Αναζήτηση

Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ

Εβδομαδιαία εθνική εφημερίδα

Κατηγορία

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος Μ΄

Oαμφιλεγόμενος, λεπτολόγος και ευρυμαθής Κόμης Αρθούρος ντε Γκομπινώ, επεξηγεί αναλυτικώς στο  εκτενές και πολύπλευρο «Εγχειρίδιον περί της ανισότητος των φυλών» :

«Τα μεγάλα γεγονότα – οι αιματηροί πόλεμοι, οι επαναστάσεις και η διάλυση των νόμων – που ήσαν διαδεδομένα επί τόσα πολλά χρόνια στα κράτη της Ευρώπης, είναι ικανά να μεταστρέψουν τους νόες των ανθρώπων στην μελέτη των πολιτικών προβλημάτων. Ενώ ο κοινός  άνθρωπος εκτιμά απλώς και μόνον τα άμεσα αποτελέσματα και συσσωρεύει όλο τον έπαινο και την ευθύνη στον μικρόν ηλεκτρικό σπινθήρα  που σηματοδοτεί την επαφή με τα δικά του συμφέροντα, ο σοβαρότερος στοχαστής θα προσπαθήσει να ανακαλύψει τις κρυμμένες αιτίες αυτών των φοβερών αναταραχών. Θα εγκύψει, με τον φανό ανά χείρα, στα σκοτεινά μονοπάτια της φιλοσοφίας και της ιστορίας. Και στην ανάλυση της ανθρωπίνης καρδίας ή της προσεκτικής αναζητήσεως μεταξύ  των χρονικών του παρελθόντος, θα προσπαθήσει να κερδίσει την βασική  κλείδα του αινίγματος που έχει συγχύσει επί μακρόν την φαντασία του ανθρώπου.

Η θανάσιμη ασθένεια των πολιτισμών και των κοινωνιών εξελίσσεται από γενικές αιτίες, οι οποίες είναι κοινές για αυτούς, η πτώση των πολιτισμών είναι η πλέον εντυπωσιακή και, ταυτοχρόνως, η πλέον συγκεχυμένη, εξ όλων των φαινομένων της ιστορίας. Πρόκειται για μια συμφορά που προκαλεί φόβο στην ψυχή και πάντως έχει πάντα σε εφεδρεία κάτι τόσον μυστηριώδες και τόσον τεράστιο, ώστε ο στοχαστής δεν κουράζεται  ποτέ να το κοιτά, να το μελετά, να ψηλαφεί τα μυστικά του. Αναμφισβητήτως η γέννηση και η ανάπτυξη των λαών προσφέρουν ένα πολύ αξιόλογο θέμα για τον παρατηρητή. Οι διαδοχικές εξελίξεις των κοινωνιών, τα κέρδη τους, οι κατακτήσεις τους, οι θρίαμβοι τους, έχουν κάτι το οποίον κυριεύει ζωηρώς την φαντασία και την κρατά αιχμάλωτη.

Ο φανατισμός, η πολυτέλεια, η διαφθορά των ηθών και η ασέβεια δεν οδηγούν αναγκαστικώς στην πτώση των κοινωνιών. Πρέπει πρώτα να εξηγήσω αυτό που κατανοώ ως μια “κοινωνία”. Δεν εννοώ την περισσότερον ή ολιγότερον εκτεταμένη σφαίρα εντός της οποίας ασκείται μια ορισμένη κυριαρχία,  υπό την μίαν ή την άλλη μορφή. Η Αθηναϊκή δημοκρατία δεν είναι διόλου περισσότερον “κοινωνία” υπό την έννοιάν μας, από το Βασίλειον της Μαγκάντα; Την Αυτοκρατορία του Πόντου ή το Χαλιφάτο της Αιγύπτου κατά την εποχή των Φατιμιδών. Αυτά είναι θραύσματα κοινωνιών, τα οποία αναμφισβητήτως αλλάζουν, συνενούνται ή διαλύονται, συμφώνως προς τους φυσικούς νόμους, αλλά η ύπαρξή τους ή ο θάνατός τους δεν συνεπάγονται την ύπαρξη ή το θάνατο μιας κοινωνίας. Η διαμόρφωσή τους είναι συνήθως ένα μεταβατικό φαινόμενο, το οποίον  έχει περιορισμένη ή έμμεσο επίδραση επί του πολιτισμού στον οποίο προκύπτουν. Αυτό που εννοώ ως “κοινωνία” είναι μια ομάς ανθρώπων συγκινουμένων από παρόμοιες ιδέες και από ίδια ένστικτα. Η πολιτική τους ενότης ημπορεί να είναι περισσότερον ή ολιγότερον ατελής, αλλά η κοινωνική τους ενότης πρέπει να είναι πλήρης : Έτσι, η Αίγυπτος, η Ασσυρία, η Ελλάς, η Ινδία και η Κίνα ήσαν -ή ακόμη είναι- το θέατρον όπου διακριτές και χωριστές κοινωνίες έχουν διαδραματίσει τα δικά τους πεπρωμένα, εκτός από την περίπτωση που αυτές συνεδέθησαν επί κάποιο χρονικό διάστημα από πολιτικά προβλήματα».

[Η Μαγκάντα είναι μια περιοχή στο ινδικό ομόσπονδο κράτος του Μπιχάρ και στην αρχαιότητα εσχημάτιζε μίαν  από τις  δεκαέξι Μάχα – Τζαναπάντας («Μεγάλες Χώρες») της αρχαίας Ινδίας. Πυρήν του βασιλείου ήταν η περιοχή του Μπιχάρ νοτίως του Γάγγη ποταμού. Η πρώτη του πρωτεύουσα ήταν η Ρατζαγκρίχα (η σύγχρονη Ρατζγκίρ) και στην συνέχεια η Παταλιπούτρα (η σύγχρονη Πάτνα). Το βασίλειον της Μαγκάντα επεξετάθη και συμπεριέλαβε το μεγαλύτερο μέρος του Μπιχάρ και της Βεγγάλης μετά την κατάκτηση των βασιλείων Λιτσάβι και Άνγκα, αντιστοίχως, ακολουθουμένη και από την κατάκτηση ενός μεγάλου μέρους του ανατολικού Ουτάρ Πραντές  και της Οντίσα.  Το αρχαίο βασίλειο της Μαγκάντα αναφέρεται ιδιαιτέρως στα κείμενα του Τζάϊνισμού και του Βουδισμού, καθώς ήταν η επικρατούσα πολιτειακή δύναμη στην γεωγραφική περιοχή όπου εγεννήθησαν ο Μαχαβίρα και ο Βούδας, ενώ ο τελευταίος απέκλεισε το βασίλειο ως  κληρονομία του. Αναφέρεται επίσης στην Ραμαγιάνα, στην Μαχαμπαράτα και στις Πουράνας. Ένα κράτος Μαγκάντα καταγράφεται και στα βεδικά κείμενα, σε εποχή πολύ πρωιμοτέρα του 600 π. Χ.

Η παλαιοτέρα αναφορά στον λαό Μαγκάντα εμφανίζεται στην Αθάρβα – Βέδα, όπου ευρίσκονται στον κατάλογο λαών ομού  με τους Άνγγας, Γκαντάρις και Μουτζαβάτ. Η Μαγκάντα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο όχι μόνον στην ανάπτυξη του τζαϊνισμού και του βουδισμού, αλλά επίσης δύο από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες της Ινδίας, η αυτοκρατορία των Μωρύα και η αυτοκρατορία Γκούπτα, προήρχοντο από τη Μαγκάντα. Αυτές οι αυτοκρατορίες πρσέφεραν μεγάλες προόδους στην επιστήμη της αρχαίας Ινδίας, στα μαθηματικά, στην αστρονομία, στην θρησκεία και στην φιλοσοφία θεωρούνται δε η Χρυσή Εποχή της Ινδίας.]

Και συνεχίζει : «Η αζτέκικη αυτοκρατορία στην Αμερική φαίνεται ότι απέκτησε οντότητα  κυρίως “προς μεγαλυτέρα δόξα” του φανατισμού. Δεν ημπορώ να φανταστώ τίποτα φανατικότερον από μια κοινωνία όπως αυτή των Αζτέκων, η οποία εστηρίζετο  σε ένα θρησκευτικό θεμέλιο, ποτιζόμεννο συνεχώς από το αίμα της ανθρωποθυσίας. Έχει απορριφθεί, ίσως με κάποιαν αλήθεια, ότι οι αρχαίοι λαοί της Ευρώπης εξασκούσαν κάποτε τελετουργική δολοφονία επί των θυμάτων που εθεωρούντο αθώα, με εξαίρεση τους ναυαγούς ναυτικούς και τους αιχμαλώτους πολέμου. Αλλά για τους αρχαίους Μεξικανούς, το ένα θύμα ήταν τόσο βολικό όσο και το άλλο. Με μιαν αγριότητα επισήμως αναγνωρισμένη από έναν σύγχρονο φυσιολόγο (τον Τζέϊμς Κόουλς Πρίτσαρντ στο έργον του «Φυσική Ιστορία του Ανθρώπου» -1843) ως χαρακτηριστικό των φυλών του Νέου Κόσμου, εσφαγίαζαν επί των βωμών τους συμπολίτες τους, δίχως έλεος, δίχως δισταγμό  και χωρίς διακρίσεις. Αυτό δεν τους εμπόδισε από το να είναι ένας ισχυρός, εργατικός και πλούσιος λαός, ο οποίος βεβαίως θα ήκμαζε, θα κυριαρχούσε και θα έσφαζε επί πολλoύς ακόμη αιώνες, αν δεν επενέβαινε η μεγαλοφυΐα του Χερνάντο Κορτές και το θάρρος των συντρόφων του, ώστε να θέσει τέλος στη τερατώδη ύπαρξη μιας τέτοιας αυτοκρατορίας. Συνεπώς ο φανατισμός δεν προκαλεί την πτώση των κρατών».

Στην επεξηγητική του υποσημείωση ο Κόμης ντε Γκομπινώ αναφέρει ότι (πέραν του Άγγλου ιατρού, ανθρωπολόγου και γεωγράφου Πρίτσαρντ), ο βιολόγος και  φυσιοδίφης δόκτωρ Καρλ Φρήντριχ Φίλιππ φον Μάρτιους  και ο βιολόγος Ιωάννης Βαπτιστής Ιππότης φον Στιξ, είναι σαφείς και κατηγορηματικοί  επί του ζητήματος της ψυχοβιολογίας και του χαρακτήρος των ιθαγενών της Νοτίου Αμερικής,  στο τρίτομο, 1388 σελίδων βιβλίον τους «Ταξίδια στην Βραζιλία κατά διαταγήν της Αυτού Μεγαλειότητος του Μαξιμιλιανού Ιωσήφ του Α’ Βασιλέως της Βαυαρίας, πραγματωθέντα και περιγραφέντα κατά τα έτη 1817-1820. Εκεί (1ος  τόμος – σελίδες 379-380),  γράφουν μεταξύ άλλων :

«Η ιδιοσυγκρασία των Ινδιάνων της Αμερικής είναι σχεδόν ανεξέλικτος και παρουσιάζεται ως φλέγμα. Όλες οι δυνάμεις της ψυχής, ακόμα και η υψηλοτέρα ευαισθησία, φαίνεται ότι ευρίσκονται σε κατάσταση νάρκης. Ζουν δίχως προβληματισμό για το σύνολον της δημιουργίας ή σχετικώς με τα αίτια και την εσωτερική σύνδεση των πραγμάτων. Η αίσθησή τους κατευθύνεται μόνον στην αυτοσυντήρηση. Παρελθόν και μέλλον σχεδόν δεν διαφέρουν γι’ αυτούς, έτσι ώστε δεν χρειάζεται να ανησυχούν για την επομένη ημέρα. Ξένοι προς την καλοσύνη, την ευγνωμοσύνη, την φιλία, την ταπεινοφροσύνη, την φιλοδοξία και γενικώς γιά όλα τα ευαίσθητα και ευγενή ερεθίσματα που κοσμούν την ανθρώπινη κοινωνία, απαθείς, κλειστοί, βυθισμένοι σε μιαν αδιαφορία για τα πάντα.

Τίποτε δεν είναι χρήσιμο στον  Ινδιάνο όσον οι οξείες εκ φύσεως αισθήσεις του, η πονηριά του και η αξιοσημείωτη μνήμη του, και μόνον όταν πρόκειται για πόλεμο ή κυνήγι, εκδηλώνεται η ανησυχία του. Ψυχρός και υποτονικός, ακόμη και στις οικογενειακές του σχέσεις, ακολουθεί από αγαπητή προτίμηση περισσότερον τα ζωώδη ένστικτα, ενώ ο έρωτάς του προς την γυναίκα είναι το μόνο πάθος που ημπορεί να σχίσει την  θαμπή αδιαφορία του. Πάθος το οποίον εκδηλώνεται στην καχεκτική του ψυχή, μόνον ως σκληρή ζήλια σε συνδυασμό με την επιθυμία για εκδίκηση.

