Αναζήτηση

Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ

Εβδομαδιαία εθνική εφημερίδα

Κατηγορία

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.png

Μέρος Ξ΄

Στο σπουδαίο και πρωτότυπο, όντως άξιο  λεπτομερούς μελέτης και ιδιάζον εγχειρίδιόν του περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών (Δέκατον πέμπτον κεφάλαιον «Οι διαφορετικές γλώσσες είναι άνισες και αντιστοιχούν πλήρως σε σχετικήν αξία προς τις φυλές οι οποίες τις χρησιμοποιούν»), ο Γάλλος Κόμης  Αρτύρ ντε Γκομπινώ γράφει:

«(…) Έχω ήδη ειπεί ότι,  καθώς κάθε πολιτισμός έχει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, δεν πρέπει να εκπλαγούμε επειδή η ποιητική και φιλοσοφική αίσθηση ήταν πλέον ανεπτυγμένη ανάμεσα στους Ινδούς και στους Έλληνες απ’ ό,τι σε εμάς, ενώ οι σύγχρονες κοινωνίες μας χαρακτηρίζονται μάλλον από το πρακτικό, επιστημονικό και κριτικό πνεύμα τους. Λαμβανόμενοι ως σύνολο, έχουμε περισσοτέρα ενέργεια και μεγαλυτέρα ευφυΐα από ό,τι οι κατακτητές της Νοτίου Ασίας και της Ελλάδος. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να τους αποδώσουμε την πρώτη θέση στο βασίλειον της ωραιότητος, και εδώ οι γλώσσες μας αντικατοπτρίζουν φυσικότατα την ταπεινή μας θέση. Το ύφος των Ινδών και Ιώνων συγγραφέων αναλαμβάνει μιαν ισχυροτέρα πτήση προς την σφαίρα του ιδανικού. Η γλώσσα, στην πραγματικότητα, ενώ είναι ένας εξαιρετικός δείκτης της γενικής αναδείξεως των φυλών, είναι σε έναν ειδικό βαθμό το μέτρον της αισθητικής ικανότητός τους. Αυτός είναι ο χαρακτήρ τον οποίον προσαλαμβάνει όταν την χρησιμοποιούμε ως μέσον συγκρίσεως διαφορετικών πολιτισμών.

Για να αναδείξω  αυτό το σημείον περαιτέρω, θα προσπαθήσω να αμφισβητήσω την άποψη που εξέθεσε ο Βίλχελμ  φον Χούμπολντ ότι παρά την προφανή υπεροχή της Μεξικανικής ως προς την Περουβιανή γλώσσα, ο πολιτισμός των Ίνκας ήταν ωστόσον  πολύ υψηλότετρος εκείνον του λαού του Αναχουάκ  [στην γλώσσα των Αζτέκων (ναχουάτλ), σημαίνει «γη των νερών» και αφορά στην  λεκάνη της κοιλάδος του Μεξικού]

Τα Περουβιανά έθιμα ήσαν βεβαίως ευγενέστερα από τα Μεξικανικά. Και οι θρησκευτικές τους ιδέες ήσαν εξίσου αβλαβείς όπως εκείνες των υπηκόων του Μοντεζούμα ήσαν άγριες. Παρ’ όλα αυτά, η κοινωνική τους κατάσταση εχαρακτηρίζετο από πολύ ολιγοτέρα ενέργεια και ποικιλία. Ο ακατέργαστος δεσποτισμός τους δεν εξελίχθη σε κάτι περισσότερον από ένα θολό είδος κομμουνισμού, ενώ ο πολιτισμός των Αζτέκων είχε πραγματοποιήσει  πολυάριθμα πολιτικά πειράματα μεγάλης πολυπλοκότητος. Το στρατιωτικό του σύστημα ήταν πολύ πιο δραστήριο και παρόλο που η χρήση της γραφής ήταν εξίσου άγνωστη και στις δύο αυτοκρατορίες, φαίνεται ότι η ποίηση, η ιστορία και η ηθική, οι οποίες εμελετήθησαν εκτενώς κατά την εποχή του Κορτές, θα είχαν προχωρήσει περισσότερον στο Μεξικό απ’ ό,τι στο Περού, οι θεσμοί του οποίου εχρωματίζοντο από μιαν επικούρειο αδιαφορία η οποία ήταν εξαιρετικώς δυσμενής για την διανοητική πρόοδο. Είναι σαφές ότι πρέπει να θεωρήσουμε τον  πλέον δραστήριο λαό ως ανώτερο.

Η άποψη του φον Χούμπολντ είναι απλώς μια συνέπεια του τρόπου με τον οποίον αυτός ορίζει τον πολιτισμό. Χωρίς να επανέλθω πάλιν στο ίδιο πεδίο,  είμαι ωστόσον υποχρεωμένος να αποσαφηνίσω αυτό το σημείο. Διότι εάν δύο πολιτισμοί είχαν πράγματι δυνηθεί να αναπτυχθούν αντιστρόφως προς τα πλεονεκτήματα των αντιστοίχων γλωσσών τους, θα έπρεπε να εγκαταλείψω την ιδέα της αναγκαίας συνδέσεως μεταξύ της νοημοσύνης ενός λαού και της αξίας της γλώσσης που ομιλείται από αυτόν. Δεν ημπορώ όμως να το κάνω αυτό, δεδομένου ότι έχω ήδη ομιλήσει  για την Ελληνική και την Σανσκριτική, εν συγκρίσει προς την Αγγλική, την Γαλλική και την Γερμανική.

