Αναζήτηση

Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ

Εβδομαδιαία εθνική εφημερίδα

Κατηγορία

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.png

Μέρος ΞΗ΄

Mε σκοπόν την κατά το δυνατόν σαφεστέρα και πληρεστέρα ενημέρωση των αναγνωστών, σχετικώς με τα διαλαμβανόμενα στο κομβικόν πόνημα του Κόμητος ντε Γκομπινώ περί της ανισότητος των φυλών, παρατίθεται ακολούθως το δεύτερο επεξηγητικό κείμενο περί της χαμιτικής φυλής την οποίαν και αναφέρει συχνά στο βιβλίον του, όπως άλλωστε και  άλλοι μελετητές  συναφών ιστορικών και ανθρωπολογικών αντικειμένων.

Ο Βρετανός ανθρωπολόγος Τόμας Άθολ Τζόϊς (1878 –1942), Πρόεδρος του «Βασιλικού Ανθρωπολογικού Ινστιτούτου» ειδικός στην ανθρωπολογία της Αμερικής και της Αφρικής και συντάκτης στην «Βρετανική Εγκυκλοπαιδεία» γράφει σχετικώς προς την Χαμιτική φυλή (1911) :

«Όσον αφορά στο ερώτημα κατά πόσον οι Χαμίτες υπ΄αυτήν την περιορισμένη έννοια είναι μια σαφώς καθορισμένη φυλή ή φυλετικό μείγμα, δεν ημπορεί να υπάρξει συζήτηση, οδηγούσα μέχρι τώρα σε ικανοποιητικό συμπέρασμα, εν όψει της ελλείψεως αποδεικτικών στοιχείων, αλλά ημπορεί να προταθεί πολύ διστακτικώς ότι, περαιτέρω έρευνες ενδεχομένως να τους συνδέσουν  με τους Δραβιδικούς λαούς της Ινδίας. Είναι επαρκές δεδομένο για τους παρόντες σκοπούς ότι, ο όρος Χαμίτης, που χρησιμοποιείται παραλλήλως με τον όρο Ανατολικός  Χαμίτης του Σέργκι, έχει μια συγκεκριμένη σημασία. Με τον όρο εννοούμε έναν καστανόχροο λαό με σγουρή κόμη, λιγνό και μυώδες παρουσιαστικό, με λεπτούς αλλά μυώδεις βραχίονες και πόδες, με λεπτή, ευθεία ή ακόμη και αέτειο ρίνα, με λεπτοφυείς ρώθωνες, λεπτά χείλη και δίχως ίχνη προγναθισμού.»

Ο  όρος «Χαμιτικό» εφηρμοσμένος στην φυλή δεν υπήρξε μόνον εξαιρετικώς αόριστος, αλλά έχει …. «κακοποιηθεί» αρκούντως από τους ανθρωπολόγους και «ανθρωπολογούντες» συγγραφείς. Από τους ολίγους οι οποίοι έχουν αποπειραθεί έναν ακριβή ορισμό, ο πλέον σημαντικός είναι ο κορυφαίος Ιταλός φυσικός ανθρωπολόγος Τζουζέπππε Σέργκι και η ταξινόμησή του ημπορεί να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύει μια πλήρη  άποψη σε σχέση με αυτό το δύσκολο ζήτημα. Ο Σέργκι θεωρεί τους Χαμίτες, (χρησιμοποιών τον όρο με την φυλετική έννοια), ως κλάδο της «Μεσογειακής φυλής» του και τους διαιρεί ως εξής:

1. Ανατολικός Κλάδος

(α) Αρχαίοι και σύγχρονοι (εκτός από τους Άραβες) Αιγύπτιοι.

(β) Νούβιοι, Μπέτζα.

(γ) Αβυσσινοί.

(δ) Γκάλλα, Ντανακίλ, Σομαλοί.

(ε) Μασάϊ.

(στ) Βαχούμα  και  Βατούσσι («Τούτσι»)

2. Βόρειος Κλάδος

(α) Βέρβεροι της Μεσογείου, του Ατλαντικού και της Σαχάρας.

(β) Τίμπου ή Τούμπου («Άνθρωποι των βράχων»)

(γ) Φουλά ή Φουλάνι ή Φούλμπε

(δ) Γκουάντσες (οι προ ισπανικής εποικίσεως λευκοί ιθαγενείς του συμπλέγματος των Καναρίων νήσων, εξαφανισμένοι σε καθαρά μορφή).

Όσον αφορά σε αυτήν την ταξινόμηση, ημπορούν να θεωρηθούν σχετικώς συγκρίσιμα τα ακόλουθα συμπεράσματα : Τα μέλη των ομάδων (δ), (ε) και (στ) του πρώτου κλάδου εμφανίζονται να συνδέονται μεταξύ τους στενώς με δεσμούς αίματος και επίσης με τα μέλη του δεύτερου κλάδου. Οι Αβυσσινοί στον νότο έχουν απορροφήσει ένα ορισμένο ποσό αίματος Γκάλλα, αλλά η πλειοψηφία τους είναι σημιτική ή σημιτονεγροειδής. Το ζήτημα των φυλετικών συγγενειών των Αρχαίων Αιγυπτίων και των Μπέτζα εξακολουθεί να τελεί υπό αμφιβολία και η σχέση των δύο ομάδων μεταξύ τους εξακολουθεί να είναι αμφιλεγομένη. Ο Σέργκι, επικαλούμενος φυσικά δεδομένα, υποστηρίζει ότι υπάρχει στενή σχέση, αλλά τα δεδομένα είναι εξαιρετικώς διάσπαρτα, ώστε να αμφισβητείται το τελικό του συμπέρασμα.

Ο «Βόρειος Κλάδος» του Σέργκι αντιστοιχεί στον ικανοποιητικότερον όρο «Λιβυκή φυλή», που εκπροσωπείται με σαφή καθαρότητα από τους Βερβέρους και αναμεμιγμένη με νεγρικά στοιχεία, από τους Φουλάνι και τους Τίμπου. Αυτή η Λιβυκή φυλή είναι ξεχωριστή λευκή φυλή, με βαθύχρωμη βοστρυχωτή κόμη. Οι Ανατολικοί Χαμίτες είναι εξίσου διακριτοί καστανόχροοες άνθρωποι με βοστρυχωτή κόμη. Εάν, όπως πιστεύει ο Σέργκι, αυτοί οι καστανόχροοες άνθρωποι είναι οι ίδιοι μία φυλή και όχι μία διασταύρωση  μεταξύ λευκού και μαύρου σε ποικίλες αναλογίες, ευρίσκονται στην μεγαλυτέρα τους καθαρότητα μεταξύ των Σομαλών και των Γκάλλα, αναμειγνύονται δε με το αίμα των Μπαντού Νέγρων, μεταξύ των Βα-χούμα / Βα-τούσσι. Οι Μασάϊ φαίνεται να είναι τόσον  Νιλοτικοί Νέγροι όσον και  Χαμίτες. Αυτός ο (χαμιτικός) τύπος των Γκάλλα δεν φαίνεται να εμφανίζεται βορειότερον από το νότιο τμήμα της Αβισσινίας και δεν είναι απίθανον οι Μπέτζα να είναι πολύ πρώιμοι Σημίτες μετανάστες με μιαν  αρχέγονο νεγροειδή ανάμειξη. Είναι επίσης πιθανόν ότι αυτοί και οι Αρχαίοι Αιγύπτιοι  να περιέχουν ένα κοινό στοιχείο. Οι Νούβιοι φαίνονται όμοιοι με τους Αιγυπτίους,  αλλά με ένα ισχυρό νεγροειδές στοιχείον.

Για να επανέλθουμε στους δύο κλάδους του Σέργκι, πέραν από τις διαφορές στο χρώμα του δέρματος και στην υφή των τριχών, υπάρχει και μια πολιτισμική διαφορά μείζονος σημασίας : Οι Ανατολικοί Χαμίτες είναι ουσιαστικώς ένας ποιμενικός λαός και επομένως νομαδικός ή ημι-νομαδικός. Οι Βέρβεροι, οι οποίοι, όπως προανεφέρθη, είναι οι καθαρότεροι  εκπρόσωποι των Λιβύων, είναι γεωργοί. Οι ποιμενικές συνήθειες των Ανατολικών Χαμιτών είναι εξόχως σημαντικές, καθώς μάλιστα επιδεικνύουν μεγίστη απροθυμία να τις εγκαταλείψουν. Ακόμη και οι Βαχούμα (του Μπουρούντι) και οι Βατούσσι (της Ρουάντα), επήλυδες από μακρού και  εν μέρει αναμεμειγμένοι με τους  αγρότες Μπαντού, θεωρούν οιανδήποτε  εργασιακή επιδίωξη, πλην της εκτροφής βοοειδών ως απολύτως αναξιοπρεπή για αυτούς.

Φαίνεται λοιπόν ότι, παρά το ότι δεν συνελέγησαν επαρκή στοιχεία για να αποφασισθεί εάν οι Λίβυες συνδέονται φυλετικώς με τους Ανατολικούς Χαμίτες, με βάση τα ακριβή ανθρωπολογικά στοιχεία, οι μαρτυρίες που προέρχονται από ευρέα «περιγραφικά χαρακτηριστικά» και από τον γενικό πολιτισμό εκάστου, είναι αντίθετες προς μια βεβαία σύνδεση. Το να θεωρηθούν οι Λίβυες ως Χαμίτες αποκλειστικώς με το σκεπτικόν ότι οι γλώσσες που ομιλούνται από τις δύο ομάδες δείχνουν συγγένειες, θα ήταν επιστημονικώς εξευτελιστικό και ίσως τόσον ψευδές, όσον να θεωρούνται οι σημερινοί Ούγγροι ως Μογγόλοι, επειδή η ουγγρική είναι μια αλταϊκή ασιατική γλώσσα. Επομένως όσον αφορά στην παρούσα κατάσταση της συγκαλυφθείσης και παρερμηνευθείσης γνώσεως, παραμένει μάλλον  ασφαλέστερον να περιορισθεί ο όρος Χαμίτες στην πρώτη ομάδα του Σέργκι και να αποκαλείται η δευτέρα ομάς με το όνομα «Λίβυες».

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 228)

 

Advertisements

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.png

Μέρος ΞZ΄

OΚόμης  Αρτύρ ντε Γκομπινώ, ο πολυμαθής Γάλλος διπλωμάτης, ιστοριοδίφης και διηγηματογράφος, στο περιβόητο εγχειρίδιό του περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών περιλαμβάνει το ιδιαιτέρας σημασίας για την ελληνική εθνογένεση και τον Ελληνισμό τέταρτο βιβλίον («Σημιτοποιηθέντες νοτιοδυτικοί πολιτισμοί»), όπου αναφέρεται συχνάκις στους «Χαμίτες». Ειδικότερον στο πρώτο κεφάλαιον («Ιστορία υφίσταται  μόνον ανάμεσα στα λευκά έθνη, διότι όλοι σχεδόν οι πολιτισμοί έχουν αναπτυχθεί στα δυτικά της υδρογείου»), αναφέρει :

«Πρέπει λοιπόν να περιμένουμε να ιδούμε τα λευκά έθνη να καθίστανται ολοέν και περισσότερον πραγματιστικά, ολοέν και ολιγότερον καλλιτεχνικά, όπως τα παρατηρούμε εκτεινόμενα επί το δυτικότερον. Αυτό βεβαίως, το ότι κατέστησαν  τοιουτοτρόπως, δεν οφείλεται σε λόγους που εδανείσθησαν από την κλιματική επιρροή. Οφείλεται μόνον στο ότι συνεχωνεύθησαν με κίτρινα στοιχεία και ταυτοχρόνως απηλλάγησαν από  μέλαινες αρχές.