Η σεμνότης δεν είναι ίδιον των ανδρών. Μόνον οι γυμνές γυναίκες, όταν παρακολουθούνται από ξένους, φαίνεται ότι ταράσσονται καθώς προδίδονται από τον τρόπο του βαδίσματός τους. Αναίσθητος περί την τέρψη του ουρανίσκου, ιδιαιτέρως στην τάση γιά κρεοφαγία, ο Ινδιάνος σε γενικές γραμμές είναι συγκρατημένος και ακολουθεί, δίχως καμία ιδιαιτέρα χρονική τάξη, μόνον τις ανάγκες, ενώ πεινά συχνά για να φροντίσει την καλοπέρασή του.  Αντιθέτως είναι δυστυχώς παθιασμένος  με την πόση του οίνου του ή έτοιμος να  παραδοθεί στο κονιάκ-όταν είναι σε αυτόν προσβάσιμο-. Ακόμη, υπηρετεί υπάκουος τους Λευκούς, με πεισματική επιμονή στην διατεταγμένη εργασία, οξύθυμος δίχως καμία θεραπεία του θυμού του, μάλλον δε πρόσφορος σε λίαν χρονοβόρο επιδίωξη εκδικήσεως, γεννημένος (όπως συνηθίζουν να λένε οι άποικοι) μόνον για να διατάζεται.  Ούτε απατηλός, ούτε κλέπτης, δεν αποδίδει επιθυμία σε τίποτα που δεν ανήκει στις «ανάγκες του στομάχου», τις οποίες αντιμετωπίζει πάντοτε ο ίδιος πάντοτε ξεχωριστά και εκτός της οικογενείας του. Κατά την ασθένεια,  ακόμη και φροντισμένος από τους αποίκους με την δέουσα προσοχή ή ακόμα και ευνοημένος με αγαθοεργίες, παραλλήλως με την ανάνηψή του αισθάνεται ζωηρώς μόνον το νομαδικόν ένστικτό του και φεύγει, ακόμη και δίχως άλλο  κίνητρο επιστρέφει στα σκοτεινά δάση του, σχεδόν ανίκανος γιά κάθε ευγνωμοσύνη,».

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 200)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Iχνηλατούντες την πνευματική τροχιά του φερομένου ως κατ’ εξοχήν εκπροσώπου της  φυλετικής σκέψεως, Κόμητος Αρτύρ ντε Γκομπινώ, πέραν των διαχεομένων παραμυθολογικών στρεβλώσεων  περί του βίου και του έργου του πολυμαθούς στοχαστού, πρέπει να σημειώσουμε ότι υπήρξεν εκτός από ικανός διπλωμάτης και  σπουδαίος (άξιος σπουδής) συγγραφεύς  ποικίλων έργων εκτός του περιφήμου  «Essai sur l’ inegalite des races humaines» («Δοκίμιον περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών», 1853-1855). Συνέγραψεν επίσης την μελέτη διπλωματικής ιστορίας «Capodistrias» («Revue des Deux Mondes» – Τόμος 26, 1841), το μυθιστόρημα «Scaramouche», (1843), το «Μνημόνιον περί της παρούσης κοινωνικής καταστάσεως της Περσίας», (1856), το λεπτομερέστατον «Οι θρησκείες και οι φιλοσοφίες στην Κεντρική Ασία», (1865), την εξαιρετικήν «Ιστορία των Περσών» (1869), την βιογραφία του Νορμανδού – Βίκινγκ προγόνου του Ότταρ   Γιάρλ («Η ιστορία του Ότταρ   Γιάρλ και των απογόνων του»), (1879) καθώς και τα εξειδικευμένα περί σφηνοειδούς γραφής πονήματά του «Διάλεξη περί των σφηνοειδών γραφών»,(1858) και «Πραγματεία περί των σφηνοειδών γραφών», (1864).

Οι εκ του εργασιακού του αντικειμένου και εκ της ιστορικής αναδιφήσεως «περιπλανήσεις» του Κόμητος, τον οδήγησαν να διαμορφώσει την αντίληψη ότι η φυλή είναι η γεννήτρια παράμετρος που δημιουργεί τον πολιτισμό, διατυπώνων την άποψη ότι οι τρεις ανθρώπινες φυλές («Μαύρη», «Λευκή» και «Κιτρίνη») αποτελούσαν βιολογικώς επελθόντες φυσικούς φραγμούς του ανθρωπίνου είδους και ότι η «ανάμιξη των φυλών» έθραυε αυτούς τους φραγμούς, οδηγούσα στο χάος. Εχαρακτήριζε την Νότιο και την Ανατολικήν Ευρώπη, την Μέση Ανατολή, την κεντρική Ασία και τη Βόρειο Αφρική ως περιοχές «φυλετικώς συμφυρματικές».

Ο Γκομπινώ εξέφρασεν επίσης την άποψη ότι, η Μαύρη και η Κιτρίνη φυλή ανήκουν στην ίδια «οικογένεια» φυλών με την Λευκή και έχουν κοινό πρόγονο. Μη έχων σπουδάσει ούτε θεολογία, ούτε φυσικές επιστήμες, και συγγράφων προ της ευρείας διαδόσεως και εις βάθος κατανοήσεως  της εξελικτικής θεωρίας, ο Γκομπινώ εθεώρησεν τα αναγραφόμενα στην Βίβλο ως πραγματικήν αφήγηση της ανθρωπίνης Ιστορίας και στο σχετικόν του δοκίμιον περί ανισότητος των φυλών αποδέχεται ως κοινούς προγόνους της ανθρωπότητος … τον Αδάμ και την Εύα. Ωστόσον, πέραν αυτού στην χριστιανική διδασκαλία της Εκκλησίας δεν υπάρχει καμία άλλη ένδειξη υποδεικνύουσα ότι οι «έγχρωμες» φυλές είχαν κοινούς με την λευκή φυλή προγόνους τους Αδάμ και Εύα (στην αρχική αγγλική απόδοση του εν λόγω έργου, Joseph Arthur de Gobineau:  Moral and intellectual diversity of races», εκδόσεις Joshua Ballinger Lippincott & Co, Φιλαδέλφεια (1856), σελίδες 337/338).

Ο Γκομπινώ θεωρούσε ότι η Λευκή φυλή υπερτερεί έναντι των άλλων φυλών στην δημιουργία όχι μόνον υλικοτεχνικής εξελίξεως αλλά και πολιτισμικής καλλιεργείας, καθώς και στην διατήρηση ευρύθμου πολιτειακής διακυβερνήσεως, «εν τάξει», ασχέτως του κρατούντος πολιτεύματος. Ωστόσον, επίστευεν επίσης ότι η ανάπτυξη του πολιτισμού σε άλλες περιόδους ήταν ολότελα διαφορετική από αυτήν της εποχής του και είκαζε ότι, οι άλλες φυλές ίσως είχαν μεγαλύτερες δυνατότητες σε εκείνες τις περιόδους κατά τις οποίες υπερτερούσαν εν σχέσει με την σύγχρονό του ιστορική περίοδο. Θεωρούσε, επίσης, ότι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός ήταν το σύμπλοκο των καλυτέρων στοιχείων που είχαν επιζήσει εκ των  αρχαίων πολιτισμών  και διέθετε τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά τους, τα οποία και του προσέδιδαν την ικανότητα να συνεχίζει υφιστάμενος. Η θεμελιώδης του θέση ήταν ότι, η ευρωπαϊκή πολιτιστική άνθηση από την Ελλάδα στην Ρώμη και κατόπιν στον γερμανικής προελεύσεως  μεταμεσαιωνικό πολιτισμό, ήτοι ιστορικών δρωμένων που μετεξελίχθησαν στον σύγχρονό του πολιτισμό, προήλθαν από  τον αρχαίον Ινδοευρωπαϊκό πολιτισμό, από την Ινδοευρωπαϊκή ηθικοπνευματική πολιτισμική καλλιέργεια (κουλτούρα) γνωστήν τότε και ως «Αρία», προς την οποίαν σαφώς και αντιστοιχούσαν συστατικώς.

Ο Γκομπινώ έγραψε αυτές τις θέσεις του με δεδομένη την πολιτιστικήν τροχιά του παρελθόντος της Ευρώπης, ενώ η ανάμιξη των φυλών εφαίνετο σαφώς αναπόφευκτος και κατ’ αυτόν θα οδηγούσε σε ολοέν αυξανόμενο χάος. Θεωρούσε ως κυρία αιτία της οικονομικής αναταραχής της εποχής του στην πατρίδα του Γαλλία την επελθούσα φυλετική «νόθευση». Αργότερον, όταν ήρχισαν να διαδίδονται τα πολιτιστικά στοιχεία από την Βρετανία και τις ΗΠΑ, ενώ ήρχισε να αναπτύσσεται και η Γερμανία, αναθεώρησε γράφων ότι «…η Λευκή φυλή έχει ακόμη την δυνατότητα να διασωθεί».

Αν και ο Γκομπινώ διείδε ελπίδες σωτηρίας των Λευκών με την επέκταση της ευρωπαϊκής ισχύος, δεν υπεστήριξεν την δημιουργίαν «οικονομικών αυτοκρατοριών» με πολυπολιτισμικό περιβάλλον, συμπεραίνων ότι η ανάπτυξη παρομοίων αυτοκρατοριών θα απεδεικνύετο καταστροφική για τις φυλές οι οποίες τις είχαν δημιουργήσει, καθώς αναποφεύκτως οδηγούσαν στην ανάμιξη των διακριτών φυλών και την δημιουργία «συμφύρματος». Αντιθέτως, θεωρούσε την τελευταία περίοδο του 19ου  αιώνος και την ανάπτυξη του ιμπεριαλισμού, ως μια θλιβερά διαδικασία αποσυνθέσεως του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Για να υποστηρίξει το συμπέρασμά του, ανεφέρετο συνεχώς στις παρελθούσες ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες και στις συνακόλουθες μετακινήσεις πληθυσμών, οι οποίοι δεν ανήκαν στην Λευκή φυλή, για να εξηγήσει την εθνογραφική σύνθεση των ευρωπαϊκών εθνών.

Συμφώνως προς την αντίληψή του, οι μικτοί πληθυσμοί της Ισπανίας, το μεγαλύτερον τμήμα της Γαλλίας και της Ιταλίας, η νότιος Γερμανία, το μεγαλύτερον μέρος της Αυστρίας και της Ελβετίας, καθώς και τμήματα της Βρετανίας, προέκυψαν από την ιστορική εξέλιξη των πολιτισμών των Ελλήνων, των Ρωμαίων και των εισβολέων Οθωμανών Τούρκων, οι οποίοι «ήνοιξαν» την Ευρώπη σε μη-Αρίους πληθυσμούς, όπως οι λαοί της βορείου Αφρικής. Επίσης, το νότιο και δυτικό Ιράν, η νότιος Ισπανία και η νότιος Ιταλία αποτελούνται, εθνολογικώς, από μιαν «εκφυλισμένη» μιγαδική φυλή, η οποία προέκυψεν από επιμειξίες. Επίσης, κατά τον Γκομπινώ, ολόκληρος η βόρειος Ινδία απετελείτο πληθυσμιακώς κατά το πλείστον από άτομα της Κιτρίνης φυλής.

Το πρώτο βήμα προς τον πολιτισμό, συμφώνως προς τον Γκομπινώ είναι η ένωση αρκετών φυλών, μέσω  συμμαχίας ή κατακτήσεως, για να σχηματίσουν ένα έθνος. Ορισμένες εθνοτικές ταξινομικές ομάδες φαίνονται ικανές να προχωρήσουν στην συγκρότηση μια συλλογικής μονάδος αρκετά μεγάλης ώστε να αναπτυχθεί πολιτισμός, άλλες φαίνονται ανίκανες. Εκείνοι που αποτυγχάνουν δεν φαίνεται να αποτρέπονται από εξωτερικές αιτίες. Ευρίσκονται σε ψυχρά, εύκρατα και θερμά κλίματα, σε εύφορες εκτάσεις και σε άγονες ερήμους, σε όχθες ποταμών, σε ακτές και σε εσωτερικές χερσαίες περιοχές.

Οι συμμαχικές φυλές (πιθανότατα συγγενείς) οι οποίες συνδέονται για να σχηματίσουν ένα έθνος, αναμειγνύονται προοδευτικώς σε ένα ομοιογενές σύνολο με την προϊούσα ενδογαμία. Αναπτύσσονται πόλεις και, καθώς μεγαλώνουν, συρρέουν σε αυτές ξένοι. Αρχίζει να διαμορφώνεται μια διεθνής κοινωνία. Μεταξύ των νεοαφιχθέντων είναι και άτομα τα οποία ανήκουν  σε εθνοτικές ταξινομικές ομάδες οι οποίες ουδέποτε εφάνησαν ικανές  να εκκινήσουν έναν πολιτισμό. Εκδηλώνεται και εδραιώνεται ο «εκφυλισμός».

