Αναζήτηση

Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ

Εβδομαδιαία εθνική εφημερίδα

Κατηγορία

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος ΛΒ΄

Tο 1775, ένα έτος πριν από την πρώτη έκδοση του διασήμου πονήματος του Γερμανού ιστρού, φυσιοδίφη, ανατόμου και ανθρωπολόγου Γιόχαν Φρήντριχ Μπλούμενμπαχ : «Βιβλίον περί της φυσικής ανθρωπίνης ποικιλίας» («De generis humani varietate nativa liber»), ένας ιατρός, ονομαζόμενος Τζον Χάντερ (1754–1809) εδημοσίευσε την διατριβή του «Περί των ανθρώπων, οι οποίοι διαφέρουν ένεκα αυτών των λόγων» («De Hominum Varietatibus et harum causis») για την απονομή του τίτλου του Διδάκτορος της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Ο Χάντερ ησχολήθη με τις διαφορές μεταξύ των διαφόρων ειδών των ανθρώπων και εδήλωσε πως ανέπτυξε  τις αιτίες τους. Ο Σκωτσέζος επιστήμων, εδήλωσε πως η νεγροειδής φυλή εγεννάτο… λευκή. Επίστευε πως, με τον καιρό, λόγω του ηλίου, οι άνθρωποι … εμαύριζαν. Έλεγεν επίσης πως οι θερμικές φλύκταινες και τα καψίματα πιθανότατα θα μετήλλασαν σταδιακώς ένα νέγρο σε λευκό, πράγμα το οποίον τον έκανε να πιστεύσει πως οι απώτατοι πρόγονοι των νέγρων ήσαν … λευκοί. Η διατριβή του εγράφη στα λατινικά, αλλά μιά αγγλική της μετάφραση (από τον Τόμας Μπέντυς) εδημοσιεύθη ως παράρτημα στην αγγλική έκδοση του βιβλίου του Μπλούμενμπαχ (1865). Αρκετοί συγγραφείς υποθέτουν ότι ο συγγραφεύς της διατριβής  ήταν ο μεγάλος χειρουργός και ανατόμος με το ίδιο όνομα Τζον Χάντερ, (1728–1793), αλλά δεν συμβαίνει αυτό. Πρόκειται περί  ταυτωνυμίας, ενώ ο διάσημος ανατόμος δεν ησχολήθη με φυλογνωσικά θέματα.

Ο πολυμαθέστατος Μπλούμενμπαχ εγεννήθη στην Γκότα της ανατολικής Γερμανίας το 1752 και ήρχισε να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν σχεδόν αμέσως μετά την εκεί αποφοίτησή του  το 1775. Έγινε καθηγητής της Ιατρικής, αλλά οι σπουδαιότερες και διασημότερες  δημοσιεύσεις του αφορούσαν στους τομείς της ανθρωπολογίας, της φυσιολογίας και της συγκριτικής ανατομίας. Απέθανε στο Γκέτινγκεν το 1840, αφού παρέμεινε εκεί το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, εκτός από τις περιόδους οπότε επραγματοποίησε βραχέα ταξίδια στην Ελβετία και Αγγλία. Οι συνεισφορές του στην μελέτη του εθνοφυλετικού ζητήματος είναι μνημειώδεις μέσα από τις παρατηρήσεις και διαπιστώσεις του που εμπεριέχονται στο περίφημον έργο του «De generis humani varietate nativa liber», το οποίον εγνώρισε τρεις εκδόσεις, εκ των οποίων η πρώτη και η τρίτη μετεφράσθησαν στην  αγγλική, αλλά και στο «Συνεισφορές επί της φυσικής ιστορίας» («Beitrage zur Naturgeschichte»).

Ο Μπλούμενμπαχ ουδεμίαν είχεν αντίληψη της εξελίξεως του ανθρώπου μέσω μιας μακράς σειράς πιθηκοειδών προγόνων, ούτε, πράγματι, κάποιαν ιδέα περί της εξελίξεως με την σύγχρονο έννοιά της. Ανεγνώρισεν όμως ότι τα φυτά και τα ζώα ήσαν ικανά να τροποποιήσουν την μορφή τους, ως αποτέλεσμα της εξημερώσεώς τους  ή της αλλαγής του περιβάλλοντος κλίματος, υπέθεσε δε πως τα νέα χαρακτηριστικά  τα οποία επεβάλοντο κατά την διάρκεια της ζωής του ατόμου ήσαν κληρονομήσιμα. Όλες οι αλλαγές οι επερχόμενες σε ένα είδος, από αυτές τις αιτίες, ήσαν τα παραδείγματα αυτού που απεκάλεσε εκφυλισμό (degeneratio) της «αρχεγόνου ποικιλίας» (Varietas primigenia) ή «κυρίας φυλής». Νέα είδη θα ημπορούσαν να προκύψουν μόνον από «νέα ειδική δημιουργία» του Πλάστου.

Πάγιος ισχυρισμός του Μπλούμενμπαχ ήταν ότι υπήρχε ένα μόνον είδος ανθρώπου. Η Varietas primigenia  αυτή, την οποίαν απεκάλεσε «Καυκασία» («Caucasiana») –όπως λέγεται από τον πηγαίον θαυμασμόν του προς το ευρειδέστατο κρανίο μιας Γεωργιανής- αντιστοιχεί τους «Ευρωπίδες» της συγχρόνου ορολογίας, τους λευκούς ανθρώπους. Από αυτήν την Ποικιλία είχαν προκύψει οι άλλες, με την διαδικασία του «εκφυλισμού», η οποία προέκυψε από το γεγονός ότι ο άνθρωπος εκτίθεται σε ακραίες κλιματολογικές συνθήκες, είναι ο πλέον εξημερωμένος εξ όλων των οργανισμών, και μερικές φορές παρεμβαίνει ο ίδιος στην δομή του σώματός του.

Από την χρήση της λέξεως εκφυλισμός – degeneratio, θα ημπορούσε κανείς να υποθέσει ότι σκοπός του Μπλούμενμπαχ ήταν να επιβεβαιώσει την ανωτερότητα των Ευρωπιδών σε σχέση με τις άλλες φυλές, όμως αυτό δεν είναι διόλου σωστό καθώς υπήρξε επανειλημμένως διακεκηρυγμένη η πρόθεσή του να τονίσει την ενότητα του ανθρώπου, αλλά και να διορθώσει την σφαλερά κοινή πίστη στην έντονο «κατωτερότητα» ορισμένων φυλών. Επέτρεψε απλώς την αποτύπωση της υπάρξεως ορισμένων προφανών σωματοδομικών διαφορών. Αναφερόμενος στα χαρακτηριστικά του προσώπου των Νεγριδών, επί παραδείγματι, παρατηρεί  : «Παρά το γεγονός ότι, σχεδόν όλα τα ανθρώπινα έμβρυα είναι πλατύρινα, ωστόσον οι Αιθίοπες περί των οποίων ο λόγος, έχουν πολύ πλατεία ρίνα και “intersinia” -αν ημπορώ να χρησιμοποιήσω την έκφραση του γεωγράφου Ισιδώρου (του Χαρακηνού) για τους ρώθωνες- ώστε ο οιοσδήποτε αναγνωρίζει αυτήν την φυλή μόνον από αυτούς τους χαρακτήρες, ακόμη και αν δεν λαμβάνονται υπόψη τα οιδηματώδη χείλη της». Επίσης  παρατηρεί ότι ακόμη και ένας τυφλός, αν είχε την παραμικρά ιδέα της μεγάλης διαφοράς μεταξύ των προσώπων των Μογγόλων και των «Αιθιόπων», θα ημπορούσε ευχερώς και αυτομάτως να διακρίνει το κρανίον ενός Καλμούκου από εκείνο ενός Νέγρου, μόνον με την αφή! Ωστόσον, ήταν ανήσυχος, για την ενδεχομένη ελαχιστοποίηση αυτών των χαρακτηριστικών που θα ημπορούσαν να θεωρηθούν αρκούντως σημαντικά, ώστε να δικαιολογούν τον διαχωρισμό της κάθε ομάδος ανθρώπων ως ένα άλλο είδος : Έτσι υπετίμησε εντόνως την ιδιαιτερότητα της κεντρικής προκοιλιακής «λιπαράς ποδιάς» (tablier centrale) όσον ο Βολταίρος την προέβαλε υπερβολικώς. Γράφει : «Η πλέον πρόσφατος μαρτυρία ταξιδιωτών μας επιτάσσει  να θέσουμε την λιπαρά ποδιά των Οττεντότων γυναικών (την ύπαρξη της οποίας υπεστήριξαν από πολλού διάφοροι ταξιδιώτες) στην ίδια κατηγορία με την ανθρωπίνη ουρά και με τον ίδιο τρόπο να την απορίψουμε στους μύθους». Βεβαίως όμως, ο Μπλούμενμπαχ είναι ορθοτόμος όταν αρνείται ότι το χρώμα του δέρματος ημπορεί να θεωρηθεί ως ειδοποιός διαφορά (διαφορά μεταξύ κεχωρισμένων ειδών).

Δεν υπάρχει καμία απολύτως σαφής δήλωση στα γραπτά του συμφώνως προς την οποίαν ο «εκφυλισμός» συνεπάγεται κάποιαν κατωτερώτητα. Μόνη εξαίρεση «ποιοτικής διακρίσεως» εκ μέρους του είναι ότι οι άνθρωποι της «Αρχεγόνου Ποικιλίας» (Ευρωπίδες) είναι «πλέον ευμόρφου μορφής» («pulcerrimae formae») σε σύγκριση με εκείνην των λοιπών φυλών.

Ο Μπλούμενμπαχ προέβη σε ειδική έκκληση για μιαν πλέον ευνοϊκή στάση απέναντι στους νέγρους. Γράφει : «Ουδείς φερόμενος ως άγριος άνθρωπος είναι γνωστός σε εμάς, ο οποίος να έχει διακριθεί τόσον πολύ όπως ο Νέγρος, από τέτοια παραδείγματα τελειοποιήσεως και ικανότητος για μάθηση και πολιτισμό, συνεπώς δε να έχει συνδεθεί τόσον στενώς με τους πλέον καλλιεργημένους ανθρώπους στην γη». Μάλιστα ο μεγάλος ανθρωπολόγος δίδει πολλά αξιόλογα παραδείγματα πνευματικών ικανοτήτων συγκεκριμμένων  νέγρων.

Σύντομος μνεία πρέπει να γίνει εδώ και σε έναν ακαδημαϊκό διδάσκαλο, συνάδελφο του Μπλούμενμπαχ, που είχε διορισθεί λέκτωρ στην Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιον του Γκέτινγκεν δύο ή τρία χρόνια πριν από τον Μπλούμενμπαχ. Είναι σχεδόν αδύνατον να φαντασθεί κανείς δύο άνδρες με εντονοτέρα ανίθεση και ριζικότερον διαφορετική προοπτική περί του εθνοφυλετικού ζητήματος. Ο Κριστόφ Μάϊνερς (1747–1810) ήταν φιλόσοφος και ιστορικός και υπήρξε έμμονος υποστηρικτής του πολυγενισμού. Εμελέτησε τα φυσικά, νοητικά και ηθολογικά χαρακτηριστικά της κάθε φυλής, και κατεσκεύασε μιαν ιδιάζουσα  διαφυλετική ιεραρχία, βασιζόμενος  στα ευρήματα των μελετών του (καταγραφόμενα λεπτομερώς στο τετράτρομον έργο του «Έρευνες περί των ποικιλοτήτων των ανθρωπίνων φύσεων» / «Untersuchungen uber die Verschiedenheiten der Menschennaturen»-1813). Εχώρισε την ανθρωπότητα σε 2 ευρείες κατηγορίες, την «εύμορφη λευκή φυλή» και την … «άσχημο μαύρη». Στο βιβλίον του «Περίγραμμα της Ιστορίας της Ανθρωπότητος»  («Grundrib der Geschichte der Menschheit» -1785), λέγει  πως το κυριότερον χαρακτηριστικό μιας φυλής είναι είτε η ευμορφία είτε η ασχημία της. Επίστευε πως μόνον η λευκή φυλή (εξαιρουμένων των Σλάβων) ηταν εύμορφη. Εθεώρησε κατώτερες τις «άσχημες» φυλές, επίσης δε ανήθικες και ζωώδεις. Έλεγε πως οι σκοτεινόχροες, άσχημοι άνθρωποι εξεχώριζαν από τους ευμόρφους λευκούς ανθρώπους, λόγω της «λυπηράς» ελλείψεως αρετής και λόγω των «τρομερών ελαττωμάτων» τους. Ο Μάϊνερς προσεπάθησε να μεταφέρει την γνώμη του για το ζήτημα, με μιαν εξόχως επιθετική γραφή όπου χρησιμοποιούνται προσβλητικοί όροι για τους νέγρους και άλλους μη ευρωπαϊκούς  λαούς. Σε ένα από τα κείμενά του μάλιστα ζητεί οι νομικοί και οι άλλοι υπεύθυνοι στις κρατικές αρχές, να θεωρούν για την ανθρωπότητα ότι η ελευθερία και άλλα δικαιώματα των ανθρώπων δεν πρέπει  να προσφέρονται σε ανθρώπους «οι οποίοι στερούνται συναισθήματος, είναι τόσον ευερέθιστοι και συνάμα ράθυμοι, τόσον ανόητοι  και κακοί (ubelartigen) όπως οι νέγροι» και εκθέτει την γνώμη του ότι  «… οι μαύροι, καφέ και ερυθροί λαοί, ου μόνον δεν ανεκάλυψαν τις τέχνες και τις επιστήμες, αλλά ήσαν ανίκανοι για αποδοχή τους, όταν τους προσεφέρθησαν από τους Ευρωπαίους».

