόμενοι,

ασπίς δε μενόντων εστί και μαχομένων».

(Πορφύριος, Ομηρικά Ζητήματα)

Λιποτάκτης: ο λιπών την παρά-ταξιν.

Τρεσάς ή τρέστης: ο δειλός, ο τρομοκρατημένος, εκ του ρήματος τρέω = τρέμω.

«Του δειλού τρέπεται χρως»

(= του δειλού αλλάζει το χρώμα του)

«πάταγος γίγνεται οδόντων»

(= χτυπάνε τα δόντια του).

(Όμηρος)

δύσελπις: ο δειλός, αντίθετον του «Εύελπις»

θρασύδειλος: ο δειλός προσποιούμενος τον θαρραλέο.

ψοφοδεής: ο δείδων (= φοβούμενος) και τον παραμικρόν ψόφον (= κρότον).

οκνηρός: διστάζων, δειλός, εκ του ρήματος οκνέω = δεν αποτολμώ να πράξω τι.

πέπων: δειλός, μαλακός, «πεπόνι», «κουραμπιές» «ω πέπονες… κακού ποιήσετε…» (Ιλιάς Ν 120),  δηλ. μαλθακοί, δειλοί, κακό θα πράξετε.

φιλόψυχος ή φιλόζωος: δειλός, ο αγαπών την ζωήν του περισσότερον από την Πατρίδα.

Προδότης: προ+δίδω. «Εάν τις φρούριον προύδωκεν ή ναόν ή στρατόπεδον, θανάτω ζημιούσθαι».

Και από το νεώτερο δημοτικό λεξιλόγιο:

φοβιτσιάρης αθάρρετος άθαρρος

κοπρίτης σπάσακας λαγός

χεσίας χεζάς κ.ά.

Τέλος, καταπληκτικός Αριστοφάνης:

«Χέσαιτο γαρ ει μαχέσαιτο»

(Ιππής στ. 1057)

«Χέσου ή πολέμα»!

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΣΚΟΛΟΣ

(Φ. 182)

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