Εκτιμάται ότι η λέξη «εκφυλισμός», προσδιορίζουσα χαρακτηριστικώς έναν λαό, πρέπει να σημαίνει και σημασιοδοτεί ότι αυτός ο λαός δεν έχει πλέον το εγγενές πλεονέκτημα που κατείχε προηγουμένως, ότι «δεν έχει πλέον το ίδιο αίμα στις φλέβες του», δηλαδή η αξία του ετροποποιήθη σταδιακώς από διαδοχικές αναμείξεις. Ή αν το θέσουμε άλλως, παρά το ίδιο όνομα δεν έχει διατηρήσει την ίδια φυλή με τους ιδρυτές του. Στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος της παρακμής, ο αποκαλούμενος και «εκφυλισμένος», είναι ένα διαφορετικό παράγωγο, από εθνοφυλετικής απόψεως, από τους ήρωες των μεγάλων ιστορικών εποχών.

Η ανωτέρω σύντομη περιγραφή συνοψίζει με αξιοσημείωτο σαφήνεια την υποκειμένη θεμέλιο ιδέα της σκέψεως του Γκομπινώ, την οποίαν εξέθεσεν εκτενέστατα στο διάσημο  βιβλίο του περί των ανθρωπίνων φυλών.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 199)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο

Μέρος ΛE΄

Aπό την τρίτη δεκατία του προηγουμένου αιώνος υπήρξε ένα σχεδόν παγκόσμιο κίνημα που αποσκοπούσε στην καλλιέργεια της πίστεως στην ισότητα όλων των ανθρωπίνων εθνοτικών ταξινομκών ομάδων. Δεν υπάρχει σχεδόν καμία αμφιβολία ότι, η παρόρμηση για το κίνημα αυτό προήλθε από το έντονο συναίσθημα το οποίον προεκάλεσε η δίωξη των Εβραίων από το ναζιστικό καθεστώς. Αρκετοί μελετητές ενδιαφερόμενοι για το θέμα, έχουν αναδιφήσει ενδελεχώς την ιστορία, ανιχνεύοντες την προέλευση των ποικίλων στρεβλών απόψεων οι οποίες εκαλλιεργήθησαν στο νου  των κρατούντων της μεσοπολεμικής Γερμανίας.

Με την προαναφερθείσα αναδίφηση έχει διαδοθεί η πεποίθηση ότι η καταγωγή των απόψεων αυτών ημπορεί να ευρεθεί στο βιβλίο του κόμητος ντε Γκομπινώ  «Εγχειρίδιον περί της ανισότητος των φυλών» («Essai sur l’ inegalite des races humaines»). Βεβαίως στην ίδια αναδίφηση έχουν αναφερθεί και άλλοι συγγραφείς, που συνέγραψαν μετά τον Γκομπινώ. Δυστυχώς, ο ίδιος ο Χίτλερ ελαχίστη παρέχει βοήθεια σε οποιονδήποτε θέλει να εντοπίσει την προέλευση των σκέψεών του σχετικώς με το εθνοτικό πρόβλημα. Ο πρώτος τόμος του βιβλίου του «Ο Αγών μου», με τον μάλλον παράξενο υπότιτλο: «Ένας απολογισμός», εγράφη ενώ εκρατείτο στην φυλακή του Λάντσμπεργκ της Βαυαρίας. Προφανώς εκεί η πρόσβασή του σε βιβλιοθήκη ήταν προφανώς περιορισμένη, αλλά προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι στο κεφάλαιό του για το εθνοτικό πρόβλημα αναφέρεται μόνον σε δύο αυθεντίες. Παραθέτει μια βραχυτάτη αντι-ιουδαϊκή φράση του Σοπενχάουερ και ένα μικρό δίστιχο του μεγάλου Γκαίτε (χωρίς μάλιστα να αναφέρει το όνομά του).

Παρόλα αυτά ημπορεί κανείς να σχηματίσει εντυπώσεις επί του προκειμένου από διάφορες πηγές, είναι δε σχεδόν βέβαιον ότι ορισμένοι συγγραφείς οι οποίοι παρουσιάζονται στην παρούσα σειρά ανθρωπολογικών και εθνολογικών άρθρων, επηρέασαν την σκέψη κάποιων από τους μεσοπολεμικούς ηγέτες της Γερμανίας. Το κατά πόσον  αυτοί οι συγγραφείς πρέπει να θεωρηθούν καθ’ οιονδήποτε τρόπον υπεύθυνοι για τις ενέργειες των Ναζί, είναι ένα άλλο ζήτημα. Καθ’ όσον  είναι άλλο πράγμα η θεωρητική γνώση και η επιστημονική υπόθεση, και βεβαίως άλλο πράγμα ο οιοσδήποτε βλαβερός και καταστρεπτικός τροπος χρήσεως της,  από τον οιονδήποτε.

Ο Αρτύρ ντε Γκομπινώ (1816-1882) ήταν Γάλλος διπλωμάτης και συγγραφεύς, θεωρούμενος από πολλούς ως πατέρας της απόψεως περί «ανωτερότητος» της «Αρίας» φυλής, την οποίαν εκφράζει στο βιβλίο του«Εγχειρίδιον περί της ανισότητος των φυλών». Εγεννήθη στις 14 Ιουλίου 1816 στο Βιλ-ντ’Αβρύ (Ville-d’ Avray) του νομού Ω-ντε-Σεν (Hauts-de-Seine) σε μιαν οικογένεια της γραφειοκρατικής «αριστοκρατίας του χιτώνος» («noblesse de robe») με καταγωγή από το Μπορντώ. Ο πατέρας του ήταν κυβερνητικός αξιωματούχος και φανατικός βασιλόφρων (ο οποίος εδιώχθη από τους δημοκρατικούς) και η μητέρα του, Ανν-Λουίζ Μαγκντελέν ντε Γκερσύ, ήταν θυγατέρα βασιλικού φοροεισπράκτορος.

Ο Αρτύρ υπήρξεν ένας πολυσχιδής άνθρωπος, εξαιρετικώς ευρέων ενδιαφερόντων. Ήταν κατ΄ επάγγελμα διπλωμάτης και όταν εδημοσιεύθη ο πρώτος τόμος της εργασίας του σχετικώς με το εθνοτικό πρόβλημα, ήταν Πρώτος Γραμματεύς της Γαλλικής διπλωματικής αντιπροσωπείας στην Ελβετία, ενώ αργότερον μετετέθη στην Περσική βασιλικήν αυλή. Σε όλα τα γραπτά του, τα νόηματά του είναι σαφή, όπως κατά παράδοση αναμένεται από έναν Γάλλο λόγιο. Διετέλεσε συγγραφεύς πολλών μυθιστορημάτων και συλλογών ποιημάτων, ενώ έγραψε επίσης στους τομείς της φιλοσοφίας, της ιστορίας, των ανατολικών σπουδών και της αρχαιολογίας, μάλιστα δε ένα από τα βιβλία του αφορά στην σφηνοειδή γραφή. Μια μεστή συνοπτική βιογραφία του εγράφη από τον εκδότη, ποιητή, συγγραφέα και κριτικό Μπεν Ραίη Ρέντμαν (1896-1961)

Το «Εγχειρίδιον περί της ανισότητος των φυλών» εδημοσιεύθη τμηματικώς από το 1853 έως το 1855. Έχουν δημοσιευθεί έργα που υποτίθεται ότι παριστούν την (ευρέως διαδεδομένη) αγγλική του μετάφραση, αλλά στην πραγματικότητα περιέχουν μόνο το πρώτο βιβλίο του πρωτοτύπου. Οι υπάρχουσες μεταφράσεις, εν πολλοίς αγγλιστί, μετεφράσθησαν λίαν χονδροειδώς, με περιττές παραλείψεις και αναδιατάξεις και, τουλάχιστον με μίαν εμβόλιμο εισαγωγή μιας σημαντικής δηλώσεως, περί της οποίας δεν τίθεται καν θέμα στο γαλλικό κείμενο.

Παγκοσμίως έχει δημοσιευθεί μία επιλογή από γραπτά του Γκομπινώ.  [ Στην ελληνική εκυκλοφόρησαν τα :  «Nouvelles asiatiques» (1876)  («Ασιατικά Διηγήματα» (1931) / «ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ» – «Au royaume des Hellenes» (1878)  («Στο βασίλειο των Ελλήνων στα τέλη του 19ου αιώνα» (1999) / «ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ»)-«Le Mouchoir rouge» (1872)  («Το κόκκινο μαντήλι» , (1996) / («ΟΛΚΟΣ»)-«Akrivie Phrangopoul» (1872) («Ακριβή Φραγκοπούλου», (1994) / «ΟΛΚΟΣ»].

Συνήθως στους προλόγους αυτών των επιλεγμένων κειμένων του, καταγράφεται αναιτίως ότι … ο Γκομπινώ πρέπει να έχει μια κεντρική θέση στην ιστορία ενός «ολεθρίου» κλάδου πολιτικής σκέψεως που εκορυφώθη με τις υπερβολές της ναζιστικής εποχής. (Χαρακτηριστικώς, δεν …διεσώθη από την εμμονήν αυτή ούτε η αγγλική μετάφραση του μυθιστορήματος του «Les Pleiades», το οποίον ουσιαστικώς αποτελεί αφηγηματικό έργο ενός ανθρώπου που είχε εξαιρετική κατανόηση της ανθρωπίνης φύσεως και υπερέβαινε  την εποχή του στην αντίληψη του θέματος των σεξουαλικών σχέσεων). Οι διάφορες πτυχές της φιλοσοφίας του θεωρούνται «εντυπωσιακώς συμπαγείς και απερίφραστες», ενώ καταδεικνύονται ως παράδειγμα της  «ηθικής των προτίμων (της elite)».

Η επαγγελματική ζωή του Γκομπινώ αντικατοπτρίζεται στο περιβόητο  Δοκίμιον, καθώς τα ενδιαφέροντά του αφορούν σαφώς στα έθνη και στα γεγονότα της Ιστορίας, παρά στα βιολογικά ή ανθρωπολογικά προβλήματα. Το βιβλίον του έχει μεστή και γλαφυρά γραφή, και είναι προφανώς το προϊόν ενός καλλιεργημένου και καλώς πληροφορημένου προσώπου. Το πρόβλημα που τον εταλάνιζε προφανώς δεν ήταν συνδεδεμένο με την ισότητα ή την ανισότητα των φυλών. Ήθελε να κατανοήσει γιατί οι σπουδαίοι πολιτισμοί «αποσυντίθενται», όπως εφαίνετο. Για να επιλύσει αυτό το πρόβλημα, εξετάζει λεπτομερώς τους λόγους που προβάλλουν άλλοι στοχαστές για να αξιολογήσουν τα γεγονότα. Η αποσύνθεση της θρησκείας, ο φανατισμός, η διαφθορά των ηθών, η πολυτέλεια και η κακή διακυβέρνηση, ο δεσποτισμός – τα μελετά όλα και τα απορρίπτει, βασιζόμενος στην Ιστορία.

Παραθέτει παραδείγματα, για να καταδείξει την ηθική υπεροχή ορισμένων εθνών εν σχέσει με εκείνα τα έθνη που τα αντικατέστησαν. Η θρησκεία μερικές φορές άνθισε καθώς ένα έθνος παρήκμαζε ή ένας πολιτισμός εχάθη όταν ο λαός παραγωγός του εκυβερνάτο καλύτερον παρά ποτέ. Οι Έλληνες, οι Πέρσες και οι Ρωμαίοι παρήκμασαν, αν και η πολυτέλεια ουδέποτε έφθασεν τόσον υψηλά μεταξύ τους, όπως στην Γαλλία της εποχής του. Εξόχως σοβαρές σκέψεις σχετικώς με το ζήτημα έστρεψαν το νου του στην πιθανότητα να ευρεθεί η απάντηση στην ανισότητα των φυλών – ή ακριβέστερον, με την τρέχουσα ορολογία, ορισμένων εθνοτικών ταξινομικών ομάδων.

Είναι αξιοσημείωτον ότι κατά τα τελευταία έτη της Μοναρχίας ο Γκομπινώ αποζούσε μόνον από την συγγραφή μυθιστοριών σε συνέχειες (επιφυλλίδες και «ρομάντσα»). Έγινε φίλος και αντήλλαξε ογκώδη αλληλογραφία με τον Αλεξίς ντε Τοκβίλ, ο οποίος και τον έφερε στο Υπουργείον Εξωτερικών ενώ διατελούσε Υπουργός Εξωτερικών κατά την Δευτέρα Γαλλική Δημοκρατία.

[Ο Αλεξίς-Σαρλ-Ανρί Κλερέλ ντε Τοκβίλ (1805 –1859) ήταν Γάλλος πολιτικός στοχαστής και ιστορικός, ο πλέον βαθυστόχαστος εκπρόσωπος του πολιτικού φιλελευθερισμού, υπέρμαχος του κοινοβουλευτισμού, αλλά και βαθύτατα σκεπτικιστής όσον αφορούσε στις ακρότητες της δημοκρατίας στην ηπειρωτική Ευρώπη στο πρώτο ήμισυ του 19oυ αιώνος. Είναι γνωστός για τα έργα του «Η Δημοκρατία στην Αμερική» (δίτομο: 1835 και 1840) και «Το Παλαιόν Καθεστώς και η Επανάσταση» (1856). «Η Δημοκρατία στην Αμερική εξεδόθη αφού ο Τοκβίλ εταξίδευσε στις ΗΠΑ και θεωρείται σήμερον ως μία από τις πρώτες πραγματείες στην κοινωνιολογία και στην πολιτική επιστήμη].