Ας σχεδιάσουμε συνεπώς έναν κατάλογο διαβαθμίσεως των αποτελεσμάτων που αναδεικνύω εδώ, ώστε να διευκολυνθούμε να πεισθούμε οι ίδιοι. Ο αναγνώστης είναι απαραίτητο να είναι προσεκτικός σε αυτό. Οι Ιρανοί, τους οποίους θα  ιδούμε ενωρίτερον – ήσαν πλέον πραγματιστές και αρρενωπότεροι από τους Σημίτες, οι οποίοι αναλόγως υπερείχαν περισσότερον των Χαμιτών  –  ημπορούν να καταδείξουν αυτήν την εξελικτική σειρά: Μαύροι, Χαμίτες,  Σημίτες, Ιρανοί. (…)»

Ο όρος «Χαμίτης – Χαμιτικός» (από τον βιβλικό Χαμ) είναι ένας ιστορικός όρος στην εθνολογία και στην γλωσσολογία και αφορά σε μιαν υποδιαίρεση της «Καυκασίας» φυλής (όρος που χρησιμοποιείται ως συνώνυμο της «λευκής καταγωγής»), καθώς και της ομάδας των σχετικών γλωσσών που ομίλησαν ή ομιλούν αυτοί οι πληθυσμοί.

Ο όρος Χαμιτικός αναφέρεται στους λαούς οι οποίοι λέγεται ότι προέρχονται από τον Χαμ, έναν από τους υιους του Νώε, συμφώνως προς την Βίβλο. Μάλιστα, συμφώνως με το βιβλίον της Γενέσεως («Μπερσίθ» – «Εν αρχή») , ο Χαμ ατίμασε  τον μεθυσμένο πατέρα του Νώε, ο οποίος μετά την ανάνηψη – αφύπνισή του εξέφανε μια κατάρα κατά του Χαναάν, του νεοτέρου υιού του Χάμ, δηλών ότι οι απόγονοί του θα εγένοντο οι «δούλοι των δούλων». Από τους τέσσαρες υιούς του Χαμ, ο Χαναάν εγέννησε τους Χαναναίους, ο Μισραΐμ τους Αιγυπτίους, ο Χους τους Χουσίτες και ο Φουδ του Λίβυες. (βλ. άρθρον του Γουίλλιαμ Έβανς, στην «Αμερικανική Ιστορική Επιθεώρηση» του Φεβρουαρίου 1980 (Τεύχος 85, σελίδες 15-43) : «Από την Γη Χαναάν στην Γη της Γουϊνέας. Η παράξενη Οδύσσεια  των “Υιών του Χαμ”».)

Αρχής γενομένης κατά τον 19ον  αιώνα, οι επιστήμονες γενικώς εταξινόμουν την Χαμιτική  φυλή, ομού με την Σημιτική φυλή, ως υποομάδες της Καυκασίας – Λευκής φυλής, ομαδοποιούντες δι΄αυτής τους μη-σημιτικούς πληθυσμούς που ήσαν ιθαγενείς στην Βόρειο Αφρική και στο Κέρας της Αφρικής, συμπεριλαμβανομένων και των Αρχαίων Αιγυπτίων, [όπως καταγράφει ο  διάσημος Αγγλοεβραίος ανθρωπολόγος Φράνσις Άσλεϋ Μόνταγκιου ή Ισραήλ Έρενμπεργκ, (συντάκτης του πρωτολείου μεταπολεμικού υπομνήματος της UNESCO περί φυλής) στο βιβλίον του «Εισαγωγή στην Φυσική Ανθρωπολογία» – (1960).]

Συμφώνως προς την «Χαμιτική θεωρία», αυτή η Χαμιτική  φυλή ήταν ανωτέρα ή πλέον προκεχωρημένη εξελικτικώς από τους νεγροειδείς πληθυσμούς της Υποσαχαρίου Αφρικής. Στην πλέον ακραία συνεκδοχή της, στα γραπτά του σπουδαίου Αγγλοεβραίου εθνολόγου και ιατρού Τσάρλς Γκάμπριελ Ζέλιγκμαν, αυτή η θεωρία υπεστήριζεν ότι, ουσιαστικώς όλα τα σημαντικά επιτεύγματα της αφρικανικής ιστορίας ήσαν έργο των Χαμιτών, ποιμενοκτηνοτρόφων οι οποίοι μετανάστευσαν στην Κεντρική Αφρική, μεταφέροντες εκεί τα έθιμα, τις γλώσσες, τις τεχνολογίες και τις διοικητικές τους δεξιότητες.

Μάλιστα, περί  τις αρχές του 20ου αιώνος στο βιβλίον  του Ζέλιγκμαν «Οι φυλές της Αφρικής» (1930) συνυφάνθησαν  αλληλοδιαπλεκόμενα τα θεωρητικά πρότυπα περί των Χαμιτικών φυλών και των Χαμιτικών γλωσσών.

Η ορολογία και οι αξιωματικές παραδοχές της «Χαμιτικής θεωρίας» περιέπεσαν σε απαρέσκεια και σκόπιμο περιθωριοποίηση, κλιμακηδόν από την δεκαετία του 1960 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990, κυρίως λόγω  της  φερομένης ως «ρατσιστικής» ουσίας της και της συσχετίσεώς της με την αποικιακή νοοτροπία και τον «προστατευτισμό των λευκών αποικιοκρατών προς τους πειθηνίους Αφρικανούς υπηκόους τους».  [βλ. άρθρο του Γερμανού φιλοαφρικανού αντιρατσιστή καθηγητή αφρικανικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μπαϋρώιτ  Ντιρκ Λάνγκε, στο έγκριτο περιοδικό «Άνθρωπος» – 2011/Τεύχος 106  – «Καταγωγή των Γιορούμπα και “Οι Χαμένες Φυλές του Ισραήλ”» : (…) Κατηγορούν τους μελετητές που δεν συμμορφώνονται με τις Αφροκεντρικές προσπάθειες να ανασυγκροτηθεί η ιστορία της Αφρικής, ότι ακολουθούν την λεγομένη Χαμιτική θεωρία, η οποία υποτίθεται ότι αρνείται στους Αφρικανούς την ικανότητα ιδρύσεως των κρατών τους. Με ολίγο ενδιαφέρον για τις διαθέσιμες πηγές, ισχυρίζονται ότι κάθε αναφορά σε μεταναστεύσεις από χώρες εκτός της Αφρικής προκύπτει κυρίως από την προσπάθεια να δικαιολογηθεί η αποικιοκρατία με προβολή της αποικιακής καταστάσεως στο παρελθόν (…)]

Οι πληθυσμοί Χαμιτικής προγονικής καταγωγής είναι τώρα περισσότερον γνωστοί ως «Καυκασοειδείς». Όπως καταγράφουν οι λίαν έγκριτοι Βρετανοί ειδήμονες Αφρικανικών Σπουδών, Τζων Ντόννελυ Φέϊτζ και Γουίλλιαμ Τόρντοφ στο εξαίρετο πόνημά τους «Μία Ιστορία της Αφρικής» –  οίκος Routledge 4η έκδοση,  (2013), σελίδες  7–10 : «Αυτά τα προβλήματα χρώματος και ονοματολογίας καθίστανται ιδιαιτέρως δύσκολα σε σχέση με εκείνους τους κατοίκους της Αφρικής, κυρίως στην Μεσόγειο και στην Βορειοανατολική Αφρική, οι οποίοι δεν αποκαλούνται μαύροι. Οι Ευρωπαίοι πιστεύουν – ορθώς – ότι αυτοί οι άνθρωποι ανήκουν στο ίδιο βασικό είδος, όπως οι ίδιοι, συνήθως αποκαλούμενο Καυκασοειδές, […] Ενωρίτερον ανεφέροντο πάντοτε ως «Χαμίτες» […] Καυκασοειδείς  ήσαν βεβαίως το κυρίαρχο είδος, εάν όχι το μόνο που ζει στην Βόρειο και Βορειοανατολική Αφρική, υπάρχουν όμως και ενδείξεις ότι κάποιοι Καυκασοειδείς έζων νοτιότερον, τουλάχιστον στο βόρειον ήμισυ της ανοικτής ορεινής υπαίθρου η οποία εκτείνεται νοτίως της Αιθιοπίας έως τη Νότιο Αφρική».

Πολλές εκδοχές της Χαμιτικής προοπτικής για την ιστορία της Αφρικής έχουν προταθεί και εφαρμόζονται γιά διάφορα τμήματα  της «Μαύρης Ηπείρου». Πολυάριθμα δοκίμια επικεντρώνονται στην ανάπτυξη αυτών των ιδεών, κυρίως σχετικώς με τους λαούς της Βορείου Αφρικής, του Κέρατος της Αφρικής και των Μεγάλων Λιμνών. Ωστόσον, η Χαμιτική υπόθεση εφαρμόσθηκε και στην μελέτη της Δυτικής Αφρικής, [όπως παραδείγμαος χάριν στη Νιγηρία, βλ. το άρθρο του Καθηγητή Αφρικανικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Νταλούζι του Καναδά, Φίλιπ Ζάχερνουκ (1994). «Περί Καταβολών και Αποικιακής Τάξεως: Νότιοι Νιγηριανοί και η “Χαμιτική Υπόθεση” περί τα 1870-1970», στην «Επιθεώρηση Αφρικανικής Ιστορίας» τεύχος 35 (3), σελίδες 427-55. 1994.]

Συνεπώς, ήδη από τα μέσα του 19ου  αιώνος, ο όρος «Χαμιτικός» απέκτησε ένα νέο ανθρωπολογικό νόημα, αφού όπως κατέδειξαν οι μελετητές ημπορούσαν να διακρίνουν μια Χαμιτική φυλή, που ήταν διαφορετική από τους Νεγροειδείς πληθυσμούς της Υποσαχαρίου Αφρικής. Η θεωρία προέκυψε από τους πρώτους ανθρωπολόγους συγγραφείς, οι οποίοι συνέδεσαν τις ιστορίες της Βίβλου περί των υιών του Νώε με τεκμηριωμένες αρχαίες μεταναστεύσεις λαών, από την Μέση Ανατολή στην Αφρική.

Η «Χαμιτική υπόθεση» έφθασε στο απόγειόν της στο έργον του μεγάλου Ζέλιγκμαν, ο οποίος στο προαναφερθέν βιβλίον του  «Οι Φυλές της Αφρικής» υπεστήριξεν ότι: «Εκτός από την σχετικώς όψιμο σημιτική επιρροή … οι πολιτισμοί της Αφρικής είναι οι πολιτισμοί των Χαμιτών, η ιστορία της είναι η καταγραφή αυτών των λαών και η αλληλεπίδρασή τους με τα άλλα δύο αφρικανικά είδη, τους Νέγρους και τους Βουσμάνους, είτε η επιρροή αυτή εξησκήθη από άκρως πολιτισμένους Αιγυπτίους ή από ευρυτέρους τέτοιους ποιμενικούς λαούς που εκπροσωπούνται σήμερον από τους  Μπέτζα και τους Σομαλούς. Οι επήλυδες Χαμίτες ήσαν ποιμενικοί “Ευρωπαίοι” – έφτασαν κατά κύματα – καλύτερον οπλισμένοι και οξυνούστεροι από τους σκοτεινόχρωμους αγροκαλλιεργητές νέγρους».