Α. Κωνσταντiνου

(Φ. 195)

 

 

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος ΛA΄

Μερικοί ιστορικοί της επιστήμης καταδεικνύουν το έργον του Γάλλου μαθηματικού, λογίου και φιλοσόφου Πιέρ Λουί Μορώ ντε Μωπερτουί (Pierre Louis Moreau de Maupertuis,1698 -1759) στην βιολογία, ως εξαιρετικώς σημαντικόν πρόδρομο της εξελικτικής θεωρίας, ειδικώς δε της θεωρίας της φυσικής επιλογής. Άλλοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι παρατηρήσεις του περί το εξελικτικόν επιχείρημα είναι βιαστικές, ασαφείς ή συγκυριακές. Η ετυμηγορία του μεγάλου εξελικτικού βιολόγου Ερνστ Βάλτερ Μάϋρ  περί αυτού είναι σαφής:«…δεν ήταν ούτε απλώς εξελικτικός, ούτε από τους ιδρυτές της θεωρίας της φυσικής επιλογής, αλλά υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους της Γενετικής». Ο Μωπερτουί είχεν ευαγγελισθεί μια θεωρία «παγγενέσεως», θέτων το ζήτημα των «γενεσιουργών σωματιδίων» από την μητέρα και τον πατέρα, υπευθύνων για τα χαρακτηριστικά του παιδιού (πρβλ. με τα γονίδια). Ο ιστορικός της Βιολογίας Πήτερ Μπόουλερ τον πιστώνει με μελέτες περί κληρονομικότητος, φυσικής προελεύσεως των ανθρωπίνων φυλών, καθώς και με την ιδέαν ότι μορφές ζωής ημπορούν να έχουν αλλάξει με την πάροδον του χρόνου.

Ο Μωπερτουί υπήρξε σφοδρός επικριτής των φυσικών θεολόγων, καταδεικνύων φαινόμενα ασύμβατα με μιαν έννοιαν αγαθού και σοφού Δημιουργού. Ήταν επίσης από τους πρώτους που εξήτασαν  τα ζώα με όρους μεταβλητών πληθυσμών, σε αντίθεση με την παραδοσιακή  φυσική ιστορία που ετόνιζε την περιγραφή των επιμέρους δειγμάτων. Η εργώδης ερμηνεία του ημπορεί να εκτιμηθεί από την ανάγνωση των πρωτοτύπων έργων του.

Ακολουθεί η μαρτυρία ενός αποσπάσματος από το βιβλίο του «Φυσική Αφροδίτη» («Vιnus Physique» – 1745): «Δεν θα ημπορούσε ένας να ειπεί ότι, στους τυχαίους συνδυασμούς των παραγωγών της φύσεως, όπου υπάρχουν κάποιοι που χαρακτηρίζονται από μιαν ορισμένη σχέση “καταλληλότητος”, οι οποίοι είναι σε θέση να επιβιώσουν, δεν πρέπει να αναρωτηθούμε επ’ αυτού, ότι αυτή η “καταλληλότης” είναι παρούσα σε όλα τα είδη που υπάρχουν σήμερα; Η πιθανότης, θα έλεγε κανείς, εντός ενός παραχθέντος αναριθμήτου πλήθους ατόμων, να ευρέθη ένας μικρός αριθμός τους, κατασκευασμένος κατά τέτοιον τρόπον, ώστε τα τμήματα του ζώου ήσαν σε θέση να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του. Σε άλλον, απείρως μεγαλύτερον αριθμό, δεν υπήρξε ούτε καταλληλότης, ούτε τάξη: Όλα αυτά τα ζώα έχουν χαθεί. Τα ζώα που δεν είχαν ένα στόμα δεν ημπορούσαν να ζήσουν. Άλλα που δεν είχαν αναπαραγωγικά όργανα δεν θα ημπορούσαν να διαιωνισθούν… Τα είδη που βλέπουμε σήμερα είναι μόνον το ελάχιστον  μέρος,  αυτού του πλήθους το οποίον παρήγαγε το τυφλό πεπρωμένο …»

Μια σχεδόν ταυτόσημος επιχειρηματολογία ημπορεί να ευρεθεί και στο  έργον του του 1746  «Οι νόμοι της κινήσεως και της παύσεως προέρχονται από μια μεταφυσική αρχή», όπου διατυπώνει ανάλογες αν όχι ταυτόσημες ιδέες με τον Ντέηβιντ Χιούμ στο «Διάλογοι αφορούντες την Φυσική Θρησκεία» (1777).

Η κορυφαία αναζήτηση  στην οποίαν ενεπλάκη ο Μωπερτουί αφορά στις ανταγωνιστικές περί γενέσεως θεωρίες, (της «προμορφοποιήσεως» και της «επιγενέσεως»). Η ερμηνεία του περί της ζωής εμπεριείχε την αυτόματο  γένεση νέων ειδών ζώων και φυτών, ομού με την μαζική εξάλειψη των ανεπαρκών μορφών. Αυτές του οι ιδέες απορρίπτουν μεν την ανάγκη ενός Δημιουργού, αλλά δεν αποτελούν μέρος της συγχρόνου εξελικτικής  σκέψεως.  Η χρονολογία των εν λόγω εικασιών, 1745, είναι παράλληλος  με το έργον του Λινναίου και έτσι προηγείται κάθε σαφούς εννοίας του «είδους». Επίσης, οι εργασίες του περί Γενεαλογίας, σε συνδυασμόν με την ανίχνευση των φαινοτυπικών χαρακτηριστικών μέσα από γενεαλογικές σειρές, προαναγγέλλουν τις εργασίες που έγιναν αργότερον στην Γενετική.

Στον δέκατο όγδοον αιώνα οι φιλόσοφοι, οι πολιτικοί συγγραφείς και οι ιστορικοί, σε καμία περίπτωση δεν ήσαν οι μόνοι άνθρωποι που ενδιαφέροντο για το «εθνοφυλετικό ζήτημα». Ορισμένοι διακεκριμένοι βιολόγοι έγραψαν επί μακρόν για το ίδιο θέμα,  βεβαίως έχοντες  πολύ μεγαλυτέρα σαφήνεια και φειδώ στα επιχειρήματά τους και προφανώς ορθοτέρα αντίληψη από τους λοιπούς εμπλακέντες.  Τα έργα ανθρώπων όπως ο Μπλούμενμπαχ διατηρούν το ενδιαφέρον τους και την μεγάλη αξία τους έως σήμερα. Προκειμένου, όμως, να εκτιμήσουμε σαφώς αυτό που προσεπάθησαν να κάνουν, είναι απαραίτητο να αντιληφθούμε την πορεία της βιολογικής σκέψεως του δεκάτου ογδόου αιώνος. Ο Μπλούμενμπαχ και οι αντίστοιχοί του,  δεν ησχολήθησαν να αποδείξουν πως όλες οι φυλές της ανθρωπότητος ήσαν απαραιτήτως «ίσες», αλλά ήθελαν να καταδείξουν ότι, όλες οι φυλές ήσαν ανθρώπινες, καθώς και να πείσουν τους αδαείς άλλους, πως οι όποιες διαφορές των φυλών προεβλήθησαν υπερβολικώς. Πρέπει επίσης να υπενθυμισθεί ότι, η ιδέα της ανθρωπίνης εξελίξεως από κάποιο ανθρωποειδές είδος πιθήκων, ήταν σχεδόν απούσα στον νου των περισσότερων ανθρώπων. Η εξελικτική σκέψη ευρίσκετο σε εμβρυϊκό στάδιο, ακόμη και σε επιστημονικούς κύκλους.

Βεβαίως, ο μέγας φυσιοδίφης  Κάρολος Λινναίος, μακράν απείχε από την αποδοχή της ιδέας της ισότητος μεταξύ των ανθρώπων, ώστε  απαρίθμησε τις νοητικές ικανότητες της κάθε φυλής ως σαφείς διακριτικούς της χαρακτήρες, συγκρίσιμες με τους φυσικούς της χαρακτήρες. Οι άνθρωποι τους οποίους ομαδοποίησε υπό το όνομα του «Ευρωπαίου» («Europaeus») ανήκαν σαφώς στην Νορδική, Ανατολικοευρωπαϊκή και Μεσογειακή υποφυλή, της μετέπειτα τυπολογικής ανθρωπολογικής και φυλογνωσικής ορολογίας. Αυτό προκύπτει από την περιγραφή του για τα φυσικά τους χαρακτηριστικά. Με την συνήθη του λακωνικότητα λέγει ότι αυτό το τμήμα της ανθρωπότητος είναι «ενεργό, λίαν οξυδερκές, εφευρετικό». Πρέπει να σημειωθεί ως αξιοπερίεργο της Ιστορίας της Επιστήμης, το γεγονός ότι στην δωδεκάτη έκδοση του περιβοήτου φυσιοδιφικού ταξινομικού του βιβλίου «Σύστημα της Φύσεως» («Systema naturae»), ο Λινναίος ήλλαξε  τον χαρακτηρισμό του Ευρωπαίου από acutissimus («οξύνους») σε argutus («ταχύνους»). Δεν ημπορεί κανείς να μαντέψει ποια ήταν η αιτία για την μικρή αυτήν αλλαγή, η οποία έγινε δεκτή από τον μεγάλο Γερμανό φυσιογνώστη Γιόχαν Φρήντριχ Γκμέλιν στην έκδοση (δεκάτη τρίτη) της οποίας ήταν υπεύθυνος. Σε πλήρη αντίθεση με ό,τι λέει για τον «Ευρωπαίο», ο Λινναίος στην ενότητα περί του Αφρικανού Έμφρονος Ανθρώπου («Homo  Sapiens Afer») -που από την φυσική περιγραφή του παρουσιάζεται να περιλαμβάνει τις φυλές των Νεγριδών και Κοϊσανιδών- τον στιγματίζει ως «πανούργο, οκνηρό, απρόσεκτο».

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 194)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος Λ΄

Ο Τζέϊμς Μπάρνετ, Λόρδος Μονμπόντο, βασιζόμενος σε αφηγήσεις συγχρόνων του εξερευνητών έγραψε αναφερόμενος στους ουρακοτάγκους : «… από τα αναφερθέντα στοιχεία φαίνεται βέβαιον ότι είναι του είδους μας και παρά το ότι έχουν σημειώσει κάποια πρόοδο στις τέχνες της ζωής (sic !) δεν έχουν φθάσει το επίτευγμα της γλώσσης». (Ο όρος «ουρακοτάγκος» ήταν εκείνη την περίοδο ένας γενικός όρος για όλα τα είδη των πιθήκων). Ο Σουηδός εξερευνητής, τα στοιχεία της αφηγήσεως του οποίου εδέχθη εν προκειμένω ο Μπάρνετ, ήταν αξιωματικός του ναυτικού που είχε ιδει μιαν ομάδα πιθήκων, και εσκέφθη ότι ήσαν άνθρωποι. Ο Μπάρνετ απλώς εδέχθη την άποψη ότι, ήταν λογικό οι άνθρωποι να αναλαμβάνουν συνεπώς την ευθύνη των πραγμάτων που κάνουν, οπότε ο λόγος ενός αξιωματικού του ναυτικού -εκπαιδευμένου να δίδει ακριβείς αναφορές- ήταν μια αξιόπιστη πηγή. Ο Μπάρνετ ήταν πράγματι υπεύθυνος για την αλλαγή του κλασικού ορισμού του ανθρώπου ως «πλάσματος της λογικής» σε «πλάσμα που ημπορεί να επιτύχει την λογική», παρόλον που εθεώρει πως αυτή η διαδικασία ήταν βραδεία και επίσης ήταν πολύ δύσκολο να επιτευχθεί. Ο ίδιος προσδιόρισε τον ουρακοτάγκο ως ανθρώπινον ον, καθώς οι  πηγές του τον επληροφόρησαν ότι το ζώον ήταν σε θέση να «αιδείται», να βιώνει ντροπή.