Το 1864, ο διορισμός του Γκομπινώ ως Επιτετραμμένου Πληρεξουσίου της Γαλλίας στην Ελλάδα υπήρξε λίαν κρίσιμος. Του ανετέθη μια «λεπτή» περί την διαχείριση εργασία, σε μια χώρα της οποίας η πολιτική σταθερότης  ήταν εξόχως εύθραυστη, δύο χρόνια μετά το πραξικόπημα που ανέτρεψε τον βασιλέα Όθωνα. Επί πλέον ο διορισμός του εδώ επανέφερε στην προβληματική του το αντικείμενον των πρώτων πολιτικών ανησυχιών του.

Στην Αθήνα, φαίνεται  ότι ο Κόμης είχε την ευτυχεστέρα περίοδο της ζωής του: Συνενεστράφη φιλικώς με το νέο βασιλέα Γεώργιο τον Α΄ και συνήντησε διαφόρους αξιολόγους ανθρώπους  της εποχής, παριστάμενος στα «σαλόνια» της Πρωτευούσης, όπου εγνώρισε και έναν πιστό φίλο κι θαυμαστή του, τον Κόμητα Ρόμπερτ Μπούλβερ Λύττον, λογιώτατο γραμματέα της αγγλικής πρεσβείας και υιό του διασήμου συγγραφέως Έντουαρντ Μπούλβερ Λύττον, μετέπειτα αντιβασιλέα των Ινδιών.

Επροχώρησε στο έργον του περί της ιστορίας των Περσών, σε δύο τόμους που εδημοσιεύθησαν το 1869  («Histoire des Perses», Παρίσι, εκδόσεις Plon) Κατόπιν, το ίδιο έτος, ενέκυψε στην ποίηση με την συλλογή του «Η Αφρόεσσα» («L’Aphroλssa»), εμπνευσμένη από τα κλασικά πρότυπα ωραιότητος γύρω του. Επίσης ήρχισε να ασχολείται με  την γλυπτική, (που παρά το πολύ μέτριον τάλαντό του, συνέχισε να ασκεί μέχρις του τέλους της ζωής του).

Ακόμη, το 1869, οριστικοποίησε την μορφή ενός βραχέος φιλοσοφικού δοκιμίου του : «Μνημόνιον επί των ποικίλων εκφάνσεων της ατομικής ζωής» («Mιmoire sur diverses manifestations de la vie individuelle»), το οποίον εκατόρθωσε με δυσκολία να δημοσιευθεί   στο λίαν έγκριτο «Περιοδικόν για την Φιλοσοφία και την Φιλοσοφική Κριτική» («Zeitschrift fόr Philosophie und Philosophische Kritik») που εξέδιδε ο καθηγητής φιλοσοφίας των Πανεπιστημίων Βόννης και Τυβίγγης, Ιμμάνουελ Χέρμαν φον Φίχτε.

Η περίοδος της εδώ παραμονής του, υπήρξεν επίσης χαρωπή, λόγω της στενής φιλίας με την Ζωή και την Μαρία Δραγούμη (κόρες του πολιτικού Νικολάου Δραγούμη, αδελφές του μέλλοντος πρωθυπουργού Στεφάνου Δραγούμη και θείες του αειμνήστου προπάτορος του Ελληνικού Εθνικισμού Ίωνος Δραγούμη), με τις οποίες διετήρησε εκτενεστάτη και αξιοσημείωτη πολυθεματική αλληλογραφία. Η ανένδοτος αδιαλλαξία του χαρακτήρος του και οι εμμονές του σχετικώς με ποικίλες εκπεφρασμένες απόψεις και θέσεις του, επέδρασαν αρνητικώς στην εργασία του : Διετύπωσεν απεριφράστως άποψη ευνοϊκή για τους Τούρκους κατά την διάρκεια της Κρητικής εξεγέρσεως του 1866-1869, παρά τις προειδοποιήσεις και εν τέλει τις απειλές από το γαλλικόν Υπουργείον Εξωτερικών, οπότε απώλεσε σταδιακώς την φιλία και εμπιστοσύνη του βασιλέως Γεωργίου. Τον Μάϊο του 1868 εμερίμνησε αυτοπροσώπως για την απέλαση του συμπατριώτη του ιστορικού Γκυστάβ Φλουρένς, που είχε ταχθεί ως επαναστάτης στο πλευρό των Κρητών. Η στάση αυτή του Γκομπινώ δεν ήταν βεβαίως άσχετη με την ανάκληση του από την Αθήνα, απ’ όπου έφυγε τον Σεπτέμβριο του 1868.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 198)

 

 

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος ΛΔ΄

Η μελέτη του εθνοφυλετικού προβλήματος από τον Γερμανό συγκριτικό ανατόμο και φυσιολόγο Φρήντριχ Τήντεμαν (1781-1861) συνδέεται στενώς με εκείνες των Μπλούμενμπαχ, Ζέμερινγκ και Κάμπερ. Η πρώτη έκδοση του «Περί της ποικιλίας του ανθρωπίνου γένους» του Μπλούμενμπαχ εξεδόθη πέντε έτη πριν γεννηθεί ο Τήντεμαν, αλλά ο τελευταίος αναφέρεται στον διάσημο συγγραφέα ως φίλο του, ενώ από νεαρός άνδρας ήταν ιδιαιτέρως εξοικειωμένος με τις μελέτες του Ζέμερινγκ και του Κάμπερ. Στο βιβλίον του γύρω από τον εγκέφαλο του Νέγρου, κύριος σκοπός του Τήντεμαν ήταν να αποκαλύψει εάν υπήρχε κάποια ουσιαστική διαφορά μεταξύ του εγκεφάλου αυτού και εκείνου του Ευρωπαίου και εάν ναι, μήπως ο πρώτος επεδείκνυε μεγαλυτέρα ομοιότητα με τον εγκέφαλο του ουρακοτάγκου.

Οι μετρήσεις της κρανιακής χωρητικότητος από τον Τήντεμαν απέδειξαν ότι ο εγκέφαλος του Νέγρου δεν ήταν μικρότερος, κατά μέσον όρον, από αυτόν του Ευρωπαίου. Οι μετρήσεις επί πραγματικών εγκεφάλων έδωσαν, εν ολίγοις, κάπως μικρότερες τιμές για τον Νέγρο και ο Τήντεμαν ανεκάλυψεν ειδικότερον ότι, το πρόσθιον τμήμα του εγκεφάλου του Νέγρου ήταν «κατά τι στενότερο» από αυτό των περισσοτέρων Ευρωπαίων, αλλά δεν είχε αρκετό υλικό για να πιστοποιήσει σαφώς το συμπέρασμα ότι στην πραγματικότητα υπήρχε τακτικώς παρατηρουμένη διαφορά. Παρετήρησεν επίσης ότι η γωνία του προσώπου του Κάμπερ δεν αποδίδει ένα μέτρον του μεγέθους του εγκεφάλου, όπως είχαν υποθέσει ορισμένοι συγγραφείς (ο ίδιος ο Κάμπερ δεν το είχε υποστηρίξει). Δεν ημπορούσε να ανεύρει καμιά διαφορά στην δομή του εγκεφάλου στις δύο φυλές, εκτός από το ότι οι έλικες και οι αύλακες των εγκεφαλικών ημισφαιρίων ήσαν πιο κανονικές και τακτικές στην κατανομή τους στον Νέγρο. Αυτό ήταν και το μοναδικό χαρακτηριστικό στο οποίον ο εγκέφαλος του τελευταίου προσήγγιζε εκείνον του ουρακοτάγκου, εγγύτερον του ευρωπαϊκού. Ο Τήντεμαν ήλθε σε αντίθεση με την διαπίστωση του Ζέμερινγκ ότι, τα κρανιακά νεύρα είναι παχύτερα στον Νέγρο παρά στον Ευρωπαίο.

Επίσης ο Τήντεμαν απεδέχετο ότι σε πολλούς Νέγρους που έζουν σε παράκτιες περιοχές της Αφρικής παρουσιάζοντο σε ορισμένα σωματοδομικά χαρακτηριστικά τους προσεγγίσεις προς εκείνα που υπήρχαν στον πίθηκο. Ανέφερε  σχετικώς το μεγαλύτερον μέγεθος των οστών του προσώπου, την προπέτεια των κοπτήρων οδόντων και των φατνίων τους, τα προέχοντα ζυγωματικά οστά, τον υποπλαστικό πώγωνα, τα πλατέα ρινικά οστά, την ισχυρά και προέχουσα κάτω γνάθο, την θέση του μείζονος ή ινιακού τρήματος, τον μακρό βραχίονα, όπως και το μήκος, το πλάτος, το σχήμα και την θέση του οστού της πτέρνης. Είχεν, ωστόσον, την άποψη ότι, συμφώνως προς τις αναφορές των ταξιδιωτών, υπήρχαν πολλές νεγρικές φυλές οι οποίες ζούσαν στο εσωτερικόν της Αφρικής, στις οποίες τα χαρακτηριστικά αυτά δεν ήσαν εμφανή. Ετόνισεν ότι ήταν άδικο να κρίνουμε τις πνευματικές δυνάμεις των Νέγρων από εκείνους τους ιδικούς τους που είχαν απομακρυνθεί από τις πατρίδες τους και από τις οικογένειές τους, και υφίσταντο την δουλεία. Γράφει : «Οι πνευματικές ικανότητες των Νέγρων γενικώς δεν φαίνονται να είναι κατώτερες από εκείνες των Ευρωπαίων και άλλων φυλών … Το κύριον αποτέλεσμα των ερευνών μου στον εγκέφαλο του Νέγρου είναι ότι ούτε η ανατομία ούτε η φυσιολογία ημπορεί να δικαιολογήσει την τοποθέτησή τους υπό τους Ευρωπαίους, από ηθική ή πνευματική άποψη». Δεν είναι σαφές γιατί ο Τήντεμαν αναφέρεται εδώ στην φυσιολογία, αφού η εργασία του αφορά στην ανατομία και όχι στην λειτουργία του εγκεφάλου του Νέγρου.

Καθώς η γνώση των ανθρωποειδών πιθήκων εξηπλώθη σταδιακώς κατά την διάρκεια του δεκάτου ογδόου αιώνος, το πρόβλημα της σχέσεώς τους με τον άνθρωπο διήγειρε μεγάλο ενδιαφέρον. Οι εξερευνητές παρείχαν ολοέν και περισσότερες πληροφορίες σχετικώς με διάφορες ανθρώπινες φυλές που διέφεραν σημαντικώς από τους Ευρωπαίους στην εξωτερική εμφάνιση και διεπιστώθη ότι ορισμένοι από αυτούς τους ανθρώπους ζούσαν πολύ απλές ζωές ως τροφοσυλλέκτες, χωρίς καμία γνώση της γεωργίας. Εφαίνετο πιθανόν ότι οι ανθρωποειδείς πίθηκοι ημπορούσαν επίσης να είναι αρχέγονοι άνθρωποι. Αν συνέβαινε αυτό, βεβαίως δεν θα ημπορούσε κάποιος ούτε να σκεφθεί καν την «ισότητα» όλων των ανθρώπινων φυλών.

Ο Έντουαρντ Τάϊσον, ένας ιατρός στο νοσοκομείον Bethlem του Λονδίνου, ήταν το πρώτο άτομο που προέβη σε μια λεπτομερή μελέτη της ανατομίας ενός ανθρωποειδούς πιθήκου. Εδημοσίευσε ένα βιβλίο για το θέμα αυτό («Ουρακοτάγκος – άλλως “Άνθρωπος των Δασών” ή η ανατομία ενός Πυγμαίου συγκριθείσα προς εκείνην μιας μαϊμούς, ενός πιθήκου και ενός ανδρός») στο τελευταίον έτος του δεκάτου εβδόμου αιώνος. Απεκάλεσε το εξετασθέν δείγμα του «ουρακοτάγκο», αλλά στην πραγματικότητα ήταν ένας χιμπατζής. Είχε αιχμαλωτιστεί στο εσωτερικό της Αγκόλας και μετεφέρθη ζων στην χώρα. Ο Τάϊσον περιέγραψε την εξωτερική μορφή, τον σκελετό και τους μύες με μεγάλη λεπτομέρεια, έδωσε δε κάποια στοιχεία για τα σπλάχνα και τον εγκέφαλο του ζώου. Παρετήρησε μάλιστα την ύπαρξη σκωληκοειδούς αποφύσεως, η οποία όπως εγνώριζε ήταν απούσα στους πιθήκους, καθώς επίσης ανέφερε την απουσία παρειακών θυλάκων, τους οποίους εμφανίζουν πολλοί πίθηκοι. Ανέφερε 48 σημεία στα οποία το δείγμα του «ομοιάζει περισσότερον με τον Άνθρωπο απ’ ότι οι μαϊμούδες και οι πίθηκοι» και 34 σημεία στα οποία «διαφέρει από τον Άνθρωπο και ομοιάζει περισσότερον με το είδος των πιθήκων και των μαϊμούδων». (Σε αυτά τα εδάφια χρησιμοποιεί την λέξη «Πίθηκος» εννοών συγκεκριμένα είδη του.)