Ο Ζέλιγκμαν ισχυρίσθηκε ότι η νεγρική φυλή ήταν ουσιαστικώς στατική και γεωργική και ότι οι περιπλανώμενοι Χαμιτικοί «Καυκάσιοι ποιμένες» είχαν εισαγάγει τα περισσότερα από τα προηγμένα χαρακτηριστικά που ανευρίσκονται στους πολιτισμούς της Κεντρικής Αφρικής, συμπεριλαμβανομένης της μεταλλουργίας, της αρδεύσεως και των συνθέτων κοινωνικών δομών. Παρά την σφοδρά κριτική, ο Ζέλιγκμαν διετήρησε την άποψή του απαράλλακτη και στις νέες εκδόσεις του βιβλίου του κατά την  δεκαετία του 1960.

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 227)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.png

Μέρος ΞΣΤ΄

Oδιάσημος Κόμης  Αρτύρ ντε Γκομπινώ, Γάλλος πολυμαθής διηγηματογράφος και ιστοριοδίφης, γράφει στο πρώτο κεφάλαιον  («Ιστορία υφίσταται  μόνον ανάμεσα στα λευκά έθνη, διότι όλοι σχεδόν οι πολιτισμοί έχουν αναπτυχθεί στα δυτικά της υδρογείου») από το τέταρτο βιβλίον («Σημιτοποιηθέντες νοτιοδυτικοί πολιτισμοί») του περιβοήτου εγχειριδίου περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών, με λόγο ιδιόμορφο, ρηξικέλευθο  και εν μέρει προορατικό, (σε ότι αφορά στην εφαρμογή της αναγκαστικής οικονομιστικής προσεγγίσεως της ιστορίας και της αληθείας) :

«….Αλλά ευρισκόμεθα πλέον  στον έβδομο αιώνα πριν από την χριστιανική εποχή, σε αυτήν την σημαντική εποχή οπότε στην τεραστία αρένα του Δυτικού κόσμου αρχίζει να παύει η θετική ιστορία, όπου δεν είναι πλέον δυνατή η επί μακρόν ύπαρξη κράτους, όπου οι κατερρείψεις των λαών και των πολιτισμών θα ακολουθούν η μία την άλλη σε πολύ σύντομα χρονικά διαστήματα, όπου η κοινωνική στειρότης και γονιμότης θα πρέπει να κινούνται και να αλληλοαντικατασταθούν στις ίδιες χώρες, συμφώνως προς το κατά το μάλλον ή ήττον σημαντικό εύρος των λευκών στοιχείων τα οποία καλύπτουν τα μαύρα ή κίτρινα (δημογραφικά) υπόβαθρα. Εδώ είναι το σημείο για να επιστρέψετε σε αυτό που εδήλωσα ήδη  στο πρώτο βιβλίο, δηλαδή στην σημασία που αποδίδουν ορισμένοι μελετητές στην γεωγραφική θέση.

Δεν θα επαναλάβω τα επιχειρήματά μου εναντίον αυτού του δόγματος. Δεν θα επαναλάβω ότι, εάν οι τόποι της Αλεξανδρείας και της Κωνσταντινουπόλεως υπεδείκνυαν εξ ολοκλήρου ότι αυτές θα καταστούν μεγάλα πληθυσμιακά κέντρα πληθυσμού, θα είχαν παραμείνει και θα παραμείνουν έτσι ανά πάσα στιγμή, ισχυρισμό τον οποίον αρνούνται τα γεγονότα. Ούτε επίσης θα υπενθυμίσω πως  με αυτήν την αντίληψη, ούτε το Παρίσι, ούτε το Λονδίνο, ούτε η Βιέννη, ούτε το Βερολίνο, ούτε η Μαδρίτη δικαιούνται να είναι οι περίφημες πρωτεύουσες που  έχουν γίνει όλες αυτές οι πόλεις και ότι στην θέση τους θα είχαμε, από την γέννηση των πρώτων εμπόρων, το Καντίθ ή καλύτερον ίσως το Γιβραλτάρ, την Αλεξάνδρεια πολύ ενωρίτερον από την Τύρο ή την Σιδώνα. Η Κωνσταντινούπολη -προς αιώνιο αποκλεισμό της Οδησσού-, η Βενετία –αίτιο απελπισίας για την Τεργέστη- θα είχαν το μονοπώλιον σε μια φυσική υπεροχή (εάν ημπορώ να χρησιμοποιήσω αυτήν την λέξη), ακατανίκητη, αξεπέραστη και απαράγραπτη, η δε ανθρωπίνη ιστορία θα επέστρεφε αιωνίως γύρω από αυτά τα προκαθορισμένα σημεία.

Πράγματι, αυτοί είναι οι τόποι της Δύσεως οι οποίοι είναι ευνοϊκότερον τοποθετημένοι ώστε να εξυπηρετούν την κυκλοφορία των ανθρώπων. Αλλά- και εδώ το πράγμα είναι πρόδηλον- ο κόσμος έχει και άλλα ενδιαφέροντα, μεγαλύτερα από εκείνα του εμπορίου. Οι υποθέσεις του δεν πορεύονται συμφώνως προς την οικονομοκρατική τάξη.

Επί των πράξεών του κυριαρχούν κίνητρα υψηλότερα από ότι οι όψεις του δούναι – λαβείν και η Πρόνοια έχει έτσι θεσπίσει, από την απαρχή του χρόνου, τους κανόνες της κοινωνικής βαρύτητος, ώστε το σημαντικότερον μέρος της υδρογείου δεν είναι απαραιτήτως το κάλλιστα προετοιμασμένο για αγοραπωλησίες, για την μετακίνηση ή την κατασκευή αγαθών, την συλλογή ή την καλλιέργεια πρώτων υλών. Είναι εκείνο στο οποίον, σε μια δεδομένη στιγμή, ζει η αγνοτέρα, η ευφυεστέρα και ισχυροτέρα λευκή ομάς. Αυτή η ομάς εγκατεστάθη, μέσω ενός συνδυασμού ανυπερβλήτων πολιτικών περιστάσεων, στα βάθη του πολικού πάγου ή υπό τις πύρινες ακτίνες του ισημερινού. Σε αυτήν την πλευρά όμως  έκλινε ο πνευματικός κόσμος. Σε αυτό το σημείον θα συγκλίνουν όλες οι ιδέες, όλες οι τάσεις, όλες οι προσπάθειες και δεν υφίστανται φυσικά εμπόδια που θα ημπορούσαν να εμποδίσουν τα αγαθά, τα πλέον απομεμακρυσμένα προϊόντα να φθάσουν εκεί μέσω θαλασσών, ποταμών και ορέων.

Οι συνεχείς αλλαγές στην κοινωνική σημασία των μεγάλων πόλεων είναι μια αναπάντεχη επίδειξη της αληθείας την οποία δεν ημπορούν να παραβλάψουν  οι επίμονες διακηρύξεις των θεωρητικών οικονομολόγων. Τίποτα δεν είναι απεχθέστερο από την χρηματοπίστωση που θεωρείται ως μια υποτιθεμένη επιστήμη η οποία, (από μερικές γενικές παρατηρήσεις που εφαρμόζονται από την κοινή λογική σε όλες τις θετικές εποχές των Αρίων), επιχειρούσα να αποοδώσει μια δογματική συνοχή κατάφερε να εξάγει τις πλέον επικίνδυνες πρακτικές ανοησίες. Η οποία, προσλαμβάνουσα μόνον υπερβολικώς την εμπιστοσύνη ενός κοινού ευαισθήτου προς την επιρροή των μακροσκελεστάτων λόγων (sesquipedalia verba), αναδεικνύεται στον θανατηφόρο ρόλο μιας αληθούς αιρέσεως αποδίδουσα προς εαυτήν την εμφάνιση απλήστου κυριάρχου, προσαρμόζουσα στις απόψεις της θρησκεία, νόμους και ήθη.

Βασίζει την ανθρωπίνη ζωή στο σύνολόν της και με τον ίδιο τρόπο την ζωή των λαών σε αυτές τις λέξεις που καθίστανται καμπαλιστικές στα σχολεία της : παραγωγή και κατανάλωση. Ονομάζει αξιότιμο ότι είναι φυσικό και σωστό, και μέσω ενός ελιγμού η λέξη τιμή χάνει όλη την υπεροχή του πρωτογόνου της νοήματος. Καθιστά την ιδιωτική οικονομία την υψίστη των αρετών, και χάρη στην εξύμνηση των πλεονεκτημάτων της συνέσεως για τον άνθρωπο και των ωφελειών της ειρήνης για το κράτος, η αφοσίωση, η δημοσία πίστη, το θάρρος και η τόλμη γίνονται σχεδόν αμαρτήματα συμφώνως προς τα αξιώματά της.

Η χρηματοπίστωση δεν είναι επιστήμη, διότι η αθλιοτέρα άρνηση των αληθινών και των ιεροτέρων αναγκών του ανθρώπου αποτελεί την στενή της βάση.

Πράγματι δε είναι ένα ευεργέτημα γιά ένα μυλωνά και έναν υφαντή το ότι εξετοπίσθησαν από την μετρία τους βαθμίδα και προετάθησαν να θαυμάσουν τις αυτοκρατορίες.

Όμως, για να περιορίσω έστω και τα παραμικρά λάθη μου, θα ειπώ για άλλη μια φορά ότι, παρά τις εμπορικές ιδιότητες που θα ημπορούσαν να επισημαίνουν ένα τέτοιο τοπογραφικό σημείο, οι πολιτισμοί της αρχαιότητος δεν έπαυσαν ποτέ να προχωρούν προς δυσμάς, απλώς και μόνον επειδή οι ίδιες οι λευκές φυλές ηκολούθησαν αυτήν την ατραπό. Μόλις δε έφθασαν στην ήπειρό μας συνήντησαν τα κίτρινα αυτά φυλετικά μίγματα τα οποία τις οδήγησαν στις χρησιμοθηρικές ιδέες, που υιοθετήθηκαν με πολλή επιφύλαξη από την Αρία φυλή και λίαν αφανώς από  τον Σημιτικό κόσμο.»

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 226)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.png

Μέρος ΞΕ΄

Στο τέταρτο βιβλίον («Σημιτοποιηθέντες νοτιοδυτικοί πολιτισμοί») του διασήμου εγχειριδίου περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών, ο Γάλλος πολυμαθής διηγηματογράφος και ιστοριοδίφης  Κόμης  Αρτύρ ντε Γκομπινώ γράφει στο πρώτο κεφάλαιον  («Ιστορία υφίσταται  μόνον ανάμεσα στα λευκά έθνη, διότι όλοι σχεδόν οι πολιτισμοί έχουν αναπτυχθεί στα δυτικά της υδρογείου.») :

« (…) Στην Ινδία, το ευγενές είδος έχει κατατριβή με δύο κατωτέρους ανταγωνιστές του. Συμπαγές και εκπηγάζον από την Αρία ουσία του, ολόκληρον το έργον του είναι να υπερασπισθεί τον εαυτόν του από την εισβολή, από την εμβάπτιση μέσα σε ξένες αρχές. Αυτό το έργον συντηρήσεως συνεχίζεται ενεργώς, με συνείδηση του κινδύνου και με μέσα που ημπορεί να λεχθεί ότι είναι απεγνωσμένα και τα οποία θα ήσαν πράγματι ρομαντικά, εάν δεν είχαν αποδώσει τόσον πρακτικά αποτελέσματα. Αυτός ο αγών, τόσον πραγματικός, τόσον αληθινός, δεν είναι ωστόσον ικανός να παράγει μιαν ορθώς καλουμένη ιστορία. Καθώς ο λευκός κλάδος, ο οποίος ετέθη εν δράσει, είναι όπως μόλις είπα, συμπαγής και έχει ένα και μόνον αντικείμενο, μιαν ενιαία εκπολιτιστική ιδέα, μιαν ενιαία μορφή, αρκεί σε αυτόν να κατακτά και να ζει.