Κάποτε είπε ότι, οι άνθρωποι πρέπει να είχαν γεννηθεί όλοι ….. με ουρές, οι οποίες αφαιρούντο από τις μαίες κατά τον τοκετό. Οι σύγχρονοί του εγελοιοποίησαν τις απόψεις του, οπότε το 1773 απέσυρεν αυτήν την παράλογο άποψή του. Μερικοί κατοπινοί σχολιαστές τον θεωρούν ως προβλέπτη της εξελικτικής θεωρίας. Ο ίδιος εφάνη να υποστηρίζει ότι τα ζωικά είδη προσαρμόζονται και τροποποιούνται για να επιβιώσουν, ενώ οι παρατηρήσεις του σχετικώς με την εξέλιξη από την βαθμίδα των πρωτευόντων θηλαστικών προς εκείνην του  ανθρώπου συνεισέφεραν σε κάποιο είδος της εννοίας της εξελίξεως. Ο Μπάρνετ επίσης εξήτασε τα «άγρια παιδιά» και ήταν ο μόνος στοχαστής της εποχής του, που τα αντιμετώπισε ως ανθρώπινα όντα και όχι ως τέρατα. Είδεν ανεπιφυλάκτως σε αυτά τα παιδιά την δυνατότητά τους να επιτύχουν την «κατάσταση της λογικής».

[Ως «άγριο παιδί» ορίζεται ένα παιδί που έχει ζήσει απομονωμένο από την ανθρωπίνη επαφή από πολύ νεαρά ηλικία, οπότε έχει μικρά ή καθόλου εμπειρία ανθρωπίνης φροντίδος, συμπεριφοράς και κυρίως της ανθρωπίνης λαλιάς. Ορισμένα άγρια παιδιά έχουν περιοριστεί από ανθρώπους (συνήθως τους ιδικούς τους γονείς) και σε ορισμένες περιπτώσεις, η εγκατάλειψη αυτών των παιδιών οφείλεται στην γονεϊκή απόρριψή τους λόγω σοβαράς νοητικής ή σωματικής βλάβης. Τα «άγρια παιδιά» ημπορεί να εβίωσαν σοβαρά κακοποίηση ή τραύμα πριν εγκαταλειφθούν ή διαφύγουν. Μερικές φορές υπήρξαν θέματα της λαϊκής παραδόσεώς και των θρύλων, συνήθως απεικονιζόμενα ως αναθρεμμένα από  ζώα (όπως ο Ρωμύλος και ο Ρέμος  της ρωμαϊκής μυθολογίας  ή ο Μόγλης στο «Βιβλίον της ζούγκλας» του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ)].

Ο Άγγλος Έντουαρντ Λονγκ (1734 -1813) ήταν αποικιακός αξιωματούχος, δικαστής,  ιστορικός και συγγραφεύς του εξαιρετικώς αμφιλεγομένου τριτόμου έργου : «Η Ιστορία της Τζαμάϊκα» (που εδημοσιεύθη το 1774, αλλά επανεξεδόθη και πάλιν στην δεκαετία του 1970). Ο ιστορικός της Τζαμάϊκα συνεφώνησε με τον Ρουσσώ και τον Μονμπόντο στην απόδοση πνευματικών δυνάμεων στους ανθρωποειδείς πιθήκους, αλλά προσέδωσε στις παρατηρήσεις περί του ουραγκοτάγκου μιαν επιπλέον κατεύθυνση στην γνώμη του, την οποίαν οι συγγραφείς αυτοί ελάχιστα θα είχαν εγκρίνει: «… ούτε, σε ότι φαίνεται μέχρις στιγμής, εμφανίζεται καθόλου κατώτερος σε πνευματικές ικανότητες από πολλούς της νεγρικής φυλής».Υπέθεσε και αυτός ότι, ο ουρακοτάγκος (ή ο χιμπατζής, καθώς είναι αδύνατον να είμεθα ακριβώς βέβαιοι ποιον εννοούσε) ευρίσκετο «σε στενή συγγένεια με τον άνθρωπο».

«Η ιστορία της Τζαμάϊκα», υπήρξε το πλέον γνωστό έργο του. Το βιβλίο δίδει μια πολιτική, κοινωνική και οικονομική περιγραφή με μιαν επισκόπηση  της νήσου, από ενορίας σε ενορία από το 1665 έως το 1774. Είναι εξόχως περιεκτικό βιβλίο, αλλά περιέχει μερικές από τις πλέον πικρόχολες και δυσφημιστικές  περιγραφές των  Τζαμαϊκανών και των Αφρικανών γενικότερον. Περιέχει μιαν απαξιωτική περιγραφή των Αμερικανών μαύρων σκλάβων κατά την εποχήν του Διαφωτισμού. Με παρόμοιον προς τους συγχρόνους του τρόπο, η περιγραφή του Λονγκ περί φυλής,  την θεωρεί ως «φυσική κατάσταση». Ο Λονγκ στις μάλλον συγκλονιστικές περιγραφές του υποστηρίζει ότι οι «Αμερικανοί Νέγροι» χαρακτηρίζονται από την ίδια «κτηνώδη συμπεριφορά, την ηλιθιότητα και τις αμαρτίες που υποβαθμίζουν τους αδελφούς τους» στην Αφρική. Υπεστήριξε ότι «αυτή η φυλή των ανθρώπων» διακρίνεται από το υπόλοιπον της ανθρωπότητος στο ότι ενσαρκώνει «κάθε είδος εγγενούς ανηθικότητος» και ατελείας που ημπορούν να ευρεθούν διάσπαρτες ανάμεσα σε όλες τις άλλες φυλές των ανθρώπων.

Κατά τον Λονγκ, σε αντίθεση με τον περισσοτέρους «αχαλινώτους κακούργους» που ανευρίσκονται  στον πολιτισμό, οι λαοί των δούλων δεν έχουν απολύτως καμία δυνατότητα σωτηρίας και ιδιότητα λυτρώσεως. Αυτές οι απόψεις ήσαν διαδεδομένες μεταξύ των Ευρωπαίων συγγραφέων της εποχής, μερικοί από τους οποίους εσυνήθιζαν να γράφουν λεπτομερείς περιγραφές των Αφρικανών και της Αφρικής, βασιζόμενοι μόνον σε αναφορές ιεραποστόλων και ιδιοκτητών φυτειών. Ο Λονγκ απηχεί τις περιγραφές των Χιούμ και Καντ για τους Αφρικανούς και εκπλήσσεται επειδή οι «Νέγροι» δεν κατόρθωσαν να επιδείξουν κάποιαν εκτίμηση για τις τέχνες ή οποιανδήποτε εφευρετική ικανότητα, παρά το ότι υπέκειντο στην αποικιοκρατία επί μεγάλο χρονικό διάστημα. Επισημαίνει ότι σε όλη την έκταση της Αφρικής, υπάρχουν ολίγοι ιθαγενείς που «κατανοούν οτιδήποτε από τις μηχανικές τέχνες ή την κατασκευή», αλλά και εκείνοι που το επιτυγχάνουν, εκτελούν την εργασία τους με μιμητικό υπανάπτυκτο τρόπο. Αυτό οφείλεται στους ίδιους, καθώς είναι «κενοί ιδιοφυΐας». Το βιβλίον περιέχει επίσης περιγραφές διαφυλετικών γάμων, ενώ περιλαμβάνει και ένα ποίημα του  Τζαμαϊκανού νέγρου ποιητή Φράνσις Γουίλλιαμς, απογόνου απελευθέρων γονέων.

Ο Πιέρ Λουί Μορώ ντε Μωπερτουί, (Pierre Louis Moreau de Maupertuis / 1698 -1759) ήταν Γάλλος μαθηματικός, λόγιος και φιλόσοφος. Έγινε Διευθυντής της γαλικής Ακαδημίας των Επιστημών, και πρώτος Πρόεδρος της πρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, μετά από πρόσκληση του Μεγάλου Φρειδερίκου, και  διενήργησε μιαν εξερεύνηση στην Λαπωνία για να καθορίσει το σχήμα της Γης. Του πιστώνεται ότι εφηύρε την αρχή της «ελάχιστης δράσεως», μια πτυχή της οποίας φέρει το όνομά του – μια ολοκληρωτική εξίσωση που καθορίζει την διαδρομή που ακολουθείται από ένα φυσικό σύστημα-.

Ο Μωπερτουί φαίνεται πως είχε προχωρήσει περισσότερον από  τον Ρουσώ, τον Μονμπόντο και τον Λονγκ στην υπερεκτίμηση των διανοητικών δυνατοτήτων των ανθρωποειδών πιθήκων. Ο διάσημος Γάλλος ζωολόγος Ετιέν Ζοφρουά ντε Σεν Ιλέρ (1772-1844) ανέφερε γιά την εμμονή του επιφανούς μαθηματικού στις περίεργες αυτές απόψεις, προφανώς διότι του προεκάλεσαν βαθείαν εντύπωση, (ώστε το εδημοσίευσεν  το 1798 και το επενέλαβε σε ένα εντελώς ξεχωριστό έργο, 31 έτη αργότερον), καθώς  ο Μωπερτουί ανεκοίνωσε δημοσίως ότι …θα ησθάνετο μεγαλυτέρα απόλαυση και θα εμάνθανε  περισσότερα στην κοινωνία των πιθήκων παρά σε εκείνην των μορφωμένων ανθρώπων της εποχής του ! Ο Σεν Ιλέρ  το καταγράφει ως ένα από τα «χάσματα» της φιλοσοφίας «του συρμού» στα τέλη του 18ου αιώνος.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 193)

 

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος ΚΘ΄

Hτάση ορισμένων φιλοσόφων του δεκάτου ογδόου αιώνος, να αποδίδουν μεγαλυτέρα νοημοσύνη στους ανθρωποειδείς πιθήκους, από ό,τι ευλόγως θα ημπορούσε να αποδοθεί σε αυτούς από τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα για τον μελετητή του «εθνικού ζητήματος». Επί παραδείγματι, ημπορεί να εκπλαγούν  μερικοί εκ των αναγνωστών  εάν μάθουν ότι ο πολύς Ρουσώ εθεώρει πως ο χιμπατζής ήταν… άνθρωπος. Μετά την καταγραφή  ορισμένων παρατηρήσεων σχετικώς με αυτά τα ζώα, στην περιοχή  του Κονγκό, ο Ελβετός στοχαστής συνεχίζει ως εξής:

«Δεν βλέπει κανείς σε αυτά τα εδάφια τους λόγους επί των οποίων βασίζονται οι συγγραφείς γιά να αρνηθούν στα εν λόγω ζώα το όνομα των αγρίων ανδρών: αλλά είναι εύκολο να εικάσουμε ότι αυτό συμβαίνει λόγω της βλακείας τους [των χιμπατζήδων!], αλλά και επειδή δεν μιλούν: Αυτοί είναι αδύναμοι λόγοι για εκείνους που γνωρίζουν ότι αν και το όργανον της ομιλίας είναι φυσικώς έμφυτον στον άνθρωπο, ωστόσον, η ίδια η ομιλία δεν είναι φυσική, και αντιλαμβάνονται έως ποίου σημείου ημπορεί να ανεβίβασε τον πολιτισμένο άνθρωπο υπεράνω της αρχικής του καταστάσεως η ικανότης του για βελτίωση.»

Ο Ρουσώ απεδέχθη οποιοδήποτε στοιχείον, στα αρχεία των ταξιδιωτών, υπεστήριζε την ευφυΐα και την ανθρωπίνη ιδιότητα  του χιμπατζή, και απέρριψε τα περί του αντιθέτου αποδεικτικά στοιχεία. Εθεώρει την ικανότητα για αυτο-βελτίωση ως «το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρωπίνου είδους» και ότι αυτό το κριτήριον δεν είχε εφαρμοσθεί εν προκειμένω στην αξιολόγηση των χιμπατζήδων, οπότε  είχαν «αδικηθεί».