Οι πληροφορίες που είχε στην διάθεσή του ο μέγας Σουηδός φυσιοδίφης Κάρολος Λινναίος τον οδήγησαν να υποθέσει ότι, δομικώς, οι ανθρωποειδείς πίθηκοι δεν διέφεραν κατά πολύ από τον άνθρωπο. Αρκούντως περίεργον είναι, ότι ανέφερε αρχικά το θέμα στο βιβλίο του για την πανίδα της Σουηδίας. Γράφει : «Θα ομολογήσω ότι, ως φυσικός ιστορικός δεν κατόρθωσα μέχρι στιγμής να αποκαλύψω κανένα χαρακτηριστικό με το οποίον, μέσω επιστημονικών αρχών, να προβώ σε διάκριση μεταξύ Ανθρώπου και Πιθήκου» και αναφέρει την ύπαρξη ζώων τα οποία είναι «ολιγότερον πίθηκοι, παρά τριχωτοί άνθρωποι». Στο «Systema naturae» του, ο Λινναίος αποδίδει δύο είδη στο γένος Homo: «Homo sapiens» (Έμφρων άνθρωπος) και «Homo troglodytes» (Τρωγλοδύτης άνθρωπος- ήτοι ανθρωποειδείς πίθηκοι). Δίδει ως παράδειγμα του «Homo troglodytes» τον ουρακοτάγκο, αλλά επειδή λέγει ότι αυτό το είδος εμφανίζεται και στην Αφρική, είναι σαφές ότι ορισμένες από τις πληροφορίες του αναφέρονται στον χιμπατζή. (Ο γορίλας ήταν άγνωστος στην επιστήμη κατά την εποχήν εκείνη.)

«Παρόλον που έφερα όλη μου την προσοχή στο θέμα, δεν θα ημπορούσα να διατηρήσω ένα γένος «Troglodytes» διακριτό από τον «Homo» … εκτός αν υιοθετούσα ένα χαρακτήρα αμφιβόλου αξίας, όχι σταθερόν σε άλλα γένη. Ούτε οι κυνόδοντες, οι οποίοι κατ’ ελάχιστον διαχωρίζονται από τους λοιπούς, ούτε οι νύμφες των Κάφρων, τις οποίες δεν διαθέτουν οι πίθηκοι, επέτρεψαν σε αυτό το ζώο να αποσυρθεί στους πιθήκους …. δεν αμφισβητείται ότι το είδος  Troglodytes διαφέρει από τον Homo Sapiens, οσονδήποτε παρομοία ημπορεί να είναι η ορθία στάση του και ομοίως κάποιος δεν ημπορεί να το φαντασθεί [μόνον] ως μια ποικιλία. Παραδείγματος χάριν, εκτός από οτιδήποτε άλλο, η ύπαρξη μιας νηκτικής μεμβράνης στους τρωγλοδύτες, αρνείται τελείως αυτό το ενδεχόμενο». Είναι πιθανόν ότι ο Λινναίος έλαβε πληροφορίες από ταξιδιώτες σχετικώς με την ορθία στάση των γιββώνων, διότι ούτε ο χιμπατζής ούτε ο ουρακοτάγκος είναι όρθιοι σε αγρία κατάσταση.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 197)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος ΛΓ΄

OΣάμουελ Τόμας Ζέμερινγκ (1755-1830) ήταν στενός φίλος του Μπλούμενμπαχ από την περίοδο που ήταν φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της Ιένας και στην συνέχεια μαθητής στο Γκέτινγκεν. Εσπούδασε υπό τον Πέτρους Κάμπερ στην Ολλανδία. Διέδραμε μια περίοδο κατά την οποίαν ενδιεφέρετο για την πρακτική μαγεία και έγινε Ροδόσταυρος, αλλά στην συνέχεια αφιερώθηκε ολοψύχως στις επιστημονικές μελέτες. Κατέστη ένας λίαν διακεκριμένος ανατόμος, που κατείχε διδακτικές έδρες σε διάφορα γερμανικά πανεπιστήμια. Σήμερον είναι γνωστός κυρίως για το πρωτοποριακό έργο του σχετικώς με το συμπαθητικό νευρικό σύστημα. Ήταν επίσης φίλος του μεγάλου Γκαίτε, ο οποίος τον προειδοποίησε για την τάση του να εικοτολογεί ανεξελέγκτως. Παρέμεινε επίσης ισοβίως φίλος  των πρώην καθηγητών του, Μπλούμενμπαχ και Κάμπερ, είναι δε προφανές από την υπάρχουσα αλληλογραφία τους, ότι ήταν γνώστης της περιφήμου ανθρωπολογικής – ανθρωπομετρικής «Διατριβής» του τελευταίου, πολύ πριν από την δημοσίευσή της.

Το 1784 ο Ζέμερινγκ δημοσίευσε ένα μικρό βιβλίο για την ανατομία των Νέγρων σε σχέση με εκείνην των Ευρωπαίων. Το επόμενο έτος εδημοσιεύθη μια πολύ διευρυμένη δευτέρα έκδοση του βιβλίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι στον τίτλο της πρώτης εκδόσως αναφέρεται στους «Μαύρους» -γερμανιστί «Mohren», λέξη που δηλεί και τους Μαυριτανούς – , αλλά και οι δύο εκδόσεις ασχολούνται συνολικώς με τους Νέγρους. Ο συγγραφεύς ανεκοίνωσε σαφώς εκ των προτέρων ότι κύριος στόχος του ήταν να ανακαλύψει «αν οι Νέγροι ή οι Ευρωπαίοι προσεγγίζουν περισσότερον τους πιθήκους». Αυτοί οι μικροί τόμοι περιέχουν μιαν εξαιρετικά αντικειμενική και στις περισσότερες περιπτώσεις (αν όχι όλες) ακριβή περιγραφή των φυσικών διαφορών μεταξύ των Νεγριδών και των Ευρωπιδών. Όσον αφορά στους πρώτους, εβάσισε τις μετρήσεις του κυρίως σε τρία κρανία που είχε στην κατοχή του, καθώς και στην ανατομή που διενήργησε σε τέσσερα πτώματα. Μετέρχεται συστηματικώς την μελέτη του σώματος, επισημαίνων τις υφιστάμενες διαφορές. Εκτός από τα εμφανή και πρόδηλα χαρακτηριστικά, αναφέρει και τα εξής, μεταξύ άλλων: «O οφθαλμικός βολβός και ο οφθαλμικός κόγχος του Νέγρου είναι ελαφρώς μεγαλύτεροι, το ομόλογο του τρίτου βλεφάρου είναι καλύτερον ανεπτυγμένο. Στο κρανίο οι πρόσθιοι ρώθωνες δεν διαχωρίζονται από την ρινική κοιλότητα με μιαν απότομο ακρολοφία και τα οπίσθια τρήματα της ρινικής κοιλότητος είναι πολύ ευρύτερα από εκείνα των Ευρωπαίων, δεδομένου ότι οι πτερυγοειδείς αποφύσεις του σφηνοειδούς οστού είναι πλέον μεμακρυσμένες. Οι άνω και κάτω κοπτήρες προπίπτουν και προέχουν, έτσι συγκλίνουν υπό γωνίαν. Η κάτω γνάθος είναι πολύ πιο ισχυρή, και το τμήμα όπου προφύεται ο μασητήρ μυς είναι πολύ ευρύ. Τα δάκτυλα των χειρών και των ποδών των Νέγρων είναι μακρύτερα και τα ισχία λεπτότερα.»

Όταν η μελέτη του ολοκληρώθηκε, ο Ζέμερινγκ θα ημπορούσε δικαίως να ισχυρισθεί ότι είχε πραγματοποιήσει την εργασία του χωρίς προκαταλήψεις.

«Θα ιδεί κάποιος από ολόκληρο την πραγματεία μου ότι σε αυτήν την μελέτη η πρόθεσή μου ήταν απλώς να ανακαλύψω αν οι Νέγροι ή οι  Ευρωπαίοι προσεγγίζουν περισσότερον στους πιθήκους. Στο τέλος υπήρξε όλως αδιάφορο για εμένα να διεκδικήσω αυτό για τους λευκούς ανθρώπους εν σχέσει προς τους μαύρους, μόνον έπρεπε να ανεύρω αψευδή και λογικά στηρίγματα του τελικού μου ισχυρισμού: Όμως όσον περισσότερον επεδίωξα να διενεργήσω αυτήν την μελέτη εν ψυχρώ, τόσον καλύτερον κατέστη προφανές πως αυτό ίσχυε για τον Νέγρο …. Αλλά παραμένουν παρ’ όλα άνθρωποι πολύ υψηλότερον αυτής της κλάσεως των αληθών τετραπόδων ζώων [των πιθήκων]. Είναι πράγματι λίαν εντυπωσιακώς διακριτοί και διαχωριζόμενοι  από αυτά …. Είμαι σε αυτό το θέμα πλήρως έμπλεος της γνώμης αυτού [του Κάμπερ], όπως έχει ήδη αναφερθεί, ότι δηλαδή ο Νέγρος δεν είναι απλώς άνθρωπος, αλλά και είναι του ιδίου με εμάς  είδους.  Απλώς μεταπίπτει, καθώς επίσης και διαφέρει, με ανεπαίσθητες διαφοροποιήσεις  στην δομή, στο χρώμα, κλπ, όπως στον Αβυσσηνό και στον Οττεντότο και σε άλλες ποικιλίες του ανθρώπου, οι οποίες μεταπίπτουν από την μία στην άλλη, μέσω εξίσου ανεπαισθήτων  μεταβάσεων. »

Ο ίδιος σημειώνει, ωστόσον : «Θεωρώ ότι τα διακριτικά όργανα της αντιλήψεως που αποδεικνύουν την διαφορά μας από τα ζώα, πιθανώς αφήνουν τον Νέγρο κάπως πιο πίσω μας κατά μέσον όρο», αλλά και «…μεταξύ των μαύρων, υπάρχουν μερικοί που πλησιάζουν εγγύς τους λευκούς αδελφούς τους, υπερβαίνουν δε πολλούς από αυτούς σε ευφυία». Πρέπει να γίνει αντιληπτό σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίον μελετά δίχως προκαταλήψεις το βιβλίο του Ζέμερινγκ ότι, ανεξαρτήτως των λαθών που πιθανώς έχει κάνει αυτός σε λεπτομερή σημεία, λόγω ελλείψεως επαρκούς ανατομικού υλικού, καθοδηγήθηκε αποκλειστικώς και μόνον από απροκατάληπτο επιστημονική επιθυμία να ανεύρει και να αποδείξει την επί του θέματος αλήθεια.

Ο διάσημος Ολλανδός συγκριτικός ανατόμος Πέτρους Κάμπερ (1722-1789) ενέχει μείζον ενδιαφέρον για τους μελετητές του εθνοφυλετικού ζητήματος,  κυρίως επειδή εισήγαγε μια ποσοτική μέθοδο για την αντικειμενική σύγκριση των ανθρωπίνων φυλών μεταξύ τους, αλλά και με ορισμένα ζώα. Η  «Προσωπική Γραμμή» του θα ημπορούσε σχεδόν να θεωρηθεί ως η αφετηρία από την οποίαν ανεπτύχθη  η σύγχρονος κρανιολογία, αν και ο καλλιτέχνης Άλμπρεχτ Ντύρερ είχε μελετήσει το ζωντανό πρόσωπο με συγκρίσιμο τρόπο σχεδόν 250 χρόνια πριν. Ο Κάμπερ έγραψε το προσχέδιο της διατριβής του για το θέμα αυτό, το 1768, και προσέθετε στοιχεία από καιρού εις καιρόν, μέχρις ότου προσέλαβε σχεδόν την τελική της μορφή το 1786. Ήταν, όμως, ένας πολυάσχολος και ιδιαιτέρως πολυχασμένος άνθρωπος: δεν υπήρξεν  μόνον ανατόμος, αλλά και ένας διακεκριμένος χειρουργός και γυναικολόγος, μια αυθεντία περί την ιατρική νομολογία, ένας καλλιτέχνης ζωγράφος και γλύπτης σημαντικών δεξιοτήτων. Ήταν ακριβώς έτοιμος να οργανώσει την δημοσίευση του βιβλίου του, όταν απέθανε αιφνιδίως το 1789. Η δημοσίευση έγινε δύο χρόνια αργότερον από το υιο του, με τη μορφήν γαλλικής μεταφράσεως.