Μικρά ποικιλία στην προέλευση των κινήσεων προκαλεί ελαχίστη επιθυμία να διατηρηθεί το αποτύπωμα των γεγονότων και, όπως σωστά παρετηρήθη, οι ευτυχείς λαοί δεν διαθέτουν κανένα χρονικό, καθώς πρέπει να λένε ο ένας στον άλλο μόνον αυτό που όλοι γνωρίζουν περί αυτών. Έτσι, η ανάπτυξη ενός ενιαίου πολιτισμού όπως του Ινδικού, που προσφέρει στον εθνικό προβληματισμό μόνον ολίγες εκπληκτικές καινοτομίες, απρόσμενες ανατροπές στις σκέψεις, στα δόγματα και στα ήθη, δεν έχει τίποτα περισσότερον σοβαρό να αφηγηθεί και επομένως, τα ινδικά χρονικά έχουν προσλάβει την θεολογική μορφή, τα χρώματα της ποιήσεως, και παρουσιάζουν τόσον πλήρη έλλειψη χρονολογίας και τόσον αξιοσημείωτα  κενά στην καταγραφή των πραγμάτων.

Στην Κίνα, η συλλογή στοιχείων είναι μια πρακτική των όλως παλαιοτέρων. Αυτό εξηγείται με την παρατήρηση ότι η Κίνα ευρέθη ενωρίς σε σχέσεις με λαούς εν γένει πολύ μικρούς για να ημπορέσει να τους κατακτήσει, ωστόσον αρκετά ισχυρούς για να τους παρενοχλήσει και να τους μετακινήσει και οι οποίοι -εξ ολοκλήρου ή εν μέρει- συνίσταντο από λευκά στοιχεία, όταν δε τους επετέθη δεν αντέκρουσαν μόνον τα ξίφη αλλά και τις ιδέες. Η Κίνα, αν και απομεμακρυσμένη από ευρωπαϊκή επαφή, είχε συμμετάσχει πολύ στους αντικτύπους των ποικίλων μεταναστεύσεων και όσον μελετά κανείς τις μεγάλες συλλογές των συγγραφέων της, τόσον περισσότερες πληροφορίες ημπορεί να ανεύρει εκεί για την ιδική μας καταγωγή. Η ιστορία της Αρυαβάρτα («γη των Αρίων» στην σανσκριτική) δεν μας παρέχει μίαν ακρίβεια συγκρίσιμο.

Ήδη, εδώ και αρκετά έτη, τα βιβλία των μελετητών έχουν τροποποιήσει με τον πλέον πρόσφορο τρόπο, πολλές παρανοήσεις σχετικώς με τους Ούννους και τους Αλανούς. Έχουν επίσης συγκεντρωθεί πολύτιμες λεπτομέρειες σχετικώς με το θέμα των Σλάβων και ίσως ανακαλύψεις θα αυξήσουν με τον τρόπο αυτόν τις ελάχιστες πληροφορίες που είχαν αποκτηθεί μέχρι τώρα γύρω από τις καταβολές των Σαρματικών λαών. Επιπλέον, αυτή η αφθονία των αρχαίων δεδομένων, διατηρηθέντων από την λογοτεχνία της Ουρανίου Αυτοκρατορίας, ισχύει – και αυτό είναι λίαν αξιοσημείωτο- στις βορειοδυτικές περιοχές της Κίνας, περισσότερον από αυτές στο νότιον τμήμα του κράτους. Η αιτία δεν πρέπει να αναζητηθεί αλλού, παρά στην τριβή των λευκών μεικτών πληθυσμών της Ουρανίας Αυτοκρατορίας με τις λευκές ή ημίλευκες φυλές των συνόρων. Έτσι ώστε, μετά από μια προφανή εξέλιξη από την αδρανή σιωπή των μαύρων ή κιτρίνων φυλών, ευρίσκουμε κατ’ αρχήν την Ινδία, με τους εκπολιτιστές της να έχουν μικρά ιστορία, επειδή έχουν μικρά σχέση με άλλους κλάδους της ιδίας φυλής.

Κατόπιν συναντάμε την Αίγυπτο, η οποία έχει κάτι περισσότερον για τον ίδιο λόγο. Έπειτα έρχεται η Κίνα, παρουσιάζουσα ακόμη περισσότερα, επειδή η τριβές με τους ξένους Αρίους επανελήφθησαν, έτσι δε, φθάνουμε στην δυτική περιοχή του κόσμου, στην Δυτική Ασία και στις ευρωπαϊκές χώρες, όπου εν συνεχεία ανεπτύχθησαν τα ποικίλα χρονικά με έναν μόνιμο χαρακτήρα και μιαν ακούραστο δραστηριότητα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν υπάρχουν πλέον ένας ή δύο ή τρεις κλάδοι ευγενών ειδών, κατατριβόμενοι για να υπερασπισθούν με τον κάλλιστο τρόπο τον εαυτό τους ενάντια στην διαπλοκή των κατωτέρων κλάδων του ανθρωπίνου δένδρου. Η σκηνή είναι αρκούντως διαφορετική, σε αυτό δε το ταραχώδες θέατρο που χρονολογείται από τον έβδομο αιώνα π.Χ., πολλές ομάδες λευκών μιγάδων, προικισμένων  με διαφορετικούς τρόπους, αγωνίζονται όλες μεταξύ τους, παλεύουν με την πυγμή τους και πρωτίστως με την ιδέα τους, τροποποιούν ακαταπαύστως τους αμοιβαίους πολιτισμούς τους εν μέσω ενός πεδίου μάχης, στο οποίον οι  μαύροι και κίτρινοι λαοί εμφανίζονται μόνον συγκαλυμμένοι υπό τις αρχαίες επιμειξίες και επενεργούν στους κατακτητές τους μόνον με μια λανθάνουσα και απαρατήρητο έγχυση, επίκουρος της οποίας είναι μόνον ο χρόνος.

Εάν, εν ολίγοις, η ιστορία ανθίζει από αυτήν την στιγμή στις δυτικές περιοχές, αυτό συνέβη διότι έκτοτε αυτοί που θα είναι επί κεφαλής όλων των μερών της γης  θα είναι επιμειξίες με λευκούς, δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά Άριοι, Σημίτες (οι Χαμίτες έχουν ήδη αναμιχθεί και συντηχθεί μαζί τους), Κέλτες, Σλάβοι, όλοι οι γνησίως ευγενείς λαοί, που διαθέτουν ιδιαίτερες ιδέες, που όλοι έχουν δημιουργήσει ένα περισσότερον ή ολιγότερον πολύπλοκο σύστημα πολιτισμού -αλλ’ όμως όλοι έχουν  δημιουργήσει ένα- και αιφνιδιαστικώς εξέπληξαν ο ένας από τον άλλο από τα δόγματα που εκπέμπουν για όλα τα πράγματα και για τα οποία δόγματα επιδιώκουν τον θρίαμβό τους επάνω στους αντίπαλους τους. Αυτός ο μεγάλος και αδιάκοπος πνευματικός ανταγωνισμός ανεφάνη πάντοτε σε όλους όσους τον κατέστησαν άξιο να παρατηρηθεί, να συλλεγεί, να καταγραφεί λεπτομερώς ανά ώρα, ενώ άλλοι, ολιγότερον βασανισμένοι λαοί δεν θεωρούν ότι αξίζει να τύχει μεγάλης μνείας μια κοινωνική ύπαρξη συνεχώς ομοιόμορφη, παρά τις νίκες της που επετεύχθησαν επί σχεδόν βωβών φυλών. Έτσι, η δυτική Ασία και η Ευρώπη είναι το μεγάλο εργαστήριον όπου έχουν προκύψει τα πλέον σημαντικά ανθρώπινα ερωτήματα. Εκεί, επιπλέον, για τις ανάγκες του εκπολιτιστικού αγώνος, έτεινε  αναποφεύκτως να επικεντρώνεται οτιδήποτε στον κόσμο έχει μια τιμή ικανή να προκαλέσει την απληστία.

Εάν δεν εδημιουργήσαμε τα πάντα, θέλαμε να έχουμε τα πάντα εκεί, πάντοτε δε  το κατορθώσαμε, στον βαθμό που η λευκή μας ουσία ασκούσε την κυριαρχία της, διότι  δεν πρέπει να ξεχνάμε, την ευγενή φυλή. Πουθενά δεν είναι καθαρή και στηρίζεται παντού σε μιαν ετερογενή εθνοτική καταγωγή, η οποία, στις περισσότερες περιστάσεις, την παραλύει κατά τρόπον που είναι απαρατήρητος, ωστόσον όμως καθοριστικός. Την εποχή που η λευκή δράση ήταν η πλέον ελευθέρα, έχουμε ιδεί στο δυτικό περιβάλλον, σε αυτόν τον ωκεανό όπου συρρέουν όλα τα πολιτιστικά ρεύματα, έχουμε ιδει τις πνευματικές κατακτήσεις των άλλων λευκών κλάδων, οι οποίοι δρουν στο κέντρον των σφαιρών, να έρχονται από μακράν με την σειρά τους για να εμπλουτίσουν τον κοινό θησαυρό της οικογενείας. Έτσι, στις όμορφες εποχές της Ελλάδος, η Αθήνα έθεσε υπό την κατοχήν της ό,τι εγνώριζε καλύτερον η αιγυπτιακή επιστήμη και ό,τι εδίδασκε λεπταισθήτως  η ινδική φιλοσοφία.

Και στην Ρώμη υπήρξε η τέχνη της αναλήψεως των ανακαλύψεων που ανήκουν στα πλέον μεμακρυσμένα σημεία του πλανήτου. Κατά τον Μεσαίωνα, όταν η κοινωνία των πολιτών φαίνεται σε πολλούς ως κατωτέρα από ό,τι ήταν υπό τους Καίσαρες και τους Αυγούστους, ο ζήλος εδιπλασιάσθη και επετεύχθη μεγαλυτέρα επιτυχία στην συγκέντρωση της γνώσεως. Διεισδύσαμε πολύ περισσότερον στα ιερά της ανατολικής σοφίας και υπήρξαν πολλές ακριβέστερες ιδέες. Ταυτοχρόνως, ατρόμητοι ταξιδιώτες κατέληξαν, οδηγούμενοι από την περιπετειώδη ιδιοφυΐα της φυλής τους, σε μακρινά ταξίδια. Σε αυτά, τα ταξίδια του Σκύλακος και του Άνωνος, εκείνα του Πυθέως και του Νεάρχου, αξίζουν οπωσδήποτε ολίγα λόγια. Και όμως, ένας βασιλεύς της Γαλλίας, ακόμα και ένας Πάπας του δωδεκάτου αιώνος, υποστηρικτές και προαγωγοί αυτών των τολμηρών επιχειρήσεων, ήσαν άραγε συγκρίσιμοι με τους κολοσσούς της εξουσίας οι οποίοι εκυβέρνησαν τον ρωμαϊκό κόσμο; Κατά τον Μεσαίωνα, το λευκό στοιχείο ήταν ευγενέστερο, καθαρότερο και επομένως ενεργότερο από ό,τι είχαν γνωρίσει τα ανάκτορα της αρχαίας Ρώμης.»