Έχει ήδη ανφερθεί χαρακτηριστικώς πως ο Χέρντερ απέρριπτε την ιδέαν ότι οι ανθρωποειδείς πίθηκοι  θα ημπορούσαν να θεωρηθούν άνθρωποι, έγραφε δε επ’ αυτού σαφέστατα : «Ούτε ο Πόνγκο (Pongo – Ουρακοτάγκος) ούτε ο Μακρόχειρ (Longimanus  – Γίββων) είναι αδελφός σας,  αλλά πραγματικά ο Αμερικανός («Ινδιάνος») και  ο Νέγρος είναι.»[Ο  «Pongo» που αναφέρει εδώ ο Χέρντερ, ήταν πιθανώς ο χιμπατζής, δεδομένου ότι ο γορίλας ήταν κατ’ ελάχιστον γνωστός  τότε. Το όνομα στην συνέχεια απεδόθη στον Ουρακοτάνγκο. Ο  «Μακρόχειρ» ήταν ο κερκοπίθηκος Γίββων].

Ο πολυμαθής και εκκεντρικός Σκώτος Λόρδος Μονμπόντο, νομικός και φιλόλογος, διατηρούσε κοινή οπτική με τον Ρουσώ για τους ανθρωποειδείς πιθήκους. Ο Τζέϊμς Μπάρνετ, Λόρδος Μονμπόντο (1714 – 1799), δικαστής, μελετητής της γλωσσικής εξελίξεως και φιλόσοφος, ήταν θεϊστής. Είναι διάσημος σήμερα ως ιδρυτής της συγχρόνου συγκριτικής ιστορικής γλωσσολογίας. Το 1767 έγινε δικαστής στο Ανώτατο Σκωτικό Πολιτικό Δικαστήριο «Δικαστήριο της Συνεδριάσεως»  («Cuirt an t-Seisein). Ως εκ τούτου, ο Μπάρνετ υιοθέτησε κατά νόμον, τιμητικό τίτλον ευγενείας, βασιζόμενο στο όνομα του οικογενειακού τους μεγάρου «Οίκος Μονμπόντο». Ο Λόρδος Μονμπόντο ήταν ένας από μια σειρά μελετητών που τότε συμμετείχαν στην ανάπτυξη πρωίμων εννοιών  περί της Εξελίξεως. Μερικοί τον «πιστώνουν» με την κατ’ αρχήν πρόβλεψη της ιδέας της φυσικής επιλογής, η οποία ανεπτύχθη περαιτέρω σε επιστημονική θεωρία από τον Κάρολο Δαρβίνο. Στο ανώνυμο έργο του «Περί της Προελεύσεως και της Προόδου της Γλώσσης» (6 τόμοι, ταυτόχρονη έκδοση στο Εδιμβούργο και στο Λονδίνο, εκδόσεις James Balfour & Thomas Cadell, 1773-1792) αναφέρει «… οι “Ουρακοτάνγκοι” της Αγκόλας και αρκετών μερών της Ασίας». (Η σύγχυση του ουρακοτάγκου με τον χιμπατζή είναι εμφανής εδώ, όπως και σε πολλά γραπτά του 18ου αιώνος.)

[Το όνομα «ουρακοτάγκος» προέρχεται από τις μαλαϊκές και  ινδονησιακές λέξεις orang, που σημαίνει «πρόσωπο», και hutan που σημαίνει «δάσος», έτσι  συνθετικώς η σημασία είναι «πρόσωπο του δάσους». Η λέξη αρχικώς δεν εχρησιμοποιείτο για να αναφερθεί σε πιθήκους, αλλά για ανθρώπους που είχαν ως κατοικία τους τα δάση.

Οι μαλαϊκές λέξεις που χρησιμοποιούνται για τον πίθηκο είναι maias και mawas, αλλά είναι ασαφές αν αναφέρονται μόνον στον ουραγκοτάγκο, ή σε όλους τους πιθήκους γενικότερον. Η πρώτη πιστοποπιημένη χρήση της λέξεως ουρακοτάγκος για να κατονομασθεί ο ασιατικός πίθηκος έγινε από τον Ολλανδό ιατρό Jacobus Bontius, ο οποίος στο βιβλίο του «Historiae naturalis et medicae Indiae orientalis» (1631) ανέφερε ότι Μαλαισιανοί τον είχαν ενημερώσει πως αυτός  ο πίθηκος ήταν σε θέση να μιλήσει, αλλά προετίμησαν να «μην τον υποχρεώσουν να εργασθεί». Η λέξη ενεφανίσθη κατόπιν σε αρκετές γερμανόγλωσσες περιγραφές της ινδονησιακής ζωολογίας, κατά τον 17ον  αιώνα.]

Και ο Λόρδος συνεχίζει : «Είναι ακριβώς ανθρωπίνης μορφής, περπατούν ορθοί όχι στα τέσσερα… χρησιμοποιούν ραβδιά για όπλα, ζουν σε κοινωνία, κατασκευάζουν καλύβες από κλαδιά δένδρων και απάγουν κορασίδες των Νέγρων τις οποίες καθιστούν δούλες, και τις  χρησιμοποιούν τόσον για εργασία όσον και ευχαρίστηση… Αλλά αν και από τα αναφερθέντα στοιχεία φαίνεται βέβαιον ότι είναι του είδους μας, και παρά το ότι έχουν σημειώσει κάποια πρόοδο στις τέχνες της ζωής, δεν έχουν φθάσει το επίτευγμα της γλώσσης».

Αυτό που εξέπληξε τον Μονμπόντο δεν ήταν ότι δεν ημπορούσαν να ομιλήσουν, αλλά ότι δεν ημπορούσαν να μάθουν να ομιλούν. Συνεφώνησε με τον Ρουσσώ, απορρίπτων την άποψη ότι, η ομιλία είναι «φυσική» για τον άνθρωπο. Λέει: «Τώρα, εάν ημπορούμε να υπερβούμε εκείνην την προκατάληψη, και να μην επιμένουμε ότι οι άλλες τέχνες της ζωής, που οι Ουρακοτάγκοι θέλουν, δεν είναι παρομοίως φυσικές για τον άνθρωπο, είναι αδύνατον να τους αρνηθούμε τον τίτλον των ανθρώπων.»

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 192)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος ΚΗ΄

H ποικιλομορφία του ανθρώπου ετονίσθη από τον Χένρυ Χόουμ, Λόρδο Καμς (1696-1782) έτι εντονότερον του Βολταίρου. Ο Καμς, ένα Σκώτος νομικός και φιλόσοφος, δικαστής, συγγραφεύς και βελτιωτής γεωργικών καλλιεργειών, ήταν ένας άνθρωπος με λίαν ευρέα ενδιαφέροντα, κεντρικό πρόσωπο του Σκωτικού Διαφωτισμού, ιδρυτικόν μέλος της «Φιλοσοφικής Εταιρείας του Εδιμβούργου», δραστηριοποιημένος στην «Εταιρεία της Επιλογής», η οποία ίδρυσε ένα θυγατρικόν της σώμα, την «Εδιμβουργιανή Εταιρεία ενθαρρύνσεως Τεχνών, Επιστημών, Κατασκευών και Γεωργίας στην Σκωτία». Προς το τέλος της ζωής του εδημοσίευσεν ανωνύμως ένα βιβλίο σε δύο τόμους, με τίτλον «Περιγράμματα της ιστορίας του ανθρώπου» (1774). Όπως ο ίδιος σεμνώς και εν μέρει δικαίως εδήλωσε, το βιβλίον του «Δεν προορίζεται για τους μορφωμένους. Αυτοί υπέρκεινται αυτού». Είναι ένα περίεργο έργο. Ο  γράφων απορρίπτει περιφρονητικώς την ταξινόμηση των ζώων του Καρόλου Λινναίου. Ο Χόουμ  ήταν οπαδός της «πολυγενέσως» ή «πολυγενεσίας», (θεωρία σύμφωνα με την οποίαν οι διάφορες ανθρώπινες φυλές προέρχονται από περισσοτέρους τού ενός αρχικούς τύπους) και  επίστευε ότι ο Θεός είχε δημιουργήσει διαφορετικές φυλές της γης σε ξεχωριστές περιοχές. Στο βιβλίον του ο Χόουμ ισχυρίσθηκε ότι το περιβάλλον, το κλίμα, ή η κατάσταση της κοινωνίας δεν θα ημπορούσαν να ευθύνονται για τις φυλετικές διαφορές, έτσι ώστε οι φυλές πρέπει να προέρχονται από σαφώς διαφορετικές, κεχωρισμένες ομάδες ανθρωπίνων όντων. Οι ανωτέρω αναφερόμενες μελέτες εδημιούργησαν το επιστημονικόν είδος της «Ιστορίας του Πολιτισμού» και εκαθόρισαν τους τομείς της ανθρωπολογίας και της κοινωνιολογίας, άρα, ως εκ τούτου, την σύγχρονο μελέτη της ιστορίας επί διακόσια έτη.

Το πόνημα του Λόρδου ομοιάζει προς μιαν ταξινόμηση των βιβλίων σε μια βιβλιοθήκη με βάση  το μέγεθος ή την βιβλιοδεσία τους, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη …. το περιεχόμενό τους! Ημπορεί να χρησιμεύσει ενδεχομένως ως ένα είδος λεξικού, αλλά δεν είναι χρήσιμον ουδενός άλλου γνωστικού  σκοπού, εξ όσον έγινε γνωστόν έως τούδε. …. Τι θα εσκέπτετο άλλωστε ένας απλός, «μη μορφωμένος»  άνθρωπος της εποχής του, σχετικώς με μια ταξινομική φυσιοδιφική μέθοδο,  η  εφαρμογή της οποίας, π.χ. στην θαλάσσιο ζωή,  αρνείται πως μια φάλαινα είναι ιχθύς;

Σκοπός του Καμς είναι να αντικρούσει την ιδέα ότι οι διαφορές μεταξύ των ειδών των ανθρωπίνων όντων ημπορεί να οφείλονται σε περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Αφιερώνει πολλές σελίδες για να τονίσει τις διανοητικές διαφορές μεταξύ των λαών και την απιθανότητα η ύπαρξή τους, να προκαλείται από το περιβάλλον. Ο ίδιος αποκαλεί τον Μοντεσκιέ «έναν μεγάλο υπερασπιστή του κλίματος» ως σφαλερού αιτίου αυτών των διαφορών. Λέγει ότι η επιχειρηματολογία στην οποίαν κυρίως στηρίζεται ο ίδιος, είναι πως «…εάν ήσαν όλοι οι άνθρωποι ενός είδους, ποτέ δεν θα ημπορούσανε να υπάρξουν, χωρίς ένα θαύμα, διαφορετικά είδη, όπως υπάρχουν σήμερα». Θεωρεί ότι το προφανές συμπέρασμα θα ήταν πως ο Θεός δεν εδημιούργησε ένα ζεύγος ανθρωπίνων όντων, αλλά πολλά ζεύγη με διαφορετικούς χαρακτήρες, όλα προσαρμοσμένα στα περιβάλλοντα στα οποία τα ετοποθέτησεν. Αυτό, ωστόσον, ο ίδιος το θεωρεί ως μη αποδεκτόν, διότι είναι αντίθετο προς την βιβλική αφήγηση,  ως εκ τούτου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, όταν οι άνθρωποι διεσκορπίσθησαν από την Βαβέλ, ο Θεός τους εχώρισεν σε διαφορετικά είδη, ήδη κατάλληλα για διαφορετικά κλίματα.

Το βιβλίον του Καμς αξίζει να σημειωθεί, όχι τόσον πολύ για την οιανδήποτε αξία πιθανώς διαθέτει, αλλά ως έναυσμα διαμάχης που προεκλήθη στα χρόνια μετά την δημοσίευσή του. Ο πολύς Μπλούμενμπαχ, ο θεμελιωτής της φυσικής ανθρωπολογίας, τον αναφέρει αρκετές φορές (συνήθως με το οικογενειακόν όνομα του, Χένρυ Χόουμ), καθώς και σε κάθε περίπτωση όπου διαφωνεί προς αυτόν.