Ο Κάμπερ επροχώρησε ως ακολούθως: Έθεσε το κρανίο σε θέση αυθαιρέτως  επιλεγείσα ως οριζόντιο. Αυτό επετεύχθη όταν τα στόμια των ώτων (οι οστεώδεις έξω ακουστικοί πόροι) και η ρινική άκανθα, το χαμηλότερο άκρον του ρινικού διαφράγματος, ήσαν στο ίδιο οριζόντιο επίπεδο. Δεν λέγει ακριβώς πού  ήσαν αυτά τα σημεία, αλλά φαίνεται πιθανόν από τα σχέδιά του ότι συνήθως (αλλά όχι πάντα) χρησιμοποιείται ό,τι είναι σήμερα γνωστό ως «πόριον» και «ρινακάνθιο». Στην συνέχεια, έκανε ένα ακριβές σχέδιο της αριστεράς πλευράς του κρανίου, έτσι ώστε κάθε σημείο του αντικειμένου θα πρέπει να αποτυπώνεται στο σχέδιο από ένα σημείο ακριβώς απέναντι από αυτό, χωρίς στρέβλωση από την προοπτική. Στην συνέχεια έσυρε μια δευτέρα γραμμή, συνδέουσα την πρόσθια επιφάνεια του πρώτου τομέως οδόντος και το μέτωπο. Αυτή η γραμμή είναι η καλουμένη «προσωπική γραμμή του Κάμπερ». Η γωνία που σχηματίζεται από την προσωπική γραμμή με το οριζόντιο επίπεδο ονομάζεται  κοινώς  «γωνία προσώπου του Κάμπερ». Ο ίδιος δεν φαίνεται πως είχε χρησιμοποιήσει αυτήν την έκφραση, αν και πάντοτε  μετρούσε και κατέγραφε αυτήν την γωνία.

Ο Κάμπερ είχε ήδη προβεί σε ανατομική μελέτη του ουραγκοτάγκου το 1861, στην οποίαν είχε συμπεριληφθεί η γραμμή του προσώπου σε ένα σχέδιο του κρανίου, αλλά σε αυτήν την προηγουμένη εργασία έσυρε την γραμμή που προορίζεται να εκπροσωπεί το επίπεδον της Φραγκφούρτης αρκετά χαμηλότερον από τον έξω ακουστικό πόρο, και το κάτω άκρον του ρινικού διαφράγματος (αν και φαίνεται να είναι παράλληλος με μιαν γραμμή που θα ημπορούσε να γίνει μέσω αυτών). Στο μεταθανάτιον βιβλίο του επιδεικνύει και πάλιν το κρανίον του ουραγκοτάγκου, αυτήν την φορά όμως με το οριζόντιον επίπεδο που αναφέρεται στον «κανονιστικό – πρότυπο» τρόπο του και δίδει τις γωνίες του προσώπου αυτού του ζώου, ενός άλλου ακαθορίστου πιθήκου και ορισμένων φυλών του ανθρώπου. Οι μορφές του είναι οι ακόλουθες : πιθήκου με γωνία 42°,  ουραγκοτάγκου 58 ° (το ίδιο σχήμα όπως είχε αποδώσει πριν), ενός νεαρού Νέγρου 70 ° και ενός Ευρωπαίου > 80 °. Εθεώρησεν ότι η γωνία μεταξύ της γραμμής  του προσώπου και του οριζόντιου επιπέδου παρέχει έναν καλό – αξιόπιστο δείκτη της εμφανίσεως του προσώπου, και ότι στο πλαίσιον αυτό ο Νέγρος ευρίσκετο εγγύτερον από τον Ευρωπαίο προς τον πίθηκο.

Ο Κάμπερ προέβη και σε διάφορες άλλες παρατηρήσεις σχετικώς με την ανατομία των Νέγρων. Ο ίδιος εγνώριζεν ότι, στην εποχή του πολλοί ταξιδιώτες και οι περισσότεροι φυσιοδίφες απέδιδαν το σχήμα της ρινός σε αυτήν την φυλή σε τεχνητή παραμόρφωση, αλλά ήξερε ότι η διαφορά ρινικού σχήματος με τους Ευρωπαίους υπήρχεν ήδη προ της γεννήσεως. Ανέφερε επίσης την μηνοειδή μεμβράνη στην εσωτερική γωνία (έσω κανθό) του ανθρωπίνου οφθαλμού και παρετήρησε ότι είναι ολίγον μεγαλυτέρα στους Νέγρους,  σε σχέση με τους Ευρωπαίους. Εσφαλμένως μάλιστα, ήταν της γνώμης ότι η ανθρώπειος αυτή μεμβράνη δεν ήταν ομόλογος με την νηκτική μεμβράνη των ζώων.

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 196)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος ΛΒ΄

Tο 1775, ένα έτος πριν από την πρώτη έκδοση του διασήμου πονήματος του Γερμανού ιστρού, φυσιοδίφη, ανατόμου και ανθρωπολόγου Γιόχαν Φρήντριχ Μπλούμενμπαχ : «Βιβλίον περί της φυσικής ανθρωπίνης ποικιλίας» («De generis humani varietate nativa liber»), ένας ιατρός, ονομαζόμενος Τζον Χάντερ (1754–1809) εδημοσίευσε την διατριβή του «Περί των ανθρώπων, οι οποίοι διαφέρουν ένεκα αυτών των λόγων» («De Hominum Varietatibus et harum causis») για την απονομή του τίτλου του Διδάκτορος της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Ο Χάντερ ησχολήθη με τις διαφορές μεταξύ των διαφόρων ειδών των ανθρώπων και εδήλωσε πως ανέπτυξε  τις αιτίες τους. Ο Σκωτσέζος επιστήμων, εδήλωσε πως η νεγροειδής φυλή εγεννάτο… λευκή. Επίστευε πως, με τον καιρό, λόγω του ηλίου, οι άνθρωποι … εμαύριζαν. Έλεγεν επίσης πως οι θερμικές φλύκταινες και τα καψίματα πιθανότατα θα μετήλλασαν σταδιακώς ένα νέγρο σε λευκό, πράγμα το οποίον τον έκανε να πιστεύσει πως οι απώτατοι πρόγονοι των νέγρων ήσαν … λευκοί. Η διατριβή του εγράφη στα λατινικά, αλλά μιά αγγλική της μετάφραση (από τον Τόμας Μπέντυς) εδημοσιεύθη ως παράρτημα στην αγγλική έκδοση του βιβλίου του Μπλούμενμπαχ (1865). Αρκετοί συγγραφείς υποθέτουν ότι ο συγγραφεύς της διατριβής  ήταν ο μεγάλος χειρουργός και ανατόμος με το ίδιο όνομα Τζον Χάντερ, (1728–1793), αλλά δεν συμβαίνει αυτό. Πρόκειται περί  ταυτωνυμίας, ενώ ο διάσημος ανατόμος δεν ησχολήθη με φυλογνωσικά θέματα.

Ο πολυμαθέστατος Μπλούμενμπαχ εγεννήθη στην Γκότα της ανατολικής Γερμανίας το 1752 και ήρχισε να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν σχεδόν αμέσως μετά την εκεί αποφοίτησή του  το 1775. Έγινε καθηγητής της Ιατρικής, αλλά οι σπουδαιότερες και διασημότερες  δημοσιεύσεις του αφορούσαν στους τομείς της ανθρωπολογίας, της φυσιολογίας και της συγκριτικής ανατομίας. Απέθανε στο Γκέτινγκεν το 1840, αφού παρέμεινε εκεί το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, εκτός από τις περιόδους οπότε επραγματοποίησε βραχέα ταξίδια στην Ελβετία και Αγγλία. Οι συνεισφορές του στην μελέτη του εθνοφυλετικού ζητήματος είναι μνημειώδεις μέσα από τις παρατηρήσεις και διαπιστώσεις του που εμπεριέχονται στο περίφημον έργο του «De generis humani varietate nativa liber», το οποίον εγνώρισε τρεις εκδόσεις, εκ των οποίων η πρώτη και η τρίτη μετεφράσθησαν στην  αγγλική, αλλά και στο «Συνεισφορές επί της φυσικής ιστορίας» («Beitrage zur Naturgeschichte»).

Ο Μπλούμενμπαχ ουδεμίαν είχεν αντίληψη της εξελίξεως του ανθρώπου μέσω μιας μακράς σειράς πιθηκοειδών προγόνων, ούτε, πράγματι, κάποιαν ιδέα περί της εξελίξεως με την σύγχρονο έννοιά της. Ανεγνώρισεν όμως ότι τα φυτά και τα ζώα ήσαν ικανά να τροποποιήσουν την μορφή τους, ως αποτέλεσμα της εξημερώσεώς τους  ή της αλλαγής του περιβάλλοντος κλίματος, υπέθεσε δε πως τα νέα χαρακτηριστικά  τα οποία επεβάλοντο κατά την διάρκεια της ζωής του ατόμου ήσαν κληρονομήσιμα. Όλες οι αλλαγές οι επερχόμενες σε ένα είδος, από αυτές τις αιτίες, ήσαν τα παραδείγματα αυτού που απεκάλεσε εκφυλισμό (degeneratio) της «αρχεγόνου ποικιλίας» (Varietas primigenia) ή «κυρίας φυλής». Νέα είδη θα ημπορούσαν να προκύψουν μόνον από «νέα ειδική δημιουργία» του Πλάστου.

Πάγιος ισχυρισμός του Μπλούμενμπαχ ήταν ότι υπήρχε ένα μόνον είδος ανθρώπου. Η Varietas primigenia  αυτή, την οποίαν απεκάλεσε «Καυκασία» («Caucasiana») –όπως λέγεται από τον πηγαίον θαυμασμόν του προς το ευρειδέστατο κρανίο μιας Γεωργιανής- αντιστοιχεί τους «Ευρωπίδες» της συγχρόνου ορολογίας, τους λευκούς ανθρώπους. Από αυτήν την Ποικιλία είχαν προκύψει οι άλλες, με την διαδικασία του «εκφυλισμού», η οποία προέκυψε από το γεγονός ότι ο άνθρωπος εκτίθεται σε ακραίες κλιματολογικές συνθήκες, είναι ο πλέον εξημερωμένος εξ όλων των οργανισμών, και μερικές φορές παρεμβαίνει ο ίδιος στην δομή του σώματός του.

Από την χρήση της λέξεως εκφυλισμός – degeneratio, θα ημπορούσε κανείς να υποθέσει ότι σκοπός του Μπλούμενμπαχ ήταν να επιβεβαιώσει την ανωτερότητα των Ευρωπιδών σε σχέση με τις άλλες φυλές, όμως αυτό δεν είναι διόλου σωστό καθώς υπήρξε επανειλημμένως διακεκηρυγμένη η πρόθεσή του να τονίσει την ενότητα του ανθρώπου, αλλά και να διορθώσει την σφαλερά κοινή πίστη στην έντονο «κατωτερότητα» ορισμένων φυλών. Επέτρεψε απλώς την αποτύπωση της υπάρξεως ορισμένων προφανών σωματοδομικών διαφορών. Αναφερόμενος στα χαρακτηριστικά του προσώπου των Νεγριδών, επί παραδείγματι, παρατηρεί  : «Παρά το γεγονός ότι, σχεδόν όλα τα ανθρώπινα έμβρυα είναι πλατύρινα, ωστόσον οι Αιθίοπες περί των οποίων ο λόγος, έχουν πολύ πλατεία ρίνα και “intersinia” -αν ημπορώ να χρησιμοποιήσω την έκφραση του γεωγράφου Ισιδώρου (του Χαρακηνού) για τους ρώθωνες- ώστε ο οιοσδήποτε αναγνωρίζει αυτήν την φυλή μόνον από αυτούς τους χαρακτήρες, ακόμη και αν δεν λαμβάνονται υπόψη τα οιδηματώδη χείλη της». Επίσης  παρατηρεί ότι ακόμη και ένας τυφλός, αν είχε την παραμικρά ιδέα της μεγάλης διαφοράς μεταξύ των προσώπων των Μογγόλων και των «Αιθιόπων», θα ημπορούσε ευχερώς και αυτομάτως να διακρίνει το κρανίον ενός Καλμούκου από εκείνο ενός Νέγρου, μόνον με την αφή! Ωστόσον, ήταν ανήσυχος, για την ενδεχομένη ελαχιστοποίηση αυτών των χαρακτηριστικών που θα ημπορούσαν να θεωρηθούν αρκούντως σημαντικά, ώστε να δικαιολογούν τον διαχωρισμό της κάθε ομάδος ανθρώπων ως ένα άλλο είδος : Έτσι υπετίμησε εντόνως την ιδιαιτερότητα της κεντρικής προκοιλιακής «λιπαράς ποδιάς» (tablier centrale) όσον ο Βολταίρος την προέβαλε υπερβολικώς. Γράφει : «Η πλέον πρόσφατος μαρτυρία ταξιδιωτών μας επιτάσσει  να θέσουμε την λιπαρά ποδιά των Οττεντότων γυναικών (την ύπαρξη της οποίας υπεστήριξαν από πολλού διάφοροι ταξιδιώτες) στην ίδια κατηγορία με την ανθρωπίνη ουρά και με τον ίδιο τρόπο να την απορίψουμε στους μύθους». Βεβαίως όμως, ο Μπλούμενμπαχ είναι ορθοτόμος όταν αρνείται ότι το χρώμα του δέρματος ημπορεί να θεωρηθεί ως ειδοποιός διαφορά (διαφορά μεταξύ κεχωρισμένων ειδών).