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 225)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.png

Μέρος ΞΔ΄

Στο τέταρτο βιβλίον, «Σημιτοποιηθέντες νοτιοδυτικοί πολιτισμοί», του διασήμου εγχειριδίου του περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών, ο Κόμης  Αρτύρ ντε Γκομπινώ γράφει στο πρώτο κεφάλαιον («Ιστορία υφίσταται  μόνον ανάμεσα στα λευκά έθνη, καθώς όλοι σχεδόν οι πολιτισμοί έχουν αναπτυχθεί στα δυτικά μέρη της υδρογείου.») :

«Τώρα, με τους Ισπανούς κατακτητές να εγγίζουν το έδαφος της αμερικανικής ηπείρου, εγκαταλείπουμε αυτούς τους απομονωμένους λαούς, οι οποίοι όντες ολιγότερον εκτεθειμένοι από τους άλλους στις εθνικές αναμείξεις, κατόρθωσαν να διατηρήσουν, επί μία μακρά διαδοχή αιώνων, μίαν οργάνωση εναντίον της οποίας ουδέν ελειτούργησεν. Η Ινδία και η Κίνα επαρουσίασαν αυτό το σπάνιο θέαμα, κατά τον διαχωρισμό τους από τον υπόλοιπο κόσμο. Και ακριβώς όπως θα ιδούμε τώρα, μόνον στα έθνη που συνδέουν τα συμφέροντά τους, τις ιδέες τους, τα δόγματα και τα πεπρωμένα τους με την πρόοδο των διαφορετικώς διαμορφωμένων εθνών, δεν θα βλέπουμε πλέον το τέλος των κοινωνικών θεσμών. Πουθενά δεν θα έχουμε έστω για μια στιγμή την ψευδαίσθηση, η οποία στην Ουρανία Αυτοκρατορία και στην γη των Βραχμάνων θα ημπορούσε ευκόλως να οδηγήσει τον παρατηρητή να αναρωτηθεί μήπως η σκέψη του ανθρώπου δεν είναι αθάνατη. Αντί αυτής της μεγαλοπρεπούς διαρκείας, αντί αυτής της σχεδόν ακαταβλήτου στερεότητος -υπέροχο προνόμιον που εγγυάται η σχετική ομοιογένεια των φυλών στις δύο κοινωνίες που μόλις κατονόμασα- από τον έβδομο αιώνα π. Χ. και ένθεν, στην ταραχώδη αρένα όπου θα εξορμήσει η πλειοψηφία των λευκών ανθρώπων, καθόλου πλέον δεν θα διαπιστώσουμε αυτήν την αστάθεια, την μεταβλητότητα στην εκπολιτίζουσα ιδέα. Ενωρίτερον, για να καταμετρηθεί η χρονική διάρκεια της σειράς των ινδικών ή κινεζικών δεδομένων, εχρειάσθησαν δεκάδες αιώνες.

Ανεξαρτήτως αυτής της μεθόδου, θα διαπιστώσουμε συντόμως ότι, ένας πολιτισμός πεντακοσίων έως εξακοσίων ετών είναι συγκριτικώς λίαν αξιοσέβαστος. Οι θαυμασιότατες πολιτικές δημιουργίες θα έχουν ζωή μόνον επί διακόσια ή τριακόσια έτη και, όταν αυτός ο χρόνος παρέλθει θα πρέπει να μεταμορφωθούν ή να αποθάνουν. Μαγευμένοι στιγμιαίως από την εφήμερο λαμπρότητα της Ελλάδος και της δημοκρατικής Ρώμης, θα είναι μεγάλη παρηγορία για εμάς να σκεφθούμε, ερχόμενοι στην σύγχρονο εποχή, ότι εάν οι κοινωνικές μας διαρθρώσεις διαρκούν επ’ ολίγον, έχουν παρ’ όλα αυτά την ίδια μακροβιότητα όπως εκείνες τις οποίες η Ασία και η Ευρώπη έχουν ιδεί να γεννώνται, έχουν θαυμάσει, έχουν φοβηθεί και εν συνεχεία, όταν αυτές απέθαναν, κατεπατήθησαν από την περίοδο του εβδόμου π. Χ. αιώνος, μιαν εποχή ανανεώσεως και σχεδόν πλήρους μετασχηματισμού της λευκής επιρροής στις υποθέσεις των δυτικών χωρών. Η Δύση ήταν ακόμη το κέντρον του κόσμου. Αυτήν την προδιάθεση, πράγματι, όλες οι περιοχές την έχουν προφανώς κατά τι εκθρέψει και επιδείξει.

Για τους Ινδούς, η Αρυαβάρτα («Ενδιαίτημα των Αρίων») ευρίσκεται εν μέσω των γηίνων χωρών. Γύρω από αυτήν την ιερά γη εκτείνονται οι Ντβίπας, που συνδέονται με το ιερό κέντρο, όπως τα πέταλα του λωτού με τον κάλυκα του θεϊκού φυτού. [Οι Ντβίπας- «Νήσοι», ήτοι Ηπειροι, είνα κατά την ινδική κοσμοαντίληψη επτά, όπως καταγράφονται στο κομβικό Άριο έπος «Μαχαμπαράτα»  : Τζάμπου- Γη του μαύρου μυρτίλου, Πλάξα – Γή της συκέας, Σαλμάλι – Γη του βαμβακοδένδρου, Κούσα – Γη της χλόης, Κραούνκα – Γη των ορέων, Σάκα – Γη του πεύκου, Πουσκάρα – Γη της σφενδάμνου.]  Συμφώνως προς τους Κινέζους, το σύμπαν ακτινοβολείται πέριξ της Ουρανίου Αυτοκρατορίας. Η ίδια φαντασία διασκέδασε και τους Έλληνες : Ο ναός τους των Δελφών ήταν ο ομφαλός της Αγαθής Θεάς / Bona Dea [της Δαμίας ή Αυξούς, δωρικής προδρομικής αλλοπροσωπίας της Δήμητρας. Η Δαμία ήταν δωρική γονιμική θεότης, προστάτης της γονιμότητος, από τις παλαιότερες του ελληνικού χώρου, που ελατρεύετο ομού ή ταυτοσήμως  με την Αυξώ ή Αυξησία, σε πολλές δωρικές πόλεις όπως στην Επίδαυρο, στην Αίγινα, στην Σπάρτη και στην Τροιζήνα, όπως επιμαρτυρεί και ο Παυσανίας. Η Δαμία εταυτίζετο κατόπιν με την θεά Δήμητρα και την Περσεφόνη, ενώ  οι Τροιζήνιοι απεκάλουν Αμαίαν την Δήμητρα, και Αζισίαν την κόρη της. Η Δαμία ελατρεύετο και στις Κυκλάδες. Συγκεκριμένως στην Θήρα, ελατρεύετο ως προστάτης των εγκύων και των λεχωνών -οπως η Φοιβομήτηρ Λητώ-, μάλιστα νοτίως του ναού του Καρνείου Απόλλωνος ευρέθη εγχάρακτος επί βράχου επιγραφή «ΛΟΧΑΙΑ ΔΑΜΙΑ»].

Οι Αιγύπτιοι ήσαν επίσης αναλόγως παράλογοι. Δεν συμαβαίνει κατά την έννοιαν αυτής της παλαιάς γεωγραφικής ματαιοδοξίας ότι, ένα έθνος ή μια ομάς εθνών επιτρέπεται να αναλάβει έναν κεντρικό ρόλο στον κόσμο. Δεν του επιτρέπεται καν να διεκδικεί τη συνεχή κατεύθυνση των εκπολιτιστικών συμφερόντων και ένεκα αυτού μου επιτρέπω την διενέργεια μιας λίαν ριζοσπαστικής κριτικής στο διάσημο έργο του Βιτσέντζο Τζιομπέρτι «Πολιτική και ηθική υπεροχή των Ιταλών». Μόνον από ηθική άποψη, πέραν όλων των πατριωτικών ανησυχιών, είναι σωστό να υποστηρίζουμε ότι, το κέντρον βάρους του κοινωνικού κόσμου πάλλεται πάντοτε στις δυτικές χώρες χωρίς ποτέ να τις εγκαταλείπει, διαθέτον  – συμφώνως προς τις ιστορικές περιόδους – δύο ακραία όρια : Την Βαβυλώνα και το Λονδίνο από ανατολών προς δυσμάς, την Στοκχόλμη και τις Θήβες της Αιγύπτου από βορράν προς νότον. Πέραν αυτών, απομόνωση, περιορισμένη προσωπικότης, αδυναμία διεγέρσεως της γενικής συμπαθείας και, τελικώς, βαρβαρότης σε όλες τις μορφές της.

Ο Δυτικός κόσμος, όπως μόλις περιέγραψα, είναι όπως μια σκακιέρα όπου ήλθαν να ανταγωνισθούν τα μεγαλύτερα συμφέροντα. Είναι μια λίμνη που συνεχώς κατακλύζει τον υπόλοιπο κόσμο, μερικές φορές τον καταστρέφει, όμως πάντα τον λιπαίνει. Είναι ένα είδος πεδίου με πολυχρώμους καρπούς όπου όλα τα φυτά, υγιή και δηλητηριώδη, θρεπτικά και θανατηφόρα, ηύραν καλλιεργητές. Το μεγαλύτερον μέρος της κινήσεως, η πλέον εκπληκτική ποικιλία γεγονότων, οι επιφανέστερες συγκρούσεις και οι πλέον ενδιαφέρουσες από τις τεράστιες συνέπειές τους, συνεκεντρώθησαν εκεί, ενώ στην Κίνα και στην Ινδία εσημειώθησαν πολλές σοβαρές συγκρούσεις, για τις οποίες  τόσον ολίγον ενημερώθη το σύμπαν, ενώ η ευρυμάθεια, αφυπνισθείσα από ορισμένες ενδείξεις, ανακαλύπτει τα ίχνη τους με μεγάλη προσπάθεια.

Αντιθέτως, μεταξύ των πολιτισμένων λαών της Δύσεως, δεν υπάρχει ούτε μια σοβαρά μάχη, ούτε μια κατά τι αιματηρά επανάσταση, μια ελάχιστα αισθητή αλλαγή δυναστείας, η οποία μας διαπερνά επί τριάντα αιώνες,  συχνά με λεπτομέρειες που αφήνουν τον αναγνώστη τόσον έκπληκτο, όσον ημπορεί να γίνει ο αρχαιογνώστης όταν ο οφθαλμός του ανακαλύπει ανέπαφο την λεπτότητα των ωραιοτέρων γλυπτών στα μνημεία της αρχαιότητος.