Ο Πρεσβυτεριανός αιδεσιμότατος  Σάμουελ Στάνχοουπ Σμιθ, (1751 -1819) διετέλεσε Καθηγητής της Ηθικής Φιλοσοφίας στο Κολλέγιον του New Jersey και  έβδομος Πρόεδρος του Κολλεγίου (τώρα Πανεπιστήμιον Princeton), στα έτη 1795-1812. Ο Σμιθ ήταν στην ανθρωπολογία του εμπειριστής και υπήρξεν ένας «Λαμαρκιανός  προ του  Λαμάρκ», ο οποίος μάλιστα προσεπάθησε να μεσολαβήσει μεταξύ επιστήμης και θρησκευτικής ορθοδοξίας. Στο έργον του, εξέφρασε προοδευτικές απόψεις σχετικώς με τον γάμο και αντιλήψεις κατά της δουλείας και περί ισοτιμίας των φυλών. Η δευτέρα έκδοση του βιβλίου του «Δοκίμιον περί των Αιτίων  της Ποικιλίας της Χροιάς και του Σώματος στο Ανθρώπινον Είδος» (1810), κατέστη σημαντική ως ισχυρόν εργαλείο, ενάντιον στην αύξηση της φυλοκεντρικότητος της εθνολογίας του 19ου  αιώνος.

Αντετάχθη στις φυλετικές ταξινομήσεις σπουδαίων φυσιοδιφών, όπως ο Γιόχαν Φρήντριχ Μπλούμενμπαχ, ο Ζωρζ Λουί Λεκλέρκ – Κόμης ντε Μπυφόν και ο Κάρολος Λινναίος.  Σε αυτό του το κείμενο, η προσπάθειά του να εξηγήσει την ποικιλία των φυσικών εμφανίσεων μεταξύ των ανθρώπων εμπεριέχει μιαν εξόχως έντονο περιβαλλοντική προοπτική. Ένα παράδειγμα που  μας παρέχει, περιλαμβάνει «τους μαύρους στις Νότιες Πολιτείες». Ο Σμιθ εσημείωσεν ότι οι σκλάβοι των αγρών  είχαν περισσότερον σκοτεινή χρώση του δέρματος και παρουσία άλλων «αφρικανικών» χαρακτηριστικών απ’ ότι οι «κατοικίδιοι σκλάβοι» και υπέθεσεν ότι η έκθεση των δευτέρων στον λευκό, ευρωπαϊκό πολιτισμό μέσω των …. «πολιτισμένων» αυθεντών τους, ήλλαξεν επίσης και την …. ανατομία τους.

Στο δοκίμιόν του, ο Σμιθ  υπεστήριξεν επίσης ότι η χροιά των Νέγρων δεν ήταν τίποτε περισσότερον από μια τεραστία φακίς, που καλύπτει ολόκληρο το σώμα, ως αποτέλεσμα μιας υπερπαραγωγής – υπερπροσφοράς χολής, η οποία προεκλήθη από τα  τροπικά κλίματα. Σε αυτό το δοκίμιον, ο Σμιθ  περιέγραψε την βασική βιολογικήν ιδέα περί της «σεξουαλικής επιλογής», αυτό δε μάλιστα συνέβη πριν εκλαϊκεύσει και διαδώσει αργότερον ο Κάρολος Δαρβίνος  την θεωρία του περί αυτής.

Στο δοκίμιο συμπεριέλαβε και ένα ειδικό άρθρο με τίτλο «Περιορισμοί επί της  πραγματείας του Λόρδου Καμς σχετικώς με την αρχική ποικιλομορφία της ανθρωπότητος». Οι «Περιορισμοί» ήσαν  αρκετά αποτελεσματικοί, αλλά εδώ το έργον του δεν ήταν ιδιαιτέρως δύσκολο. Απλώς επισημαίνει μια σειρά από αποδεδειγμένα σφάλματα που διεπράχθησαν από «αυτόν τον διάσημο φιλόσοφο. … Σε όλα τα γραπτά του συγγραφέως, δεν υπάρχει άλλο παράδειγμά του με τέτοια τόσον αδύναμη και ασαφή αιτιολογία». Το κύριον μέρος του βιβλίου του Σμιθ, το οποίον εβασίσθη σε μια διάλεξη  που διενήργησε στην Φιλαδέλφεια το 1787, συνίσταται στην υποστήριξη της πεποιθήσεώς του ότι, όλα τα ανθρώπινα όντα έχουν μια κοινή καταγωγή. Χρησιμοποιεί κάποιαν ιδιαιτέρα ευστροφία για να επεξηγήσει ορισμένα γεγονότα, που εκ πρώτης όψεως έρχονται σε αντίθεση με αυτήν την θεωρία. Πιστεύει ότι οι διαφορές στο κλίμα είναι η κυρία αιτία της πολυμορφίας των φυλών, αλλά θεωρεί και «την κατάσταση της κοινωνίας» ως έναν άλλο σημαντικό παράγοντα. Επίσης παραδέχεται ότι, οι πληθυσμιακές μεταναστεύσεις ευθύνονται για μερικά από τα γεγονότα που άλλως δεν εξηγούνται ευκόλως. Υπάρχουν, επιπλέον, «μυστικές αιτίες της διαφοράς, καθώς υφίστανται ποικιλίες της ιδίας οικογενείας».

Ο Σμιθ  κατέστησε απολύτως σαφές ότι, κατά την γνώμη του, οι αλλαγές που παρήχθησαν  από το περιβάλλον κληρονομούνται  και  είναι σωρευτικές σε ισχύ: «Τα αποτέλεσμα προοδευτικώς αυξάνουν  από την μια γενεά στην άλλη ….η ομοιότης των γονέων μεταδίδεται στα παιδιά …. Βλέπουμε ότι το σχήμα του σώματος, το ανάστημα, η χροιά, τα χαρακτηριστικά, οι ασθένειες, ακόμη και οι δυνάμεις του νου, καθίστανται κληρονομικά …. όταν οποιαδήποτε αλλαγή καταστεί ενσωματωμένη, ούτως ειπείν, μεταδίδεται ομού με άλλες συστατικές ιδιότητες, στους απογόνους.»

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Σμιθ  και  άλλοι φιλόσοφοι και επιστήμονες των προ-Δαρβινείων ημερών, επίστευαν στην καταγωγή ολοκλήρου της ανθρωπότητος από ένα μόνον ανθρώπινον είδος, ήσαν  οπαδοί της «μονογενέσεως», όπως απεκλήθη αργότερον, επίσης δε ήσαν υπό περιορισμένην έννοια  εξελικτιστές, αν και οι  απόψεις τους σχετικώς με τα αίτια της εξελικτικής διαδικασίας υπήρξαν εσφαλμένες.

Η πεποίθησή του ότι όλη η ανθρωπότης μοιράζεται μιαν ενιαία καταγωγή, απείχε από το να καταστήσει τον Σμιθ απολογητή της ισότητος. Γράφει «Και οι Οττεντότοι, οι Λάπωνες  και οι άνθρωποι  της Νέας Ολλανδίας είναι οι πλέον ηλίθιοι από την ανθρωπότητα …. πλησιάζουν … είναι οι εγγύτατοι στην  κτηνώδη δημιουργία.» Είναι ιδιαιτέρως αυστηρός εναντίον των Οττεντότων, τους οποίους περιγράφει  ως «… στους τρόπους τους, οι πλέον κτηνώδεις και στις ικανότητες των νοών τους προσεγγίζοντες εγγύτατα τα κτήνη, περισσότερον από οποιοδήποτε  των ανθρωπίνων ειδών».

Οι απόψεις του Σμιθ για την προέλευση της ανθρωπότητος ήσαν εν μέρει όμοιες προς εκείνες του Γιόχαν Γκότφρηντ Χέρντερ (1744-1803), αν και ο τελευταίος διέκειτο ευνοϊκότερον προς τους ολιγότερον προηγμένους λαούς του κόσμου. Αυτός ο Γερμανός φιλόσοφος, θεολόγος και αυθεντία στην γλωσσολογία, διετήρει ένα ιδιαιτέρως φιλικόν συναίσθημα προς τονς «Λαούς» («Vυlker») του κόσμου, ενώ  ήταν μελετητής και θαυμαστής των λαϊκών – δημωδών ασμάτων των διαφόρων εθνών. Το βιβλίον του «Ιδέες περί της φιλοσοφίας της ιστορίας της ανθρωπότητος» («Ideen zur Philosophie der Geschichte der Menschheit») θεωρείται το αριστούργημά του. Η πρώτη έκδοση ενεφανίσθη σε ξεχωριστά τμήματα από το 1784 έως το  1791.  Σε αυτό το βιβλίο γράφει σχετικώς με το «εθνικόν ζήτημα». Είναι δύσκολο να τον προσμετρήσουμε αρχικώς ως σοβαρόν απολογητή (και κατά τα επόμενα έτη ως  δυσμενή κριτικό) του Καντ  ή ως εμπνευστή του Γκαίτε, διότι κάποια επιχειρήματά του φαίνονται μάλλον αδύναμα, και μερικά πράγματι ανόητα. Για παράδειγμα, λέγει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι σε εσωτερική ανατομία και επίσης -….σχεδόν απίστευτο-ότι μερικές εκατοντάδες έτη πριν, οι κάτοικοι της Γερμανίας ήσαν …. Παταγόνιοι! Αναφέρει τον Μπλούμενμπαχ αλλά δεν συμφωνεί με την διαίρεση της ανθρωπότητος σε φυλές. Ισχυρίζεται : «Η φυλή [αυτός χρησιμοποιεί αυτήν ακριβώς την λέξη] υπονοεί μια διαφορετική προέλευση» και αυτήν την διαφορά ο ίδιος την αρνείται. Επιμένει : «Συνεπώς κάθε λαός είναι λαός» («..Denn jedes Volk ist Volk»), καθώς γι’ αυτόν η πραγματικότης  δεν είναι η φυλή, αλλά το έθνος με την εθνική του γλώσσα. Η εμμονική έμφασή του στον Λαό (Volk) …. προαναγγέλλει τον Σπένγκλερ, αν και αυτός δεν ενδιεφέρετο ιδιαιτέρως για την γλώσσα ως μια συνδετική δύναμη, όπως ο Χέρντερ.

Ο Χέρντερ επιδεικνύει καλυτέρα αίσθηση της πραγματικότητος απ’ ό,τι ορισμένοι από τους φιλοσόφους  της εποχής του, απορρίπτων εμφατικώς την ιδέαν ότι οι ανθρωποειδείς πίθηκοι  θα ημπορούσαν να θεωρηθούν ως άνθρωποι. Μας λέγει ότι η φύση έχει κατατμήσει τους πιθήκους και κερκοπιθήκους («μαϊμούδες») σε πολλά γένη και είδη, αλλά ο άνθρωπος είναι ενιαίον είδος. Γράφει : «Ούτε ο Πόνγκο (Pongo – Ουρακοτάγκος) ούτε ο Μακρόχειρ (Longimanus  – Γίββων) είναι αδελφός σας,  αλλά πραγματικά ο Αμερικανός («Ινδιάνος») και  ο Νέγρος είναι.»

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 191)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος ΚZ΄

Οι φιλόσοφοι του 18ου αιώνος, δεν έθεταν πάντοτε μια σαφή θεωρητική  διάκριση μεταξύ των εθνών και των εθνοτικών ταξινομικών ομάδων (π.χ. φυλές και υποφυλές). Ο Ιμμάνουελ Καντ στο έργον του:«Παρατηρήσεις επί του αισθήματος του ωραίου και του υπερόχου» («Beobachtungen uber das Gefόhl des schonen und Erhabenen»-1764) δίδει κάποιες ενδελεχείς και περιτέχνους περιγραφές των ψυχικών χαρακτήρων των Γερμανών, Άγγλων, Ολλανδών, Γάλλων, Ιταλών, Ισπανών, Αράβων, Περσών, Ινδών, Ιαπώνων και Κινέζων, αλλά δεν καταβάλλει καμία πραγματική προσπάθεια να ειπεί κάτι σχετικώς προς τον γενικό χαρακτήρα της Λευκής Ευρωπαϊκής (Ευρωπιδικής) φυλής, σε αντίθεση με εκείνην των Μογγολιδών,ή έστω να παρουσιάσει τις διακρίσεις  μεταξύ των διαφόρων υποφυλών μεταξύ των Ευρωπιδών (παρά το ότι τότε ήσαν διαθέσιμες επαρκείς προς τούτο  ανθρωπολογικές γνώσεις).