Δεν υπάρχει καμία απολύτως σαφής δήλωση στα γραπτά του συμφώνως προς την οποίαν ο «εκφυλισμός» συνεπάγεται κάποιαν κατωτερώτητα. Μόνη εξαίρεση «ποιοτικής διακρίσεως» εκ μέρους του είναι ότι οι άνθρωποι της «Αρχεγόνου Ποικιλίας» (Ευρωπίδες) είναι «πλέον ευμόρφου μορφής» («pulcerrimae formae») σε σύγκριση με εκείνην των λοιπών φυλών.

Ο Μπλούμενμπαχ προέβη σε ειδική έκκληση για μιαν πλέον ευνοϊκή στάση απέναντι στους νέγρους. Γράφει : «Ουδείς φερόμενος ως άγριος άνθρωπος είναι γνωστός σε εμάς, ο οποίος να έχει διακριθεί τόσον πολύ όπως ο Νέγρος, από τέτοια παραδείγματα τελειοποιήσεως και ικανότητος για μάθηση και πολιτισμό, συνεπώς δε να έχει συνδεθεί τόσον στενώς με τους πλέον καλλιεργημένους ανθρώπους στην γη». Μάλιστα ο μεγάλος ανθρωπολόγος δίδει πολλά αξιόλογα παραδείγματα πνευματικών ικανοτήτων συγκεκριμμένων  νέγρων.

Σύντομος μνεία πρέπει να γίνει εδώ και σε έναν ακαδημαϊκό διδάσκαλο, συνάδελφο του Μπλούμενμπαχ, που είχε διορισθεί λέκτωρ στην Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιον του Γκέτινγκεν δύο ή τρία χρόνια πριν από τον Μπλούμενμπαχ. Είναι σχεδόν αδύνατον να φαντασθεί κανείς δύο άνδρες με εντονοτέρα ανίθεση και ριζικότερον διαφορετική προοπτική περί του εθνοφυλετικού ζητήματος. Ο Κριστόφ Μάϊνερς (1747–1810) ήταν φιλόσοφος και ιστορικός και υπήρξε έμμονος υποστηρικτής του πολυγενισμού. Εμελέτησε τα φυσικά, νοητικά και ηθολογικά χαρακτηριστικά της κάθε φυλής, και κατεσκεύασε μιαν ιδιάζουσα  διαφυλετική ιεραρχία, βασιζόμενος  στα ευρήματα των μελετών του (καταγραφόμενα λεπτομερώς στο τετράτρομον έργο του «Έρευνες περί των ποικιλοτήτων των ανθρωπίνων φύσεων» / «Untersuchungen uber die Verschiedenheiten der Menschennaturen»-1813). Εχώρισε την ανθρωπότητα σε 2 ευρείες κατηγορίες, την «εύμορφη λευκή φυλή» και την … «άσχημο μαύρη». Στο βιβλίον του «Περίγραμμα της Ιστορίας της Ανθρωπότητος»  («Grundrib der Geschichte der Menschheit» -1785), λέγει  πως το κυριότερον χαρακτηριστικό μιας φυλής είναι είτε η ευμορφία είτε η ασχημία της. Επίστευε πως μόνον η λευκή φυλή (εξαιρουμένων των Σλάβων) ηταν εύμορφη. Εθεώρησε κατώτερες τις «άσχημες» φυλές, επίσης δε ανήθικες και ζωώδεις. Έλεγε πως οι σκοτεινόχροες, άσχημοι άνθρωποι εξεχώριζαν από τους ευμόρφους λευκούς ανθρώπους, λόγω της «λυπηράς» ελλείψεως αρετής και λόγω των «τρομερών ελαττωμάτων» τους. Ο Μάϊνερς προσεπάθησε να μεταφέρει την γνώμη του για το ζήτημα, με μιαν εξόχως επιθετική γραφή όπου χρησιμοποιούνται προσβλητικοί όροι για τους νέγρους και άλλους μη ευρωπαϊκούς  λαούς. Σε ένα από τα κείμενά του μάλιστα ζητεί οι νομικοί και οι άλλοι υπεύθυνοι στις κρατικές αρχές, να θεωρούν για την ανθρωπότητα ότι η ελευθερία και άλλα δικαιώματα των ανθρώπων δεν πρέπει  να προσφέρονται σε ανθρώπους «οι οποίοι στερούνται συναισθήματος, είναι τόσον ευερέθιστοι και συνάμα ράθυμοι, τόσον ανόητοι  και κακοί (ubelartigen) όπως οι νέγροι» και εκθέτει την γνώμη του ότι  «… οι μαύροι, καφέ και ερυθροί λαοί, ου μόνον δεν ανεκάλυψαν τις τέχνες και τις επιστήμες, αλλά ήσαν ανίκανοι για αποδοχή τους, όταν τους προσεφέρθησαν από τους Ευρωπαίους».

Α. Κωνσταντiνου

(Φ. 195)

 

 

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος ΛA΄

Μερικοί ιστορικοί της επιστήμης καταδεικνύουν το έργον του Γάλλου μαθηματικού, λογίου και φιλοσόφου Πιέρ Λουί Μορώ ντε Μωπερτουί (Pierre Louis Moreau de Maupertuis,1698 -1759) στην βιολογία, ως εξαιρετικώς σημαντικόν πρόδρομο της εξελικτικής θεωρίας, ειδικώς δε της θεωρίας της φυσικής επιλογής. Άλλοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι παρατηρήσεις του περί το εξελικτικόν επιχείρημα είναι βιαστικές, ασαφείς ή συγκυριακές. Η ετυμηγορία του μεγάλου εξελικτικού βιολόγου Ερνστ Βάλτερ Μάϋρ  περί αυτού είναι σαφής:«…δεν ήταν ούτε απλώς εξελικτικός, ούτε από τους ιδρυτές της θεωρίας της φυσικής επιλογής, αλλά υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους της Γενετικής». Ο Μωπερτουί είχεν ευαγγελισθεί μια θεωρία «παγγενέσεως», θέτων το ζήτημα των «γενεσιουργών σωματιδίων» από την μητέρα και τον πατέρα, υπευθύνων για τα χαρακτηριστικά του παιδιού (πρβλ. με τα γονίδια). Ο ιστορικός της Βιολογίας Πήτερ Μπόουλερ τον πιστώνει με μελέτες περί κληρονομικότητος, φυσικής προελεύσεως των ανθρωπίνων φυλών, καθώς και με την ιδέαν ότι μορφές ζωής ημπορούν να έχουν αλλάξει με την πάροδον του χρόνου.

Ο Μωπερτουί υπήρξε σφοδρός επικριτής των φυσικών θεολόγων, καταδεικνύων φαινόμενα ασύμβατα με μιαν έννοιαν αγαθού και σοφού Δημιουργού. Ήταν επίσης από τους πρώτους που εξήτασαν  τα ζώα με όρους μεταβλητών πληθυσμών, σε αντίθεση με την παραδοσιακή  φυσική ιστορία που ετόνιζε την περιγραφή των επιμέρους δειγμάτων. Η εργώδης ερμηνεία του ημπορεί να εκτιμηθεί από την ανάγνωση των πρωτοτύπων έργων του.

Ακολουθεί η μαρτυρία ενός αποσπάσματος από το βιβλίο του «Φυσική Αφροδίτη» («Vιnus Physique» – 1745): «Δεν θα ημπορούσε ένας να ειπεί ότι, στους τυχαίους συνδυασμούς των παραγωγών της φύσεως, όπου υπάρχουν κάποιοι που χαρακτηρίζονται από μιαν ορισμένη σχέση “καταλληλότητος”, οι οποίοι είναι σε θέση να επιβιώσουν, δεν πρέπει να αναρωτηθούμε επ’ αυτού, ότι αυτή η “καταλληλότης” είναι παρούσα σε όλα τα είδη που υπάρχουν σήμερα; Η πιθανότης, θα έλεγε κανείς, εντός ενός παραχθέντος αναριθμήτου πλήθους ατόμων, να ευρέθη ένας μικρός αριθμός τους, κατασκευασμένος κατά τέτοιον τρόπον, ώστε τα τμήματα του ζώου ήσαν σε θέση να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του. Σε άλλον, απείρως μεγαλύτερον αριθμό, δεν υπήρξε ούτε καταλληλότης, ούτε τάξη: Όλα αυτά τα ζώα έχουν χαθεί. Τα ζώα που δεν είχαν ένα στόμα δεν ημπορούσαν να ζήσουν. Άλλα που δεν είχαν αναπαραγωγικά όργανα δεν θα ημπορούσαν να διαιωνισθούν… Τα είδη που βλέπουμε σήμερα είναι μόνον το ελάχιστον  μέρος,  αυτού του πλήθους το οποίον παρήγαγε το τυφλό πεπρωμένο …»

Μια σχεδόν ταυτόσημος επιχειρηματολογία ημπορεί να ευρεθεί και στο  έργον του του 1746  «Οι νόμοι της κινήσεως και της παύσεως προέρχονται από μια μεταφυσική αρχή», όπου διατυπώνει ανάλογες αν όχι ταυτόσημες ιδέες με τον Ντέηβιντ Χιούμ στο «Διάλογοι αφορούντες την Φυσική Θρησκεία» (1777).

Η κορυφαία αναζήτηση  στην οποίαν ενεπλάκη ο Μωπερτουί αφορά στις ανταγωνιστικές περί γενέσεως θεωρίες, (της «προμορφοποιήσεως» και της «επιγενέσεως»). Η ερμηνεία του περί της ζωής εμπεριείχε την αυτόματο  γένεση νέων ειδών ζώων και φυτών, ομού με την μαζική εξάλειψη των ανεπαρκών μορφών. Αυτές του οι ιδέες απορρίπτουν μεν την ανάγκη ενός Δημιουργού, αλλά δεν αποτελούν μέρος της συγχρόνου εξελικτικής  σκέψεως.  Η χρονολογία των εν λόγω εικασιών, 1745, είναι παράλληλος  με το έργον του Λινναίου και έτσι προηγείται κάθε σαφούς εννοίας του «είδους». Επίσης, οι εργασίες του περί Γενεαλογίας, σε συνδυασμόν με την ανίχνευση των φαινοτυπικών χαρακτηριστικών μέσα από γενεαλογικές σειρές, προαναγγέλλουν τις εργασίες που έγιναν αργότερον στην Γενετική.

Στον δέκατο όγδοον αιώνα οι φιλόσοφοι, οι πολιτικοί συγγραφείς και οι ιστορικοί, σε καμία περίπτωση δεν ήσαν οι μόνοι άνθρωποι που ενδιαφέροντο για το «εθνοφυλετικό ζήτημα». Ορισμένοι διακεκριμένοι βιολόγοι έγραψαν επί μακρόν για το ίδιο θέμα,  βεβαίως έχοντες  πολύ μεγαλυτέρα σαφήνεια και φειδώ στα επιχειρήματά τους και προφανώς ορθοτέρα αντίληψη από τους λοιπούς εμπλακέντες.  Τα έργα ανθρώπων όπως ο Μπλούμενμπαχ διατηρούν το ενδιαφέρον τους και την μεγάλη αξία τους έως σήμερα. Προκειμένου, όμως, να εκτιμήσουμε σαφώς αυτό που προσεπάθησαν να κάνουν, είναι απαραίτητο να αντιληφθούμε την πορεία της βιολογικής σκέψεως του δεκάτου ογδόου αιώνος. Ο Μπλούμενμπαχ και οι αντίστοιχοί του,  δεν ησχολήθησαν να αποδείξουν πως όλες οι φυλές της ανθρωπότητος ήσαν απαραιτήτως «ίσες», αλλά ήθελαν να καταδείξουν ότι, όλες οι φυλές ήσαν ανθρώπινες, καθώς και να πείσουν τους αδαείς άλλους, πως οι όποιες διαφορές των φυλών προεβλήθησαν υπερβολικώς. Πρέπει επίσης να υπενθυμισθεί ότι, η ιδέα της ανθρωπίνης εξελίξεως από κάποιο ανθρωποειδές είδος πιθήκων, ήταν σχεδόν απούσα στον νου των περισσότερων ανθρώπων. Η εξελικτική σκέψη ευρίσκετο σε εμβρυϊκό στάδιο, ακόμη και σε επιστημονικούς κύκλους.