Από πού προέρχεται αυτή η διαφορά; Στο ανατολικόν τμήμα του κόσμου, ο μόνιμος αγών εθνικών σκοπών έλαβεν χώρα μόνον μεταξύ του Αρίου στοιχείου αφενός και των μαύρων και κιτρίνων αρχών αφ ετέρου. Δεν χρειάζεται να επισημάνω ότι, όπου οι μαύρες φυλές επολέμησαν μόνον προς εαυτές, όπου οι κίτρινες φυλές επίσης περιεστρέφοντο στον ιδικό τους κύκλο ή πάλιν όπου τα μαύρα και κίτρινα μείγματα αγωνίζονται σήμερον, δεν υφίσταται εφικτή ιστορία. Τα αποτελέσματα αυτών των συγκρούσεων είναι ουσιαστικώς άγονα, όπως οι εθνοτικοί παράγοντες που τις καθορίζουν, τίποτα δεν έχει εμφανισθεί, τίποτα δεν έχει παραμείνει. Αυτό συμβαίνει στην Αμερική, στο μεγαλύτερον μέρος της Αφρικής και σε ένα πολύ μεγάλο τμήμα της Ασίας. Η ιστορία εκπηγάζει μόνον από την επαφή των λευκών φυλών.»

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 224)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.png

Μέρος ΞΓ΄

Στον επίλογον του δεκάτου έκτου κεφαλαίου («Ανακεφαλαίωση – Τα αντιπροσωπευτικά χαρακτηριστικά των τριών μεγάλων φυλών. Η υπεροχή του λευκού τύπου και εντός του τύπου αυτού, της Αρίας οικογενείας») του πρώτου βιβλίου από το  εκτενές και  άξιο  λεπτομερούς μελέτης, παρεξηγημένο εγχειρίδιόν του περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών, ο Κόμης  ντε Γκομπινώ γράφει συμπερασματικώς:

«Δεδομένου ότι συνεκτιμώ τα πλεονεκτήματα των φυλετικών αναμείξεων, θα προσθέσω ότι σε αυτές οφείλονται η βελτίωση των τρόπων και των πεποιθήσεων και ειδικότεραν ο μετριασμός του πάθους και της επιθυμίας. Αλλά αυτά είναι απλώς μεταβατικά οφέλη και εάν αναγνωρίσω ότι ένας μουλάτος (υβρίδιον μαύρου – λευκού), ο οποίος ημπορεί να γίνει δικηγόρος, ιατρός ή επιχειρηματίας, αξίζει περισσότερον από τον παππού του, ο οποίος ήταν απολύτως άγριος και ολότελα ανίκανος για κάτι, τότε πρέπει επίσης να ομολογήσω ότι οι Βραχμάνοι της πρωτογόνου Ινδίας, οι ήρωες της Ιλιάδος και του Σαχναμέ, οι πολεμιστές της Σκανδιναβίας, οι ένδοξες σκιές των ευγενών φυλών που εξηφανίσθησαν μας δίδουν μιαν υψηλοτέρα και λαμπροτέρα ιδέα της ανθρωπότητος και ήσαν δραστηριότερα, ευφυέστερα και πλέον έμπιστα όργανα του πολιτισμού και του μεγαλείου από τους παρόντες σημερινούς λαούς, εκατό φορές υβρίδια. Ακόμη και το αίμα αυτών δεν ήταν πλέον καθαρό.

[Το Σαχναμέ, άλλως γνωστό και ως «Βιβλίον των Βασιλέων» ή «Έπος των Βασιλέων», είναι περσικόν έπος, έργον του Φιρντουσί. Η συγγραφή του εξεκίνησε περίπου το 366 και ολοκληρώθηκε περίπου το 400. Αποτελεί το μεγαλύτερον σε έκταση έπος γραμμένο από ένα μόνο ποιητή, με περίπου 60.000 δίστιχα σε ομοιοκαταληξία. Σε αντίθεση με άλλα έπη της Δύσεως, όπως η Οδύσσεια, η Ιλιάς και η Αινειάς, τα οποία εστιάζουν σε μια σχετικώς μικρά χρονική περίοδο, η αφήγηση του Σαχναμέ ξεχωρίζει για το μέγα χρονικό εύρος που καλύπτει, καθώς αφηγείται ολόκληρο την ιστορία της Περσίας, από τους μυθικούς χρόνους μέχρις της κατακτήσεως της Σασανικής δυναστείας από τους Άραβες.]

Ωστόσον έχει προκύψει πως οι ανθρώπινες φυλές, όπως τις ευρίσκουμε στην Ιστορία, είναι πολυσύνθετες. Και μια από τις κύριες συνέπειες ήταν να ριφθούν σε αταξία τα περισσότερα από τα πρωτόγονα χαρακτηριστικά κάθε τύπου. Οι καλές αλλά και οι κακές ιδιότητες φαίνεται να μειώνονται σε ένταση με την επαναλαμβανομένη ανάμιξη αίματος. Αλλά επίσης διασκορπίζονται και διαχωρίζονται μεταξύ τους  και συχνά αντιτίθενται αμοιβαίως.

Η λευκή φυλή είχεν αρχικώς το μονοπώλιον της ευμορφίας, της νοημοσύνης και της δυνάμεως. Με την ένωσή της  με άλλες ποικιλίες, εδημιουργήθησαν υβρίδια, τα οποία ήσαν εύμορφα χωρίς δύναμη, ισχυρά χωρίς νοημοσύνη, ή, εάν ήσαν έξυπνα, ήσαν τόσον αδύναμα όσον και άσχημα. Επιπλέον, όταν η ποσότης του λευκού αίματος ηυξήθη σε απεριόριστο ποσότητα με διαδοχικές εγχύσεις και όχι με μία μόνον πρόσμιξη, δεν έφερε πλέον μαζί της τα φυσικά πλεονεκτήματά του και συχνά απλώς ηύξησε την σύγχυση που ήδη υπήρχε στα φυλετικά στοιχεία. Η ισχύς του, στην πραγματικότητα, εφαίνετο να είναι η μόνη παραμένουσα ποιότης του, ενώ ακόμη και η δύναμή του εχρησίμευσε μόνον για την προώθηση της διαταραχής.

Η εμφανής αυτή ανωμαλία εξηγείται ευκόλως : Κάθε στάδιον ενός τελείου μείγματος παράγει ένα νέον είδος από διάφορα στοιχεία και αναπτύσσει ειδικές ικανότητες. Μόλις προστεθούν άλλα στοιχεία, η τεραστία δυσκολία εναρμονίσεως του συνόλου δημιουργεί μιαν κατάσταση αναρχίας. Όσο περισσότερον αυξάνεται, τόσον περισσότερον οι καλύτερες και πλουσιότερες από τις νέες συνεισφορές μειώνονται σε αξία και με την απλή παρουσία τους προσθέτουν καύσιμα σε ένα κακό που δεν ημπορούν να μειώσουν. Εάν τα μίγματα αίματος ωφελούν σε κάποιον βαθμό την μάζα της ανθρωπότητος, εάν την αναβιβάζουν και την εξευγενίζουν, αυτό είναι απλώς εις βάρος της ίδιας της ανθρωπότητος, η οποία παρακωλύεται, υποβαθμίζεται, αποχαυνώνεται και ταπεινώνεται στα πρόσωπα των ευγενεστέρων υιών της: Ακόμη και εάν παραδεχθούμε ότι είναι καλύτερον να μετατρέψουμε μιαν μυριάδα υποβαθμισμένων όντων σε μετρίους ανθρώπους, από το να διατηρήσουμε την φυλή των πριγκήπων των οποίων το αίμα νοθεύεται και εξαθλιώνεται με το να υποστούμε αυτήν την ανέντιμο αλλαγή, εξακολουθεί να υφίσταται  το ατυχές γεγονός ότι η αλλαγή δεν σταματά εδώ.

Διότι αφ΄ότου κάποτε εδημιουργήθησαν οι μέτριοι άνδρες εις βάρος των ανωτέρων, συνδυάζονται με άλλες μετριότητες  και από τέτοιες ενώσεις, οι οποίες αναπτύσσονται ολοέν και περισσότερον υποβαθμιζόμενες, γεννάται μια σύγχυση η οποία, όπως αυτή της Βαβέλ, καταλήγει σε πλήρη ανικανότητα και οδηγεί τις κοινωνίες προς τα κάτω, στην άβυσσο του τίποτα από το οποίον δεν ημπορεί να τις σώσει καμμία δύναμη στην γη.

Τέτοιο είναι το μάθημα της Ιστορίας. Μας δείχνει ότι όλοι οι πολιτισμοί προέρχονται από την λευκή φυλή, ότι κανείς  δεν ημπορεί να υπάρξει χωρίς την βοήθειά της και ότι μια κοινωνία είναι μεγάλη και λαμπρή, μόνον όσον διατηρεί το αίμα της ευγενούς ομάδας που την εδημιούργησε, εφ όσον αυτή η ομάς ανήκει στον επιφανέστερο κλάδο του είδους μας.

Από το πλήθος των λαών που ζουν ή έχουν ζήσει στην γη, μόνον δέκα έχουν ανέλθει στην θέση των ολοκληρωμένων κοινωνιών. Οι υπόλοιποι ειλκύθησαν πέριξ αυτών περισσότερον ή ολιγότερον ανεξαρτήτως, όπως οι πλανήτες γύρω από τους ηλίους τους. Εάν υπάρχει κάποιο στοιχείο ζωής σε αυτούς τους δέκα πολιτισμούς που δεν οφείλεται στην ώθηση των λευκών φυλών, οποιοδήποτε σπέρμα θανάτου που δεν προέρχεται από τα κατώτερα είδη που αναμιγνύονται μαζί τους, τότε ολόκληρη η θεωρία επί της οποίας στηρίζεται αυτό το βιβλίο είναι εσφαλμένη.

Από την άλλη πλευρά, εάν τα γεγονότα είναι όπως ισχυρίζομαι, τότε έχουμε μιαν αναντίρρητο απόδειξη της ευγενείας του ιδικού μας είδους. Μόνον οι πραγματικές λεπτομέρειες ημπορούν να καθορίσουν την τελική σφραγίδα της αληθείας στο σύστημά μου και μόνον αυτές ημπορούν να δείξουν με αρκετή ακρίβεια τις πλήρεις συνέπειες της κυρίας θέσεώς μου ότι, οι λαοί εκφυλίζονται μόνον ως αποτέλεσμα των διαφόρων προσμίξεων αίματος που υφίστανται.

Ότι δηλαδή ο εκφυλισμός τους ανταποκρίνεται ακριβώς στην ποσότητα και στην ποιότητα του νέου αίματος και ότι το ισχυρότερον πλήγμα στην ζωτικότητα ενός πολιτισμού επέρχεται όταν τα κυριαρχούντα στοιχεία μιας κοινωνίας και εκείνα που αναπτύσσονται από την φυλετική αλλαγή έχουν καταστεί τόσον πολυάριθμα ώστε είναι σαφώς απομμεμακρυσμένα από την ομοιογένεια που είναι αναγκαία για την ζωή τους, καθίσταται δε συνεπώς αδύνατον να εναρμονιστούν και να αποκτήσουν τα κοινά ένστικτα και ενδιαφέροντα, την κοινή λογική της υπάρξεως, η οποία είναι η μόνη δικαιολογία για οποιονδήποτε κοινωνικό δεσμό.