Ωστόσον, διακρίνει την Νεγριδική φυλή από τις άλλες, προβαίνει σε γενικές παρατηρήσεις σχετικώς με τις πνευματικές δυνάμεις των προσώπων που ανήκουν σε αυτήν, και παραθέτει διαπιστώσεις του Σκώτου φιλοσόφου Ντέηβιντ Χιούμ, για την υποστήριξη των  απόψεών του: «Οι Νέγροι της Αφρικής δεν έχουν λάβει από την φύση καμία  νοημοσύνη η οποία να υψώνεται επάνω από το ανόητο. Ο Χιούμ προσκαλεί οιονδήποτε να αναφέρει ένα μόνον παράδειγμα ενός Νέγρου, που έχει να επιδείξει τάλαντα. Ισχυρίζεται ότι μεταξύ των εκατοντάδων  χιλιάδων μαύρων που έχουν συρθεί μακριά από τις χώρες τους, αν και πολλοί εξ αυτών έχουν απελευθερωθεί, όμως ούτε ένας δεν έχει ποτέ ευρεθεί πως έχει πραγματοποιήσει κάτι μεγάλο, είτε στην τέχνη ή στην επιστήμη ή σε οποιοδήποτε άλλο αξιέπαινο αντικείμενο. Αλλά μεταξύ των λευκών, οι άνθρωποι συνεχώς ανέρχονται από τον χαμηλότερο όχλο και αποκτούν εκτίμηση μέσα από τα ανώτερα χαρίσματά τους. Η διαφορά μεταξύ αυτών των δύο φυλών του ανθρώπου είναι συνεπώς μία και σημαντική: φαίνεται να είναι εξίσου μεγάλη σε σχέση με τις ικανότητες του νοός, όπως είναι στο χρώμα.»

Η χρήση φετίχ από ορισμένες Νεγριδικές φυλές είχεν ιδιαιτέρως ισχυρή επιρροή στην κρίση του εντόνως σκεπτικιστού Καντ. Γράφει: «Η θρησκεία των φετίχ, η οποία είναι ευρέως διαδεδομένη μεταξύ τους, είναι ίσως ένα είδος ειδωλολατρίας η οποία βυθίζεται τόσον βαθέως στην ανοησία, όσον είναι εφικτόν στην ανθρωπίνη φύση. Το πτερό ενός πτηνού, το κέρας μιας αγελάδος, ένα μύδι ή οποιοδήποτε άλλο κοινό πράγμα, καθίσταται  αντικείμενον λατρείας και επικλήσεως στους όρκους, μόλις έχει καθαγιαστεί από ολίγες λέξεις .»

Ο Καντ θεωρούσε ότι ουδείς άλλος απολίτιστος λαός επεδείκνυε ένα τέτοιον υψηλό βαθμό νοημοσύνης, όπως εκείνοι οι λαοί της Βορείου Αμερικής.

Στο βιβλίον του «Ανθρωπολογία σε πραγματολογική άποψη» («Anthropologie in pragmarischer Hinsicht»-1798) παρέχει πραγματικώς ένα σπουδαίο έργο, αλλά για την ψυχολογία, και όχι την ανθρωπολογία με την σύγχρονο φυσική – βιολογική έννοια. Σε αυτό το βιβλίο, για μιαν ακόμη φορά συνοψίζει τις απόψεις του σχετικώς με τα ψυχικά χαρακτηριστικά των διαφόρων εθνών, αλλά συνοπτικότερον απ’ ό,τι στο προηγούμενο έργο. Τονίζει ιδιαιτέρως τις αρετές των Αρμενίων, τους οποίους περιγράφει ως έναν μοναδικό λαό, λογικό («vernuftig»), ειρηνικό και ανωτέρου χαρακτήρος. Να σημειωθεί ότι και ο Χιούμ εξετίμα  ιδιαιτέρως τους Αρμενίους. Λέγει για αυτούς ότι: «έχουν ένα ιδιόμορφο χαρακτήρα» και είναι «πολύ αξιοσημείωτοι… για την Ακεραιότητά τους».

Ο Βολταίρος, όπως και Ρουσσώ, ήταν ένας ριζοσπάστης πολιτικός που δεν επίστευε στην φυλετική ισότητα. Όμως  ο ίδιος εξεφράσθη επί του θέματος πολύ εντονότερον από τον συμπατριώτη του. Ήταν περισσότερον εντυπωσιασμένος από τις φυσικές διαφορές μεταξύ των φυλών από ό,τι οι περισσότεροι εκ των φιλοσόφων και πολιτικών στοχαστών οι οποίοι έθιξαν, προσήγγισαν ή ανέλυσαν το εθνικόν πρόβλημα. Είχεν εντυπωσιασθεί και ιδιαιτέρως εκπλαγεί από την προκοιλιακή «λιπαρά  ποδιά» («tablier»)  των Οττεντοτιδών γυναικών (Κοϊδική φυλή, των Βουσμάνων και Οττεντότων), περί της οποίας υπήρχαν υπερβολικές  αναφορές,  του «συρμού» κατά τον 18ο αιώνα.

Στο βιβλίον του «Η φιλοσοφία της ιστορίας» («La philosophie de l’histoire»), που εξεδόθη το 1765, υπό το  ψευδώνυμον του Αββά Μπαζέν (Abbι Bazin), ο Βολταίρος ασχολείται για πρώτην φορά με το θέμα. Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι χρησιμοποιεί εναλλακτικώς τις λέξεις «Είδη» (especes) και «Φυλές» (races), ότι αποδίδει εσφαλμένως την tablier στους Κάφρους («Cafres»), δηλαδή στους Νεγρίδες της Νοτίου Αφρικής (ήτοι «Απίστους» όπως τους απεκάλεσαν πρώτοι οι μουσουλμάνοι Άραβες δουλέμποροι).

Ο Βολταίρος γράφει περί των Νέγρων ότι: «Οι στρογγυλοί οφθαλμοί τους, η επίπεδη μύτη τους, τα χείλη τους που είναι πάντοτε  παχέα, τα διαφορετικώς εσχηματισμένα ώτα τους, οι τρίχες της κεφαλής τους, ακόμη και το μέτρον της νοημοσύνης τους, θέτουν τεράστιες διαφορές μεταξύ αυτών και των άλλων ειδών (especes) των ανθρώπων». Αρνείται ότι οι διαφορές προέρχονται από την επίδραση του κλίματος, επειδή ακόμη και όταν οι Νέγροι μεταφέρονται σε δροσερότερες χώρες, παράγουν απογόνους του είδους τους. Γράφει «Η ποδιά που η φύση έδωσε στους Κάφρους, το χαλαρό, μαλακό δέρμα το οποίον κρέμεται από τον ομφαλό έως το ήμισυ της αποστάσεως προς τα κάτω των μηρών, οι μαύρες θηλές των γυναικών των Σαμογιετών (μογγολοειδείς ιθαγενείς της Σιβηρίας), η γενειάς των ανδρών της ηπείρου μας, και ο πάντα αγένειος πώγων των Αμερικανών (Ινδιάνων), είναι τόσον αξιοσημείωτες διαφορές, ώστε είναι σχεδόν αδύνατον να φαντασθεί κανείς ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι από διαφορετικές φυλές.»

Ο Βολταίρος επανήλθε στην «tablier», στο έργον του «Τα γράμματα του Αμαμπέντ-Μεταφρασθέντα υπό τουΑββά Ταμπονέ» («Les lettres d ‘Amabed – Traduites par l’ Abbι Tamponet») :  Αυτό το έργον φαντασίας αποτελείται κυρίως από επιστολές που εγράφησαν από έναν Ινδό από το Μπεναρές, τον Αμαμπέντ, προς τον Σαστασίντ, τον «Μέγα Βραχμάνο της Μαδούρας», και από τις απαντήσεις του τελευταίου. Εκεί ο Βολταίρος περιγράφει ότι κατά την διάρκεια της επίσκεψεώς του στη Νότιον Αφρική, ο Αμαμπέντ εντυπωσιάσθηκε από την ιδιάζουσα  ανατομία των Οττεντοτιδών γυναικών. Γράφει λοιπόν στον Σαστασίντ, από το Ακρωτήριον της Καλής Ελπίδος: «Αυτοί οι άνθρωποι δεν φαίνεται να είναι απόγονοι των παιδιών του Βράχμα. Η φύση έχει δώσει στις γυναίκες μια ποδιά που σχηματίζεται από το δέρμα τους. Αυτή η ποδιά καλύπτει το “κόσμημά” (joyau) τους, περί του οποίου οι Οττεντότοι Hottentots είναι ειδωλολάτρες. Όσον περισσότερον εσκέφθην περί του χρώματος αυτών των ανθρώπων, περί του κλωγμού («κακαρίασματος») τον οποίον χρησιμοποιούν για να καταστούν κατανοητοί, αντί μιας ευφραδούς γλώσσης, περί του προσώπου τους και περί της ποδιάς των γυναικών τους, τόσον περισσότερο είμαι πεπεισμένος ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν ημπορούν να έχουν την ίδια προέλευση όπως εμείς. Ο εφημέριός μας ισχυρίζεται ότι οι Οττεντότοι, οι Νέγροι, και οι Πορτογάλοι κατάγονται από τον ίδιο πατέρα. Η ιδέα είναι βεβαίως γελοία».

Ο Βολταίρος επέμεινε ακόμη μια φορά γιά την ποικιλομορφία του ανθρώπου στις «Ερωτήσεις επί της Εγκυκλοπαιδείας» («Questions sur l’ Encyclopedie»), γράφων: «Οι κλίσεις, οι χαρακτήρες των ανθρώπων, διαφέρουν τόσον πολύ, όσον διαφέρουν τα κλίματα των χωρών τους και οι κυβερνήσεις τους. Ποτέ δεν κατέστη δυνατόν να σχηματισθεί ένα σύνταγμα από Λάπωνες ή Σαμογιέτες, ενώ οι γείτονές τους, άλλοι Σιβηριανοί, είναι ατρόμητοι στρατιώτες …  Μόνον ένα εθελότυφλο άτομο, και μάλιστα πεισματικώς εθελότυφλο, θα ημπορούσε να αρνηθεί την ύπαρξη όλων αυτών των διαφορετικών ειδών(especes)» Επίσης δεν υφίσταται καμία παρερμηνεία ή ασάφεια γιά τις απόψεις του για  το πνευματικό επίπεδο της κοινής πορείας της ανθρωπότητος στο σύνολόν της. Γράφει:«Σε γενικές γραμμές, το ανθρώπινον είδος δεν είναι πιο πολιτισμένο, δύο ή τρεις βαθμούς περισσότερον από τους ανθρώπους της Καμτσάτκα. Η πληθώρα των βαναύσων ζώων που ονομάζονται άνθρωποι, σε σύγκριση με τον μικρό αριθμό των ατόμων τα οποία σκέπτονται, ευρίσκεται τουλάχιστον σε αναλογία 100 προς 1 σε πολλά έθνη.» Παρεμπιπτόντως ημπορεί να σημειωθεί ότι ο Βολταίρος στις «Ερωτήσεις» του, εκχέει απεριφράστως την περιφρόνησή του προς «ορισμένους κακούς αστειευτές (χωρατατζήδες)» που ισχυρίσθηκαν ότι ο άνθρωπος ήταν αρχικώς μοναχικός. Αυτή είναι προφανώς μια έμμεση αλλά σαφής αναφορά στον Ρουσσώ. Ο Βολταίρος είχε αρνηθεί ότι ο αρχέγονος άνθρωπος ήταν μοναχικός, ήδη από το «La philosophie de l’histoire».

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 190)

 

 

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος ΚΣΤ΄

Οι συνθήκες υπό τις οποίες ο Ελβετός φιλόσοφος, συγγραφεύς και συνθέτης του 18ου αιώνος Ζαν Ζακ Ρουσσώ, (οι πολιτικές ιδέες του οποίου επηρέασαν την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής θεωρίας και την ιδεολογία του Εθνικισμού) απεφάσισε να γράψει, το 1754, την περίφημη «Διατριβή για την προέλευση και τις βάσεις της ανισότητος μεταξύ των ανθρώπων» («Discours sur l’ origine et les fondements de l’ inegalite parmi les hommes») είναι άξιες μνείας:  Η Ακαδημία της Ντιζόν προσέφερε ένα βραβείον για μια διατριβή σχετική με το θέμα: «Ποια είναι η προέλευση της ανισότητος μεταξύ των ανθρώπων, αυτό δε επιτρέπεται από τον φυσικό νόμο;» Στην προσπάθειά του να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα ο Ρουσσώ δεν ησχολήθη κατά κύριον λόγο με το εθνοτικό πρόβλημα. Αλλά, απεφάνθη ότι οι διάφορες εθνοτικές ταξινομικές ομάδες διέφεραν τόσον ψυχικώς όσον και σωματικώς. Ετόνισε την σημασία του περιβάλλοντος στην πρόκληση της ποικιλότητος των ανθρώπων σε διάφορα μέρη του κόσμου, ειδικώς όταν το περιβάλλον επενήργησε σε μια μακρά σειρά γενεών.