Βεβαίως, ο μέγας φυσιοδίφης  Κάρολος Λινναίος, μακράν απείχε από την αποδοχή της ιδέας της ισότητος μεταξύ των ανθρώπων, ώστε  απαρίθμησε τις νοητικές ικανότητες της κάθε φυλής ως σαφείς διακριτικούς της χαρακτήρες, συγκρίσιμες με τους φυσικούς της χαρακτήρες. Οι άνθρωποι τους οποίους ομαδοποίησε υπό το όνομα του «Ευρωπαίου» («Europaeus») ανήκαν σαφώς στην Νορδική, Ανατολικοευρωπαϊκή και Μεσογειακή υποφυλή, της μετέπειτα τυπολογικής ανθρωπολογικής και φυλογνωσικής ορολογίας. Αυτό προκύπτει από την περιγραφή του για τα φυσικά τους χαρακτηριστικά. Με την συνήθη του λακωνικότητα λέγει ότι αυτό το τμήμα της ανθρωπότητος είναι «ενεργό, λίαν οξυδερκές, εφευρετικό». Πρέπει να σημειωθεί ως αξιοπερίεργο της Ιστορίας της Επιστήμης, το γεγονός ότι στην δωδεκάτη έκδοση του περιβοήτου φυσιοδιφικού ταξινομικού του βιβλίου «Σύστημα της Φύσεως» («Systema naturae»), ο Λινναίος ήλλαξε  τον χαρακτηρισμό του Ευρωπαίου από acutissimus («οξύνους») σε argutus («ταχύνους»). Δεν ημπορεί κανείς να μαντέψει ποια ήταν η αιτία για την μικρή αυτήν αλλαγή, η οποία έγινε δεκτή από τον μεγάλο Γερμανό φυσιογνώστη Γιόχαν Φρήντριχ Γκμέλιν στην έκδοση (δεκάτη τρίτη) της οποίας ήταν υπεύθυνος. Σε πλήρη αντίθεση με ό,τι λέει για τον «Ευρωπαίο», ο Λινναίος στην ενότητα περί του Αφρικανού Έμφρονος Ανθρώπου («Homo  Sapiens Afer») -που από την φυσική περιγραφή του παρουσιάζεται να περιλαμβάνει τις φυλές των Νεγριδών και Κοϊσανιδών- τον στιγματίζει ως «πανούργο, οκνηρό, απρόσεκτο».

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 194)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος Λ΄

Ο Τζέϊμς Μπάρνετ, Λόρδος Μονμπόντο, βασιζόμενος σε αφηγήσεις συγχρόνων του εξερευνητών έγραψε αναφερόμενος στους ουρακοτάγκους : «… από τα αναφερθέντα στοιχεία φαίνεται βέβαιον ότι είναι του είδους μας και παρά το ότι έχουν σημειώσει κάποια πρόοδο στις τέχνες της ζωής (sic !) δεν έχουν φθάσει το επίτευγμα της γλώσσης». (Ο όρος «ουρακοτάγκος» ήταν εκείνη την περίοδο ένας γενικός όρος για όλα τα είδη των πιθήκων). Ο Σουηδός εξερευνητής, τα στοιχεία της αφηγήσεως του οποίου εδέχθη εν προκειμένω ο Μπάρνετ, ήταν αξιωματικός του ναυτικού που είχε ιδει μιαν ομάδα πιθήκων, και εσκέφθη ότι ήσαν άνθρωποι. Ο Μπάρνετ απλώς εδέχθη την άποψη ότι, ήταν λογικό οι άνθρωποι να αναλαμβάνουν συνεπώς την ευθύνη των πραγμάτων που κάνουν, οπότε ο λόγος ενός αξιωματικού του ναυτικού -εκπαιδευμένου να δίδει ακριβείς αναφορές- ήταν μια αξιόπιστη πηγή. Ο Μπάρνετ ήταν πράγματι υπεύθυνος για την αλλαγή του κλασικού ορισμού του ανθρώπου ως «πλάσματος της λογικής» σε «πλάσμα που ημπορεί να επιτύχει την λογική», παρόλον που εθεώρει πως αυτή η διαδικασία ήταν βραδεία και επίσης ήταν πολύ δύσκολο να επιτευχθεί. Ο ίδιος προσδιόρισε τον ουρακοτάγκο ως ανθρώπινον ον, καθώς οι  πηγές του τον επληροφόρησαν ότι το ζώον ήταν σε θέση να «αιδείται», να βιώνει ντροπή.

Κάποτε είπε ότι, οι άνθρωποι πρέπει να είχαν γεννηθεί όλοι ….. με ουρές, οι οποίες αφαιρούντο από τις μαίες κατά τον τοκετό. Οι σύγχρονοί του εγελοιοποίησαν τις απόψεις του, οπότε το 1773 απέσυρεν αυτήν την παράλογο άποψή του. Μερικοί κατοπινοί σχολιαστές τον θεωρούν ως προβλέπτη της εξελικτικής θεωρίας. Ο ίδιος εφάνη να υποστηρίζει ότι τα ζωικά είδη προσαρμόζονται και τροποποιούνται για να επιβιώσουν, ενώ οι παρατηρήσεις του σχετικώς με την εξέλιξη από την βαθμίδα των πρωτευόντων θηλαστικών προς εκείνην του  ανθρώπου συνεισέφεραν σε κάποιο είδος της εννοίας της εξελίξεως. Ο Μπάρνετ επίσης εξήτασε τα «άγρια παιδιά» και ήταν ο μόνος στοχαστής της εποχής του, που τα αντιμετώπισε ως ανθρώπινα όντα και όχι ως τέρατα. Είδεν ανεπιφυλάκτως σε αυτά τα παιδιά την δυνατότητά τους να επιτύχουν την «κατάσταση της λογικής».

[Ως «άγριο παιδί» ορίζεται ένα παιδί που έχει ζήσει απομονωμένο από την ανθρωπίνη επαφή από πολύ νεαρά ηλικία, οπότε έχει μικρά ή καθόλου εμπειρία ανθρωπίνης φροντίδος, συμπεριφοράς και κυρίως της ανθρωπίνης λαλιάς. Ορισμένα άγρια παιδιά έχουν περιοριστεί από ανθρώπους (συνήθως τους ιδικούς τους γονείς) και σε ορισμένες περιπτώσεις, η εγκατάλειψη αυτών των παιδιών οφείλεται στην γονεϊκή απόρριψή τους λόγω σοβαράς νοητικής ή σωματικής βλάβης. Τα «άγρια παιδιά» ημπορεί να εβίωσαν σοβαρά κακοποίηση ή τραύμα πριν εγκαταλειφθούν ή διαφύγουν. Μερικές φορές υπήρξαν θέματα της λαϊκής παραδόσεώς και των θρύλων, συνήθως απεικονιζόμενα ως αναθρεμμένα από  ζώα (όπως ο Ρωμύλος και ο Ρέμος  της ρωμαϊκής μυθολογίας  ή ο Μόγλης στο «Βιβλίον της ζούγκλας» του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ)].

Ο Άγγλος Έντουαρντ Λονγκ (1734 -1813) ήταν αποικιακός αξιωματούχος, δικαστής,  ιστορικός και συγγραφεύς του εξαιρετικώς αμφιλεγομένου τριτόμου έργου : «Η Ιστορία της Τζαμάϊκα» (που εδημοσιεύθη το 1774, αλλά επανεξεδόθη και πάλιν στην δεκαετία του 1970). Ο ιστορικός της Τζαμάϊκα συνεφώνησε με τον Ρουσσώ και τον Μονμπόντο στην απόδοση πνευματικών δυνάμεων στους ανθρωποειδείς πιθήκους, αλλά προσέδωσε στις παρατηρήσεις περί του ουραγκοτάγκου μιαν επιπλέον κατεύθυνση στην γνώμη του, την οποίαν οι συγγραφείς αυτοί ελάχιστα θα είχαν εγκρίνει: «… ούτε, σε ότι φαίνεται μέχρις στιγμής, εμφανίζεται καθόλου κατώτερος σε πνευματικές ικανότητες από πολλούς της νεγρικής φυλής».Υπέθεσε και αυτός ότι, ο ουρακοτάγκος (ή ο χιμπατζής, καθώς είναι αδύνατον να είμεθα ακριβώς βέβαιοι ποιον εννοούσε) ευρίσκετο «σε στενή συγγένεια με τον άνθρωπο».

«Η ιστορία της Τζαμάϊκα», υπήρξε το πλέον γνωστό έργο του. Το βιβλίο δίδει μια πολιτική, κοινωνική και οικονομική περιγραφή με μιαν επισκόπηση  της νήσου, από ενορίας σε ενορία από το 1665 έως το 1774. Είναι εξόχως περιεκτικό βιβλίο, αλλά περιέχει μερικές από τις πλέον πικρόχολες και δυσφημιστικές  περιγραφές των  Τζαμαϊκανών και των Αφρικανών γενικότερον. Περιέχει μιαν απαξιωτική περιγραφή των Αμερικανών μαύρων σκλάβων κατά την εποχήν του Διαφωτισμού. Με παρόμοιον προς τους συγχρόνους του τρόπο, η περιγραφή του Λονγκ περί φυλής,  την θεωρεί ως «φυσική κατάσταση». Ο Λονγκ στις μάλλον συγκλονιστικές περιγραφές του υποστηρίζει ότι οι «Αμερικανοί Νέγροι» χαρακτηρίζονται από την ίδια «κτηνώδη συμπεριφορά, την ηλιθιότητα και τις αμαρτίες που υποβαθμίζουν τους αδελφούς τους» στην Αφρική. Υπεστήριξε ότι «αυτή η φυλή των ανθρώπων» διακρίνεται από το υπόλοιπον της ανθρωπότητος στο ότι ενσαρκώνει «κάθε είδος εγγενούς ανηθικότητος» και ατελείας που ημπορούν να ευρεθούν διάσπαρτες ανάμεσα σε όλες τις άλλες φυλές των ανθρώπων.

Κατά τον Λονγκ, σε αντίθεση με τον περισσοτέρους «αχαλινώτους κακούργους» που ανευρίσκονται  στον πολιτισμό, οι λαοί των δούλων δεν έχουν απολύτως καμία δυνατότητα σωτηρίας και ιδιότητα λυτρώσεως. Αυτές οι απόψεις ήσαν διαδεδομένες μεταξύ των Ευρωπαίων συγγραφέων της εποχής, μερικοί από τους οποίους εσυνήθιζαν να γράφουν λεπτομερείς περιγραφές των Αφρικανών και της Αφρικής, βασιζόμενοι μόνον σε αναφορές ιεραποστόλων και ιδιοκτητών φυτειών. Ο Λονγκ απηχεί τις περιγραφές των Χιούμ και Καντ για τους Αφρικανούς και εκπλήσσεται επειδή οι «Νέγροι» δεν κατόρθωσαν να επιδείξουν κάποιαν εκτίμηση για τις τέχνες ή οποιανδήποτε εφευρετική ικανότητα, παρά το ότι υπέκειντο στην αποικιοκρατία επί μεγάλο χρονικό διάστημα. Επισημαίνει ότι σε όλη την έκταση της Αφρικής, υπάρχουν ολίγοι ιθαγενείς που «κατανοούν οτιδήποτε από τις μηχανικές τέχνες ή την κατασκευή», αλλά και εκείνοι που το επιτυγχάνουν, εκτελούν την εργασία τους με μιμητικό υπανάπτυκτο τρόπο. Αυτό οφείλεται στους ίδιους, καθώς είναι «κενοί ιδιοφυΐας». Το βιβλίον περιέχει επίσης περιγραφές διαφυλετικών γάμων, ενώ περιλαμβάνει και ένα ποίημα του  Τζαμαϊκανού νέγρου ποιητή Φράνσις Γουίλλιαμς, απογόνου απελευθέρων γονέων.

Ο Πιέρ Λουί Μορώ ντε Μωπερτουί, (Pierre Louis Moreau de Maupertuis / 1698 -1759) ήταν Γάλλος μαθηματικός, λόγιος και φιλόσοφος. Έγινε Διευθυντής της γαλικής Ακαδημίας των Επιστημών, και πρώτος Πρόεδρος της πρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, μετά από πρόσκληση του Μεγάλου Φρειδερίκου, και  διενήργησε μιαν εξερεύνηση στην Λαπωνία για να καθορίσει το σχήμα της Γης. Του πιστώνεται ότι εφηύρε την αρχή της «ελάχιστης δράσεως», μια πτυχή της οποίας φέρει το όνομά του – μια ολοκληρωτική εξίσωση που καθορίζει την διαδρομή που ακολουθείται από ένα φυσικό σύστημα-.

Ο Μωπερτουί φαίνεται πως είχε προχωρήσει περισσότερον από  τον Ρουσώ, τον Μονμπόντο και τον Λονγκ στην υπερεκτίμηση των διανοητικών δυνατοτήτων των ανθρωποειδών πιθήκων. Ο διάσημος Γάλλος ζωολόγος Ετιέν Ζοφρουά ντε Σεν Ιλέρ (1772-1844) ανέφερε γιά την εμμονή του επιφανούς μαθηματικού στις περίεργες αυτές απόψεις, προφανώς διότι του προεκάλεσαν βαθείαν εντύπωση, (ώστε το εδημοσίευσεν  το 1798 και το επενέλαβε σε ένα εντελώς ξεχωριστό έργο, 31 έτη αργότερον), καθώς  ο Μωπερτουί ανεκοίνωσε δημοσίως ότι …θα ησθάνετο μεγαλυτέρα απόλαυση και θα εμάνθανε  περισσότερα στην κοινωνία των πιθήκων παρά σε εκείνην των μορφωμένων ανθρώπων της εποχής του ! Ο Σεν Ιλέρ  το καταγράφει ως ένα από τα «χάσματα» της φιλοσοφίας «του συρμού» στα τέλη του 18ου αιώνος.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 193)

 

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