Δεν υπάρχει μεγαλυτέρα κατάρα από αυτήν την διαταραχή, διότι  όσο κακό και εάν έχει επιφέρει στην παρούσα κατάσταση των πραγμάτων, υπόσχτεαι ακόμα χειρότερο για το μέλλον…

Από τους πρώτους επτά πολιτισμούς, οι οποίοι είναι εκείνοι του Παλαιού Κόσμου, έξι ανήκουν, τουλάχιστον εν μέρει, στην Αρία φυλή και ο έβδομος, αυτός της Ασσυρίας, οφείλει στην φυλή αυτήν την Ιρανική Αναγέννηση, η οποία ιστορικώς αποτελεί το καλλιστο δικαίωμά του στην φήμη. Σχεδόν ολόκληρη η Ήπείρος της Ευρώπης κατοικείται σήμερα από ομάδες που έχουν λευκή βάση, αλλά στις οποίες τα μη Άρια στοιχεία είναι τα πλέον πολυάριθμα.

Δεν υπάρχει πραγματικός πολιτισμός, μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών, όπου δεν κυριαρχεί ο κλάδος των Αρίων. Στον ανωτέρω κατάλογο ουδεμία νεγρική φυλή αναφαίνεται ως ο ιδρυτής ενός πολιτισμού. Μόνον όταν αναμειγνύεται με κάποιαν άλλη ημπορεί να εισαχθεί σε έναν πολιτισμό. Ομοίως, δεν υπάρχει κανείς αυθόρμητος πολιτισμός μεταξύ των κιτρίνων φυλών. Και όταν εξαντληθεί το Άριον αίμα επέρχεται η στασιμότης. »

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 223)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.png

Μέρος ΞΒ΄

Στο ιδιάζον, εκτενές, και  άξιο  εμβριθούς μελέτης εγχειρίδιόν του περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών (Δέκατον έκτον κεφάλαιον «Ανακεφαλαίωση – Τα αντιπροσωπευτικά χαρακτηριστικά των τριών μεγάλων φυλών. Η υπεροχή του λευκού τύπου και εντός του τύπου αυτού, της Αρίας οικογενείας») , ο Κόμης  Αρτύρ ντε Γκομπινώ γράφει:

«(…) Η κιτρίνη φυλή είναι το ακριβώς αντίθετον αυτού του τύπου. Το κρανίον προέχει και δεν εισέχει. Το μέτωπον είναι ευρύ και οστεώδες, συχνά υψηλό και προέχον. Το σχήμα του προσώπου είναι τριγωνικό, ενώ η ρις και  το πωγώνιο δεν εμφανίζουν καμίαν από τις χονδροειδείς προεξοχές που επισημαίνουν τον νέγρο. Υπάρχει επίσης μια γενική τάση  παχυσαρκίας, η οποία αν και δεν περιορίζεται στον κίτρινο τύπο, ευρίσκεται σε αυτόν συχνότερον σε σχέση με τους άλλους. Ο κίτρινος άνθρωπος έχει μικρά φυσική ενέργεια και κλίνει προς την απάθεια. Δεν διαπράττει καμίαν από τις τόσον συνήθεις μεταξύ των νέγρων περίεργες υπερβολές. Οι επιθυμίες του είναι αδύναμες, η δύναμη της θελήσεώς του μάλλον επίμονη παρά βιαία. Η επιθυμία του για υλικές απολαύσεις, αν και σταθερά, παραμένει εντός ορίων. Ένας σπάνιος κοιλιόδουλος εκ φύσεως, επιδεικνύει  πολύ μεγαλυτέρα διακριτικότητα στην επιλογή του φαγητού. Τείνει στην μετριότητα σε όλα. Αντιλαμβάνεται ευκόλως  οτιδήποτε δεν είναι ιδιαιτέρως  βαθύ ή κορυφαίο. Έχει αγάπη για την χρησιμότητα και σεβασμό για την τάξη, αναγνωρίζει δε και την αξία ενός ορισμένου βαθμού ελευθερίας. Είναι πρακτικός, με την στενοτέρα έννοια της λέξεως. Δεν ονειρεύεται, ούτε θεωρητικολογεί. Δημιουργεί ολίγα, αλλά ημπορεί να εκτιμήσει και να αναλάβει ότι είναι χρήσιμο για αυτόν. Ολόκληρη η επιθυμία του συνίσταται στο να ζει με τον ευκολότερο και πλέον άνετο τρόπο.

Επομένως οι κίτρινες φυλές είναι σαφώς ανώτερες από τις μαύρες. Κάθε ιδρυτής ενός πολιτισμού θα επιθυμούσε η σπονδυλική στήλη της κοινωνίας του, η μεσαία του τάξη, να αποτελείται από τέτοιους ανθρώπους. Αλλά ουδεμία πολιτισμένη κοινωνία θα ημπορούσε να δημιουργηθεί από αυτούς. Δεν ημπορούν να της προμηθεύσουν νευρική δύναμη ή να κινητοποιήσουν τις πηγές ωραιότητος και δράσεως……

Ερχόμεθα τώρα στους λευκούς λαούς. Αυτοί είναι προικισμένοι με στοχαστική ενέργεια ή μάλλον με μιαν ενεργητική νοημοσύνη. Έχουν μιαν αίσθηση για την χρησιμότητα, αλλά κατά μιαν έννοια ευρυτέρα και υψηλοτέρα, πλέον θαρραλέα και ιδανική, απ΄ ό,τι οι κίτρινες φυλές. Διαθέτουν μιαν επιμονή, η οποία λαμβάνει υπόψη τα εμπόδια και τελικώς ευρίσκει ένα μέσον υπερβάσεώς τους. Μια μεγαλυτέρα φυσική δύναμη, ένα εξαιρετικό ένστικτο για τάξη, όχι μόνον ως εγγύηση ειρήνης και ηρεμίας, αλλά και ως απαραίτητο μέσον αυτοσυντηρήσεως. Ταυτοχρόνως, έχουν μιαν αξιοσημείωτο και ίσως ακραία, αγάπη για την ελευθερία, είναι δε απροκαλύπτως εχθρικοί απέναντι στην τυποκρατία, με την οποίαν οι Κινέζοι χαίρονται να φυτοζωούν, καθώς και απέναντι στον αυστηρό δεσποτισμό, που αποτελεί τον μόνο τρόπο διακυβερνήσεως του νέγρου.

Οι λευκές φυλές διακρίνονται επίσης από μιαν εξαιρετική προσήλωση στην ζωή. Γνωρίζουν καλύτερον πώς να την διαχειρίζονται και έτσι, όπως φαίνεται, την κοστολογούν περισσότερον. Τόσον για τα ιδικά τους πρόσωπα όσον και για εκείνα των άλλων, είναι πιο φειδωλές με την ζωή. Όταν είναι σκληροί, έχουν συνείδηση της σκληρότητός τους. Είναι πολύ αμφίβολον εάν υπάρχει τέτοια συνείδηση στον νέγρο. Ταυτοχρόνως, έχουν ανακαλύψει τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να δώσουν αυτήν την πολυάσχολη ζωή τους, που είναι για αυτούς τόσον πολύτιμη. Το κύριο κίνητρό τους για αυτό είναι η Τιμή, η οποία με διάφορα ονόματα έχει παίξει από την αρχή ένα τεράστιο ρόλο στις ιδέες αυτής της φυλής. Ολίγον χρειάζεται να προσθέσω ότι η λέξη Τιμή, μαζί με όλες τις πολιτισμικές επιρροές που εμπεριέχει, είναι άγνωστη τόσον στον κίτρινο όσον και στον μαύρο άνθρωπο.

Από την άλλη πλευρά, η τεραστία υπεροχή των λευκών λαών σε όλο το πεδίον της διανοίας εξισορροπείται από την κατωτερότητα της εντάσεως των αισθήσεων τους. Στον κόσμο των αισθήσεων, ο λευκός άνθρωπος είναι πολύ ολιγότερον ταλαντούχος από τους άλλους και έτσι δελεάζεται ολιγότερον και απορροφάται ολιγότερον από τις σκέψεις του σώματος, αν και στην φυσική του δομή είναι κατά πολύ ο πλέον δραστήριος.

Αυτά είναι τα τρία συστατικά στοιχεία της ανθρωπίνης φυλής.

Τα αποκαλώ δευτερεύοντες τύπους, καθώς νομίζω ότι υποχρεούμαι να παραλείψω κάθε συζήτηση για τον «Αδαμίτη άνθρωπο». Από τον συνδυασμό, με την επιμειξία, των ποικιλιών αυτών των τύπων προέρχονται οι τριτογενείς ομάδες. Οι τεταρτογενείς σχηματισμοί παράγονται με την ένωση ενός από αυτούς τους τριτογενείς τύπους ή μιας καθαροαίμου φυλής με μιαν άλλη ομάδα που έχει ληφθεί εξ ενός των δύο ξένων ειδών.

Κάτωθεν αυτών των κατηγοριών ενεφανίσθησαν άλλες – και εξακολουθούν να εμφανίζονται. Ορισμένες από αυτές εμφανίζουν λίαν ισχυρά χαρακτηριστικά και αποτελούν νέες και διακριτές αφετηρίες, προερχόμενες από φυλές που έχουν συγχωνευθεί εντελώς. Άλλες, είναι ελλιπείς και ασθενώς διατεταγμένες και  θα ημπορούσε κανείς να ειπεί, αντικοινωνικές, δεδομένου ότι τα στοιχεία τους, που είναι ιδιαιτέρως πολυάριθμα, ιδιαιτέρως ανόμοια ή πάρα πολύ βάρβαρα, δεν είχαν ούτε τον χρόνο ούτε την ευκαιρία να συνδυασθούν προς κάποιον καρποφόρο σκοπό. Στο πλήθος  αυτών των υβριδικών και αναδευθεισών φυλών που συναποτελούν ολόκληρο την ανθρωπότητα δεν ημπορούν να εφαρμοσθούν όρια, εκτός από την φρίκη η οποία γεννάται από την δυνατότητα απεριορίστου αναμείξεως,

Θα ήταν άδικο να ισχυρισθεί κανείς ότι κάθε μίγμα είναι κακό και επιβλαβές. Εάν οι τρεις μεγάλοι τύποι είχαν παραμείνει αυστηρώς κεχωρισμένοι, η υπεροχή θα ευρίσκετο, δίχως αμφιβολίες, πάντα στα χέρια των καλύτερων εκ των λευκών φυλών, ενώ οι κίτρινες και μαύρες ποικιλίες θα εσύροντο πάντοτε στους πόδες της κατωτέρας από τις λευκές. Μια τέτοια κατάσταση είναι έως τούδε  ιδανική, δεδομένου ότι ποτέ δεν επεσυνέβη στην ιστορία. Και ημπορούμε να την φαντασθούμε μόνον, αναγνωρίζοντες την αδιαμφισβήτητο υπεροχή εκείνων των ομάδων των λευκών φυλών που έχουν παραμείνει οι πλέον καθαρές.

Αυτή η κατάσταση δεν θα ήταν ολοσχερώς κερδοφόρος. Η ανωτερότης της λευκής φυλής θα     είχε καταδειχθεί σαφώς, όμως θα είχε αγορασθεί με την τιμή ορισμένων πλεονεκτημάτων που ηκολούθησαν την ανάμειξη του αίματος. Παρόλον που αυτά τα πλεονεκτήματα  προέρχονται από την αντιστάθμιση των ελαττωμάτων που έχουν επέλθει στην ακολουθία τους, μερικές φορές πρέπει να επαινώνται….