Κύριον όμως  μέλημα της προσεγγίσεώς του, υπήρξεν ο βαθμός ευτυχίας των προσώπων στην μεμονωμένη ατομική και κοινωνική τους ζωή. Επίστευε πως η δυστυχία του ανθρώπου οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων που ζουν στην ίδια κοινωνία. Διέκρινε δύο ποικιλίες της ανισότητος : «φυσική ή σωματικής διαπλάσεως» και «ηθική ή πολιτική». Η πρώτη ήταν το είδος που προκαλείται από τις «διαφορές της ηλικίας, της υγείας ή της  νοημοσύνης». Η δευτέρα από αυτές τις διαφορές που οφείλονται «σε σύμβαση ή συναίνεση των συνανθρώπων».

Υπήρξε βαθεία πεποίθηση του Ρουσσώ ότι ο πρωτόγονος άνθρωπος, «ο άνθρωπος στην φυσική κατάσταση», ήταν μοναχικός: Δεν υπήρχε καν μια σύνδεση των δύο φύλων, όπως συμβαίνει σε πολλά μη-κοινωνικά ζώα. «Οι  αρσενικοί και οι θηλυκές, ενωμένοι τυχαίως, από συγκυριακή συνάντηση, ευκαιρία, και επιθυμία …. εχώριζαν ο ένας από την άλλη με την ίδια προθυμία …. τα δύο φύλα δεν ανεγνώριζαν και πάλι το ένα το άλλο, ενώ ακόμη και το παιδί δεν ήταν τίποτα περισσότερο για την μητέρα, από την στιγμή που θα ημπορούσε να τα καταφέρει δίχως αυτήν.»  Σε αυτήν την αρχέγονη, φυσική  κατάσταση της μη συλλογικής «κοινωνίας», ο άνθρωπος  ήταν ευτυχής, διότι η ανισότης δεν είχε την ευκαιρία να εκφρασθεί. Καθώς ανεπτύχθησαν οι κοινωνικοί θεσμοί, η ανισότης κατέστη προφανής και προεκάλεσε δυστυχία.

Ο Ρουσσώ δεν υπεστήριζε ότι ο αρχέγονος άγριος ήταν ηθικώς ανώτερος. Αντιθέτως, λέγει σαφώς ότι οι άνδρες σε μια φυσική κατάσταση «…δεν θα ημπορούσαν να είναι είτε καλοί είτε κακοί, και δεν είχαν ούτε κακίες ούτε αρετές …. δεν είχαν συναλλαγές οποιουδήποτε είδους μεταξύ τους, και ως εκ τούτου δεν εγνώριζαν ούτε ματαιοδοξία, ούτε σεβασμό, ούτε αυτοεκτίμηση, ούτε περιφρόνηση. Δεν είχαν ούτε την ελαχίστη  αντίληψη του “ιδικό  σου” ή “ιδικό μου”, και επίσης δεν είχαν καμίαν ιδέα της δικαιοσύνης.» Ο ίδιος θεωρούσε ότι οι Καραΐμποι ή Καλίνια (Βραζιλιδική υποφυλή της φυλής των Ινδιανιδών) του βορείου τμήματος της Νοτίου Αμερικής, επλησίαζαν προς την φυσική κατάσταση περισσότερον από κάθε άλλο γνωστό λαό κατά την εποχή εκείνη. Αλλά τους αναφέρει λίαν βραχέως, και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι είχε οιανδήποτε λεπτομερή γνώση του τρόπου ζωής τους.

Μάλιστα οι Καραΐμποι δεν ήσαν ιδιαιτέρως αντικοινωνικοί στην αρχαία εποχή: διέθεταν κοινόχρηστες οικίες (τα «carbets»-υπερυψωμένα σκεπαστά καταφύγια, πασιφανή, δίχως εξωτερικά τοιχώματα) και εφόσον ο σύζυγος εγκατέλειπε την σύζυγό του, υπεβάλετο απομωνούμενος στο παράξενο έθιμο «couvade», στην «συμπαθητική» λοχεία όταν εγεννάτο το παιδί του. Η πίστη του Ρουσσώ στην μοναχική κατάσταση του πρωτογόνου ανθρώπου ήταν σχεδόν εντελώς υποθετική, όπως άλλωστε παρεδέχθη δημοσία ο ίδιος. Οι ιδέες του επί του θέματος είναι όλως απίθανο να τύχουν αποδοχής μεταξύ των συγχρόνων μελετητών του πρωτογόνου πολιτισμού.

Το βραβείον απενεμήθη στον Ρουσσώ το 1750, αλλά η Διατριβή δεν είχε δημοσιευθεί μέχρις και πέντε χρόνια αργότερον. Ο Γάλλος φυσιολόγος και ιατρός  Κλωντ Νικολά Λε Κα (Claude-Nicolas Le Cat), ο οποίος ήταν ένας από τους κριτές, αντετέθη σθεναρώς στην βράβευση, και εδημοσίευσε μιαν «Διάψευση», υπό μορφήν ενός βιβλίου εκτυπωμένου σε δίστηλες σελίδες, με αποσπάσματα της Διατριβής στην αριστερά στήλη, και των ιδικών του  επικρίσεων στην δεξιά. Οι περισσότερες επικρίσεις δίδονται με ακριβολόγο γεγονοτολογικό ύφος, χωρίς καμία προσπάθεια σάτιρας ή ρητορικής επιφάσεως οποιουδήποτε είδους. Τονίζει, ωστόσον, ορισμένες από τις φρικαλεότητες της αγρίας ζωής. Γράφει : «Ειπείτε μου, σας ικετεύω, επιφανή ρήτορα, είναι μεταξύ των βασιλείων στα οποία ευδοκιμούν τα πανεπιστήμια και οι ακαδημίες, όπου βρίσκει κανείς το γενναίον έθνος των κανιβάλων;». Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι ο Le Cat δεν ήταν καθόλου περιφρονητικός προς τα πρόσωπα που ανήκουν σε άλλες φυλές. Σε άλλο βιβλίο του, γράφει ευνοϊκώς για τους Νέγρους και, ειδικότερον, διαφωνεί με την ιδέα ότι η μελανότης του δέρματος δεικνύει κατωτερότητα. Γράφει:«Μήπως κάποιος πιστεύει, ότι οι Νέγροι έχουν χαμηλοτέρα αυτοεκτίμηση και είναι πράγματι ολιγότερον εκτιμητέοι  διότι απλοί λευκοί άνθρωποι θεωρούν την εμφάνισή τους με τρόμο; Είναι πολύ εγκαρδιότεροι  και πολύ  λογικότεροι απ’  ό,τι εμείς, εάν δεν μας ανταποδίδουν κάτι.»

Σε καμία περίπτωση ο Ρουσσώ δεν ήταν ο μόνος διάσημος συγγραφεύς του 18ου αιώνος που συνέβαλε στην συζήτηση του εθνικού ζητήματος. Μερικοί από τους μεγαλυτέρους φιλοσόφους  και πολιτικούς στοχαστές της περιόδου –μεταξύ των οποίων οι Μοντεσκιέ, Χιούμ, Καντ  και ο Βολταίρος- εξέφρασαν επ΄αυτού ουσιώδη σχόλια, αν και ως επί το πλείστον βραχέα. Μερικά από αυτά ήσαν απλώς σατιρικά, οπότε δεν βοηθούν στην αναζήτηση της αληθείας. Έτσι ο Μοντεσκιέ έγραψε για τους Νέγρους  στο περιβόητο βιβλίο του  «Το πνεύμα των νόμων» («De l ‘esprit des Lois»): «Οι αναφερόμενοι, είναι μαύροι από των ποδών έως της κεφαλής. Και έχουν την εμπιεσμένη ρίνα τους τόσον επίπεδη, ώστε είναι σχεδόν αδύνατον να τους συμπονέσουμε. Ουδείς ημπορεί να εμβάλλει στον νου κάποιου, ότι ο Θεός, ο οποίος είναι ένα σοφό ον, έχει τοποθετήσει μια ψυχή, ειδικώς μιαν αγαθή ψυχή, σε ένα εντελώς μαύρο σώμα.» Η κακόβουλη ειρωνεία στο εδάφιον αυτό, είναι τόσον αδέξια και προκλητική, ώστε δεν θα ημπορούσε καν να θεωρηθεί αποτελεσματική καθ΄οιονδήποτε τρόπο, ακόμη και συμφώνως προς τα αξιολογικά πρότυπα με τα οποία κρίνεται η ανυπόστατη και εμπαθής ρητορική αυτού του είδους.

Ο Σκώτος εμπειριστής φιλόσοφος και ιστορικός Ντέηβιντ Χιούμ (1711-1776) ήταν ένας από τους δεδηλωμένους αντιπάλους της συμβατικής θρησκευτικής σκέψεως, οι οποίοι συνάμα δεν εδίσταζαν να εκφράσουν την πίστη τους στην κατωτερότητα ορισμένων εθνοτικών ταξινομικών ομάδων. Στο έργο του «Δοκίμια. Φιλολογικά, ηθικά, πολιτικά» γράφει : «Και πράγματι, υπάρχει κάποια Λογική ώστε να σκεφθούμε ότι, όλα τα Έθνη, που ζουν πέραν  από τους πολικούς Κύκλους ή μεταξύ των Τροπικών, είναι κατώτερα από τα υπόλοιπα είδη και είναι εντελώς ανίκανα όλων των υψηλότερων Επιτευγμάτων  του ανθρωπίνου νοός». Ωστόσον, ο ίδιος παρετήρησε, ότι δεν υπήρχε σχέση μεταξύ νοημοσύνης και γεωγραφικού πλάτους εντός των ορίων της ευκράτου  ζώνης. Ο Χιούμ ήταν ιδιαιτέρως  εντυπωσιασμένος από την «… ευκολία με την οποία οι Νέγροι ημπορούν να δωροδοκηθούν από την προσφορά αλκοολούχων ποτών».

Εσημείωσεν ότι ο χαρακτήρ των Κινέζων ήταν εξαιρετικώς ομοιόμορφος σε μια τεραστία περιοχή, στην οποίαν οι κλιματολογικές συνθήκες ποικίλλουν κατά τόπους,  κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι, οι διαφορές στην «Διάθεση» («Temper») των διαφόρων εθνών, δεν θα ημπορούσαν να οφείλονται αποκλειστικώς και μόνον στο φυσικό περιβάλλον. Επίστευε, ωστόσον, πως ποικίλες τυχαίες περιστάσεις θα ημπορούσαν να επιφέρουν κάποιες από τις υφιστάμενες διαφορές. Επίσης θεωρούσε ότι στα αναπτυσσόμενα έθνη μερικά άτομα αποκτούν  τον έλεγχο, και τελικώς επηρεάζουν την ευρεία μάζα του λαού. Συνεπώς, δεδομένου ότι το κυβερνών σώμα είναι μικρό, πρέπει να υπάρχει ένα μείζον στοιχείο τυχαιότητος στην διαμόρφωση της συνθέσεώς του.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 189)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ                                                        Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες (Μέρος ΚΕ΄)

 

asaf

Κατά την μελέτη των θεμελιωδών δεδομένων της ανθρωπολογίας, ένα ιστορικό άλμα στον 16ον αιώνα φέρει στην κρίση μας το δοκίμιον του Γάλλου Αναγεννησιακού συγγραφέως, φιλοσόφου, και ιδρυτού των ανθρωπιστικών και ιστορικών επιστημών στην γαλλική γλώσσα, Michel Eyquem de Montaigne, με τίτλο «Περί των Καννιβάλων» («Des Cannibales»). Ο εμφανής σκοπός αυτής της συντόμου εργασίας ήταν να παρουσιάσει από ευνοϊκή σκοπιά τους πρωτογόνους ανθρώπους εν σχέσει προς τα μέλη των πολιτισμένων κοινωνιών. Με αυτήν την χρονική απόστασή μας από το πόνημα, είναι δυσχερές ή ίσως αδύνατον να είμεθα απολύτως βέβαιοι αν στο συγκεκριμένο δοκίμιον ο Montaigne έγραψε, σκοπίμως αποκρύπτων από τον ανυποψίαστο αναγνώστη, αυτό που ήθελε να εκπηδήσει στον νου του δέκτη, προς το τέλος. Φαίνεται ότι στο κείμενο περιγράφει τους Καραΐβες των Δυτικών Ινδιών, αν και ο ίδιος δεν το καθιστά απολύτως σαφές. Για τις πληροφορίες του, βασίζεται κυρίως σε έναν υπηρέτη του, ο οποίος έζησε σε αυτό το μέρος του κόσμου, και τον οποίο περιγράφει ως «απλό και άξεστο», στοιχείο που καθιστά την αφήγηση πραγματική, άδολη, απροσχημάτιστη, ανεπιτήδευτη και αποδεικτική. Χρειάζεται κανείς είτε ένα λίαν αξιόπιστο άτομο, ή ένα τόσον απλό, που δεν έχει την δυνατότητα να δημιουργήσει ψευδοϊστορίες και να προσδώσει αληθοφάνεια στις ψευδείς εφευρέσεις του. Άλλωστε, η  ιστορία αυτού του απλοϊκού ανθρώπου επιβεβαιώθηκε από αρκετούς ναυτικούς και εμπόρους οι οποίοι είχαν ταξιδέψει μαζί του.