Στην Μαλαϊκή ποικιλία, παρήχθη μια ανθρωπίνη οικογένεια από την κιτρίνη και την μαύρη φυλή,  που διέθετε  περισσοτέρα ευφυΐα από αμφοτέρους τους προγόνους της. Τέλος, από την ένωση της λευκής και της κιτρίνης φυλής, εξεπήδησαν ορισμένοι ενδιάμεσοι λαοί, οι οποίοι είναι ανώτεροι από τις καθαρώς Φιννικές φυλές καθώς και από τους νέγρους.

Δεν αρνούμαι ότι αυτά είναι καλά αποτελέσματα. Ο κόσμος της τέχνης και η μεγάλη λογοτεχνία που προέρχoνται από την ανάμειξη του αίματος, η βελτίωση και ο εξευγενισμός των κατωτέρων φυλών, όλα αυτά είναι θαύματα για τα οποία πρέπει να είμεθα ευγνώμονες. Τα ασήμαντα έχουν ανυψωθεί, δυστυχώς όμως, τα μεγάλα έχουν ταπεινωθεί από την ίδια διαδικασία. Και αυτό είναι ένα κακό που τίποτα δεν μπορεί να εξισορροπήσει ή να επιδιορθώσει.»

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 222)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.png

Μέρος ΞΑ΄

Αλλά υπάρχουν ορισμένοι λαοί, όπως οι Εβραίοι, για παράδειγμα, οι οποίοι φαίνεται να μην έχουν κρατήσει καθόλου την προγονική ομιλία τους. Και ημπορούμε να ανακαλύψουμε αυτήν τους την αδιαφορία από την στιγμή των πρώτων μετακινήσεών τους. Όταν ο Τάρα έφυγε από την γη των πατέρων του, την  Ουρ των Χαλδαίων, σίγουρα δεν είχε μάθει την γλώσσα των Χαναανίτι που έγινε πλέον η εθνική ομιλία των παιδιών του Ισραήλ. [Ο Τάρα ή Θάρα, είναι πρόσωπον της Παλαιάς Διαθήκης που αναφέρεται τόσον στο βιβλίον της Γενέσεως, φερόμενος ως πατήρ του Αβραάμ και απόγονος του Σημ, όσον και στην Καινή Διαθήκη, στο Ευαγγέλιον κατά Λουκά και στις Πράξεις των Αποστόλων].

Η εθνική τους γλώσσα ενδεχομένως επηρεάσθη σε κάποιον βαθμό από τις προηγούμενες αναμνήσεις τους και στο στόμα τους κατέστη μια ειδική διάλεκτος της πολύ αρχαίας γλώσσης, η οποία ήταν η μητέρα των πλέον πρωίμων Αραβικών που γνωρίζουμε και η σύνομη κληρονομία φυλών που συνδέονται στενά με τους μαύρους Χαμίτες. Ακόμη και σε αυτήν την γλώσσα δεν επρόκειτο να παραμείνουν πιστοί οι Εβραίοι. Οι φυλές που επεστράφησαν από τον Ζοροβάβελ εκ της αιχμαλωσίας, την είχαν λησμονήσει κατά την σύντομο παραμονή τους των εξήντα δύο ετών δίπλα στους ποταμούς της Βαβυλώνος.

Ο πατριωτισμός τους ήταν μία απόδειξη εναντίον της εξορίας και εξακολουθούσε να φλέγεται  με την αρχέγονη πυρά του, αλλά τα υπόλοιπα είχαν εγκαταλειφθεί, με αξιοσημείωτο ευκολία, από έναν λαό που είναι ταυτοχρόνως ζηλότυπος για τις ιδικές του παραδόσεις και ακραίως κοσμοπολίτης. Η Ιερουσαλήμ ανοικοδομήθηκε και οι κάτοικοί της επανεμφανίσθησαν, ομιλούντες μιαν Αραμαϊκή ή Χαλδαϊκή περιθωριακή διάλεκτο, η οποία ίσως είχε κάποιαν μικρά ομοιότητα με την ομιλία των πατέρων του Αβραάμ.

Κατά την εποχήν του Χριστού, αυτή η διάλεκτος προσέφερε μόνον μιαν αδύναμη αντίσταση στην εισβολή της Ελληνιστικής Ελληνικής, η οποία επετέθη ολοπλεύρως στον εβραϊκό νου. Έκτοτε, όλα τα έργα τα οποία παρήγαγαν οι Εβραίοι συγγραφείς ενεφανίσθησαν  με ένα νέο φόρεμα, το οποίον τους εταίριαζε με περισσοτέρα ή ολιγοτέρα κομψότητα, και αντέγραφαν σε κάποιον βαθμό τους παλαιούς  αττικούς συρμούς. Τα τελευταία «κανονικά» βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, καθώς και τα έργα του Φίλωνος και του Ιωσήπου, είναι Ελληνιστικά στο πνεύμα.

Όταν η Αγία Πόλη κατεστράφη και το εβραϊκόν έθνος διεσκορπίσθη, η χάρη του Θεού ανεχώρησε από αυτούς και η Ανατολή επανήλθε  εις εαυτήν. Ο  εβραϊκός  πολιτισμός απεσπάσθη από την Αθήνα, όπως είχε αποσπασθεί από την Αλεξάνδρεια, και η γλώσσα και οι ιδέες του Ταλμούδ, η διδασκαλία του σχολείου της Τιβεριάδος, ήσαν και πάλι σημιτικές, μερικές φορές με την μορφή αραβικών, μερικές φορές με την «γλώσσα της Χαναάν», για να χρησιμοποιήσω την φράση του Ησαΐου. Ομιλώ πλέον για το τι ήταν η ιερά γλώσσα της θρησκείας και των ραββίνων και εθεωρήθη ως η πραγματική εθνική γλώσσα. Αλλά στην καθημερινή τους ζωή οι Εβραίοι εχρησιμοποίησαν την γλώσσα της χώρας στην οποία εκάστοτε εγκατεστάθηκαν και, εξάλλου, αυτοί οι εξόριστοι ήσαν παντού γνωστοί γιά την ιδιαιτέρα προφορά τους της εντοπίου γλώσσης. Ουδέποτε κατόρθωσαν  να προσαρμόσουν τα φωνητικά τους όργανα στην υιοθετημένη γλώσσα τους, ακόμα και όταν την είχαν μάθει από την παιδική τους ηλικία. Ο Βίλχελμ φον Χούμπολντ λέγει ότι η σχέση μεταξύ φυλής και γλώσσης είναι τόσον στενή, ώστε οι μεταγενέστερες γενεές ουδέποτε εσυνήθισαν να λένε σωστά λέξεις που ήσαν άγνωστες στους προγόνους τους.

Είτε αυτό είναι αλήθεια είτε όχι, με τους Εβραίους έχουμε μιαν αξιοσημείωτο απόδειξη του γεγονότος ότι, δεν πρέπει πάντοτε να υποθέτουμε, εκ πρώτης όψεως, μια στενή σχέση μεταξύ μιας φυλής και της γλώσσης της, επειδή η γλώσσα ημπορεί να μην ανήκε αρχικώς σε αυτήν.»

Στο ιδιάζον και μοναδικό, άξιο  λεπτομερούς μελέτης και ιδιάζον εγχειρίδιόν του περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών (Δέκατον έκτον κεφάλαιον «Ανακεφαλαίωση – Τα αντιπροσωπευτικά χαρακτηριστικά των τριών μεγάλων φυλών. Η υπεροχή του λευκού τύπου και εντός του τύπου αυτού, της Αρίας οικογενείας») , ο Κόμης  Αρτύρ ντε Γκομπινώ γράφει:

«Έχω καταδείξει την μοναδική θέση που καταλαμβάνει το ανθρώπινον είδος στον οργανικό κόσμο, τις βαθείες φυσικές και ηθικές διαφορές που το διαχωρίζουν από όλα τα άλλα είδη ζωντανών πλασμάτων. Εξετάζοντες αυτό το δεδομένο από μόνο του, ημπόρεσα να διακρίνω, μόνον από φυσιολογικούς λόγους, τρεις μεγάλους και σαφώς χαρακτηρισμένους τύπους, τον μαύρο, τον κίτρινο και τον λευκό. Οσονδήποτε αβέβαια και εάν είναι τα σημεία της φυσιολογίας, οσονδήποτε πενιχροί οι πόροι της, οσονδήποτε ελλειπείς οι μέθοδοί της, ημπορεί να προχωρήσει έως τούδε  με απόλυτο βεβαιότητα.

Η νεγροειδής ποικιλία είναι η κατωτέρα και ευρίσκεται στους πρόποδες της κλίμακος. Ο ζωικός χαρακτήρ, ο οποίος εμφανίζεται στο σχήμα της λεκάνης, αποτυπώνεται στο νέγρο από της γεννήσεώς του και προοιωνίζει το πεπρωμένον του. Η διάνοιά του θα κινείται πάντοτε εντός ενός πολύ στενού κύκλου. Δεν είναι ωστόσον  ένας απλός βάρβαρος, διότι  οπίσω από το οπισθοκλινώς φυόμενο μέτωπό του, στο μέσον του κρανίου του, ημπορούμε να ιδούμε σημεία μιας ισχυράς ενεργείας, όσον άξεστα και αν είναι τα αντικείμενά της. Αν οι νοητικές ικανότητές του είναι αμβλείες ή ακόμη και ανύπαρκτες, έχει συχνά μιαν ένταση επιθυμίας και επίσης θελήσεως, η οποία ημπορεί να αποκληθεί τρομερά. Πολλές από τις αισθήσεις του, ειδικώς η  γεύση και η όσφρηση, είναι ανεπτυγμένες σε βαθμόν άγνωστο στις δύο άλλες φυλές.

Η ίδια η δύναμη των αισθήσεών του είναι η πλέον εντυπωσιακή απόδειξη της κατωτερότητός του. Στους οφθαλμούς του όλα τα τρόφιμα φαίνονται  καλά, τίποτα δεν τον αηδιάζει ούτε τον απωθεί. Αυτό που επιθυμεί είναι να φάει, να φάει μανιωδώς και να υπερβάλλει. Κανένα πτώμα δεν του είναι τόσον απωθητικό ώστε να μην το καταπιεί. Το ίδιο συμβαίνει και με τις οσμές. Οι υπερβολικές του επιθυμίες ικανοποιούνται με όλες, οσονδήποτε τραχείες ή ακόμη και φρικτές. Σε αυτές του τις ιδιότητες ημπορεί να προστεθεί μια αστάθεια και ευμεταβλητότης του αισθήματος, το οποίον δεν ημπορεί να συνδεθεί σταθερώς με κάποιο αντικείμενο και το οποίον σε ό,τι τον αφορά, καταργεί όλες τις διακρίσεις καλού και κακού.  Ημπορούμε μάλιστα να ειπούμε ότι η βία με την οποίαν επιδιώκει το αντικείμενο που προεκάλεσε τις αισθήσεις του και ενέπρησε τις επιθυμίες του, είναι μια εγγύηση ότι οι επιθυμίες θα ικανοποιηθούν συντόμως και το αντικείμενο θα λησμονηθεί. Τέλος, είναι εξίσου απερίσκεπτος και γιά την ιδική του ζωή και για εκείνην των άλλων: Δολοφονεί προθύμως, προς χάριν της δολοφονίας. Και αυτή η ανθρωπίνη μηχανή, στην οποίαν είναι τόσον εύκολο να προκληθεί συγκίνηση, επιδεικνύει έναντι του πόνου, είτε μια τερατώδη αδιαφορία είτε μια δειλία, η οποία επιζητεί ένα εθελοντικό καταφύγιο στον θάνατο.

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 221)

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