Ο Montaigne σκιαγραφεί μιαν αξιόλογο εικόνα της ανωτερότητας των «Καννιβάλων» επί των πολιτισμένων ανθρώπων. Ένα παράδειγμα, μεταξύ πολλών, είναι ότι τρώνε άγρια φρούτα : Οι πολιτισμένοι άνθρωποι θα πρέπει να ονομάζονται άγριοι, γιατί αντί να χρησιμοποιούν ό,τι προσφέρει η φύση. παραμορφώνουν τεχνητώς τα φυτικά προϊόντα της. Λέγει : «Ευρίσκω ότι δεν υπάρχει τίποτα βάρβαρο ή άγριο σε αυτό το έθνος σε ό,τι μου ανεφέρθη. Εκτός εάν ημπορεί κάθε πρόσωπο να αποκαλεί βάρβαρο αυτό που δεν συνηθίζει το ίδιο ή δεν έχουμε άλλο μέτρο της αληθείας και της λογικής από το παράδειγμα και την ιδέα των γνωμών και των εθίμων της χώρας στην οποία ζούμε». Και συνεχίζει αφηγούμενος ότι, αυτοί οι άνθρωποι συλλαμβάνουν κρατουμένους στον πόλεμο και τους κρατούν ζωντανούς επί δύο ή τρεις μήνες, περίοδο κατά την οποία χρησιμοποιούν κάθε δυνατή μέθοδο που ημπορούν να σκεφθούν ώστε να τους πείσουν να ειπούν κάτι που καταδεικνύει φόβο. Για τον σκοπόν αυτόν τους αφηγούνται ακριβώς τι πρόκειται να τους συμβεί : τα βασανιστήρια που πρόκειται να υποστούν, τις προετοιμασίες που γίνονται για τον σκοπόν αυτόν και την πρόθεση να κατακόψουν σε μερίδες τα άκρα τους για το συμπόσιον που θα γίνει με την  σάρκα τους,  το οποίον πραγματοποιείται εν ευθέτω χρόνω.

Εκείνοι οι οποίοι  υπερτονίζουν την σημασία του «χρώματος» στην σύγχρονη εποχή και περιορίζουν την ανθρωπολογική μελέτη σε ένα «επιπολής χρωματολόγιο», θα αναθεωρήσουν διορθωτικώς μελετούντες το εξαιρετικό δοκίμιον περί φυσικής ανθρωπολογίας που εγράφη από έναν ανώνυμο ταξιδευτή και εδημοσιεύθη το 1684 στην  «Εφημερίδα των Σοφών» – «Journal des Scavans». (Η εν λόγω εφημερίς ιδρύθηκε από τον Denis de Sallo, Βουλευτή του Βασιλικής Βουλής των Παρισίων, και ήταν το πρώτο ακαδημαϊκό περιοδικό στην Ευρώπη, με πρώτο τεύχος την 5η Ιανουαρίου 1665).  Σε αυτό το εξόχως αξιόλογο έργο περί γεωγραφικής κατανομής των ανθρωπίνων «ειδών ή φυλών», ο συγγραφεύς αναγνωρίζει σαφώς ότι οι λαοί της Βορείου Αφρικής, της Αραβίας, της Ινδίας ανήκουν στην ίδια φυλή με εκείνους της Ευρώπης. Γράφει σχετικώς με το θέμα του χρώματος: «Διότι  αν, επί παραδείγματι, οι Αιγύπτιοι και οι Ινδοί είναι πολύ μελανοί ή μάλλον καστανόχρωμοι, εν τούτοις το χρώμα αυτό σε αυτούς είναι μόνον τυχαίο, και επέρχεται μόνον επειδή εκτίθενται στον ήλιο, καθώς  εκείνοι που φροντίζουν τον εαυτό τους και δεν υποχρεούνται να εκτίθενται σε αυτόν τόσον συχνά όσον οι κοινοί άνθρωποι, δεν είναι μελανότεροι από ό,τι πολλοί Ισπανοί. Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι Ινδοί έχουν κάτι μάλλον διαφορετικό από εμάς στην έκφραση του προσώπου και στο χρώμα, το οποίον συχνά τείνει προς το κίτρινο, αλλά αυτό δεν φαίνεται επαρκές για να παραχθεί  ένα συγκεκριμένο είδος. Ειδάλλως θα ήταν απαραίτητο να παραχθεί ένα και για τους Ισπανούς, άλλο για τους Γερμανούς,  και ομοίως για αρκετούς άλλους λαούς της Ευρώπης». Ο συγγραφεύς με επιστημολόγο οξυδέρκεια και μορφολογικά κριτήρια διακρίνει σαφώς ορισμένες άλλες «έγχρωμες» φυλές από τους Ινδούς. Μάλιστα εθεώρησε τις γυναίκες της Λαχώρης ως τις ομορφότερες των Ινδιών. Αυτές ήσαν προφανώς Νορδινδίδες (Ινδο-Αφγανές).

Μερικά από τα λίαν σημαντικά δεδομένα που παρετέθησαν για πρώτη φορά με σαφήνεια από τον ανώνυμο ταξιδιώτη, εξετέθησαν εκτενώς στον άτλαντα που εδημοσιεύθη από τους κορυφαίους γεωγράφους και χαρτογράφους de Vaugondy, σχεδόν ένα αιώνα αργότερον. [Gilles Robert de Vaugondy (1688-1766) και ο υιος του, Didier Robert de Vaugondy (1723-1786]. Η περιοχή όπου ζούν  «Οι Ευρωπαίοι» («Les Europeens»), προσδιορίζονται από την εμφάνιση του προσώπου («όψη»), περιλαμβάνει δε όχι μόνον την ίδια την Ευρώπη, αλλά και την Αφρική βορείως της Σαχάρας, την Αραβία, το Ιράν, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και την Ινδία, έως τον μακρινό νότο στον ποταμό Γάγγη.

Κατά τον δέκατον έβδομον αιώνα είχε ήδη αναγνωριστεί ότι, το χρώμα του δέρματος ορισμένων ανθρωπίνων φυλών, δεν οφείλεται αποκλειστικώς στην δράση των ακτίνων του ήλιου κατά τη διάρκεια της ζωής του ατόμου. Ο γλωσσομαθέστατος (γνώστης και ομιλητής 25 γλωσσών) Γερμανός οριενταλιστής Job Leutholf (ή Hiob Ludolf, ή Ludolfus), ο επιφανέστατος  ερευνητής «αιθιοπικών σπουδών», έθεσε το ζήτημα με μεγάλη σαφήνεια στο βιβλίον του «Σχολιασμός» («Commentarius» – 1691), χωριστό από τα βιβλία του περί Αφρικής [«Sciagraphia historiae aethiopicae» (Ιένα, 1676) και «Historia aethiopica» (Φρανγκφούρτη, 1681)]. Σε αυτό, γράφει : «…Αλλά και πάλιν, εντός του εύρους του τροπικού  ηλίου υπάρχουν έθνη, αν όχι  πράγματι λευκά, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι πράγματι μέλανα : Πολλά απέχουν πολύ μακράν του ισημερινού,  πέραν του ενός ή του άλλου τροπικού, όπως, για παράδειγμα, οι κάτοικοι της Περσίας ή της Συρίας ή του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδος, και παρ’ όλα αυτά είναι πολύ μαύροι». Ο Ludolfus αναφέρεται στην μελαίνη χροιά  των γηγενών κατοίκων της Κεϋλάνης και άλλων χωρών, και παρατηρεί : « Αν αποδίδετε την φυσική αιτία για το χρώμα του δέρματός τους στους ουρανούς και στον ήλιο, τότε γιατί λευκοί άνδρες που γηράσκουν  σε αυτές τις περιοχές δεν καθίστανται μαύροι;» Εδώ υπάρχει μια σαφής και απροκατάληπτος αναγνώριση της πραγματικότητος των γενετικών διαφορών μεταξύ των εθνοτικών ταξινομικών ομάδων.

Από την έλλειψη ανθρωπολογικής γνώσεως, έχει προκύψει σωρεία αφηρημένων, ανυποστάτων και ανοήτων ή εμμονικών ρήσεων ηθικού χαρακτήρος που διεδόθησαν ευρέως από το «φιλοσοφούν πλήθος» των αδαών, όπως ότι κάποιοι άνθρωποι είναι «εκλεκτοί» και «ανώτεροι» από άλλους,  ότι οι άνθρωποι  είναι παντού ταυτόσημοι και ίδιοι,  ότι έχουν παντού τα ίδια πάθη, τις ίδιες κακοβουλίες και τις ίδιες συνήθειες ή και ότι είναι μάλλον άχρηστη η προσπάθεια να χαρακτηρισθούν και να μελτηθούν οι διαφορετικές φυλές. Αυτές οι αντι-φυσικές και αντι-ιστορικές γενικεύσεις, όταν δεν είναι δόλιες και δαιμονολογικές, είναι ανυπόστατες και αντιεπιστημονικές. Ενέχουν ακριβώς τόση αξία και είναι τόσον εύλογες ωσάν κάποιος να ήθελε να ειπεί ότι δεν πρέπει και δεν ημπορούμε να διακρίνουμε… τον Πέτρο από τον Δημήτρη, επειδή … «ο καθένας τους έχει μια μύτη, ένα στόμα και δύο μάτια».

«Θα ιδούμε άραγε την επιστροφή εκείνων των ευτυχισμένων καιρών, όταν οι άνθρωποι δεν επροβληματίζοντο με την φιλοσοφία, αλλά άνδρες όπως ο Πλάτων, ο Θαλής ή ο Πυθαγόρας, παθιασμένοι με μία πρόθυμη επιθυμία για γνώση, ανέλαβαν να πραγματώσουν τα μεγαλύτερα ταξείδια,  αποκλειστικώς για την απόκτηση πληροφοριών, και επορεύθησαν πολύ μακράν, ώστε να αποτινάξουν τον ζυγό των εθνικών προκαταλήψεων, να μάθουν να γνωρίζουν τους ανθρώπους από τις συμμορφώσεις τους και από τις διαφορές τους;»

Όσοι δεν είναι εξοικειωμένοι με αυτό το απόσπασμα θα ήταν απίθανο να το αποδώσουν σωστά στον συντάκτη του. Οι αναγνώστες της παρούσης σειράς άρθρων θα διαπιστώσουν ότι, κατά την διάρκεια του 18ου και του 19ου αιώνος, στοχαστές που ήσαν άθρησκοι και ριζοσπάστες ή «προοδευτικοί» στις πολιτικές τους απόψεις, συχνά έτειναν να πιστεύουν και στην ανισότητα των ανθρωπίνων φυλών. Το ανωτέρω κείμενο εγράφη από τον Ελβετό φιλόσοφο, συγγραφέα και συνθέτη Jean-Jacques Rousseau.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(φ.188)

 

 

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