Θα ήταν, ωστόσον, πολύ δύσκολο καθήκον να αντιστοιχηθεί μια λογική  με την ακριβή πορεία που ακολουθείται από την γλώσσα ενός υβριδικού λαού, συμφώνως προς αυτές τις γραμμές. Σπανίως έχουμε επαρκείς γνώσεις σχετικώς με την ποσότητα ή την ποιότητα της αναμείξεως του αίματος ώστε να ημπορέσουμε να εντοπίσουμε καταλλήλως τα αποτελέσματά της. Ωστόσον, αυτές οι φυλετικές επιρροές εξακολουθούν να υφίστανται, και αν δεν αποκαλυφθούν, ημπορούμε ευκόλως να καταλήξουμε σε ψευδή συμπεράσματα. Ακριβώς επειδή η σχέση μεταξύ φυλής και γλώσσης είναι τόσον στενή, διαρκεί πολύ περισσότερον από την πολιτικήν ενότητα των διαφόρων λαών και ημπορεί να αναγνωρισθεί ακόμη και όταν οι λαοί ομαδοποιούνται με νέα ονόματα. Η γλώσσα αλλάζει με το αίμα τους, αλλά δεν πεθαίνει μέχρις ότου εξαφανισθεί το τελευταίο θραύσμα της εθνικής ζωής. Αυτό συμβαίνει με την νεοελληνική γλώσσα. Δυστυχώς ακρωτηριασμένη, ληστευμένη από τον πλούτο της γραμματικής της, πτωχευμένη στον αριθμό των ήχων της, με το καθαρό ρυάκι του λεξιλογίου της ταραγμένο και λασπωμένο, διατηρεί εντούτοις την εντύπωση της αρχικής της μορφής. Στον πνευματικό κόσμο αντιστοιχεί στον κηλιδωμένο και διακορευμένο Παρθενώνα, ο οποίος αρχικώς κατέστη μια εκκλησία για τους Έλληνες πάπες και στην συνέχεια μια πυριτιδαποθήκη, του οποίου τα αετώματα και οι κίονες κατεσκορπίσθησαν σε χίλιες θέσεις από τις βενετσιάνικες οβίδες του Μοροζίνι, αλλ΄όμως εξακολουθούν να υπάρχουν για τον θαυμασμό  και την λατρεία των αιώνων, ως πρότυπον αγνής χάριτος και αδιαμφισβητήτου μεγαλείου.

Κάθε φυλή δεν έχει την δύναμη να είναι πιστή στην γλώσσα των προγόνων της. Αυτό καθιστά ακόμα δυσκολότερο το έργον μας, όταν προσπαθούμε να καθορίσουμε την προέλευση ή την σχετική αξία διαφορετικών ανθρωπίνων τύπων με την βοήθεια της φιλολογίας. Όχι μόνον οι γλώσσες αλλάζουν χωρίς προφανή λόγο, εν πάση περιπτώσει από την φυλετική πλευρά, αλλά υπάρχουν και ορισμένα έθνη τα οποία παραιτούνται από την γλώσσα τους όταν έρχονται για κάποιο διάστημα σε επαφή με μια ξένη φυλή. Αυτό συνέβη, μετά τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου, στην περίπτωση των πλέον φωτισμένων εθνών της Δυτικής Ασίας, όπως οι Κάρες, οι Καππαδόκες και οι Αρμένιοι. Οι Γαλάτες είναι μια άλλη περίπτωση, όπως έχω ειπεί ήδη. Ωστόσον, όλοι αυτοί οι λαοί μετέφεραν ένα κύριο στοιχείο στην γλώσσα των κατακτητών, η οποία μετετράπη με την σειρά της. Έτσι, όλοι θα ημπορούσαν να θεωρηθούν ότι χρησιμοποιούν τα ιδικά τους πνευματικά εργαλεία, αν και σε λίαν ατελή βαθμό, ενώ άλλοι, χρησιμοποιούν εργαλεία ανθεκτικότερα από τα ιδικά τους, όπως οι Βάσκοι, οι Βέρβεροι του Άτλαντος και οι Εκχιλί της Νοτίου Αραβίας, ομιλούν ακόμα και σήμερον την ίδια γλώσσα που ομιλούσαν οι πλέον πρωτόγονοι πρόγονοί τους.

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 220)

Advertisements

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.png

Μέρος ΝΘ΄

ΟΚόμης  Αρτύρ ντε Γκομπινώ στο άξιο  προσεκτικής μελέτης, παρεξηγηθέν και ιδιάζον εγχειρίδιόν του περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών (Δέκατον πέμπτον κεφάλαιον «Οι διαφορετικές γλώσσες είναι άνισες και αντιστοιχούν πλήρως σε σχετικήν αξία προς τις φυλές οι οποίες τις χρησιμοποιούν» ) γράφει:

«(….) Η υλική ανάγκη δεν είναι το μόνο στοιχείον που παράγει μια γλώσσα, αλλά οι καλύτερες από τις δυνάμεις του ανθρώπου οι οποίες  έχουν βοηθήσει στο έργο αυτό. Οι ήχοι δεν εφαρμόζονταν αυθαιρέτως σε ιδέες και αντικείμενα και από αυτήν την άποψη οι άνθρωποι ηκολούθησαν μια προκαθορισμένη τάξη, η μια πλευρά της οποίας εξεδηλώθη σε αυτούς. Έτσι, οι πρωτόγονες γλώσσες, όσον και αν είναι ακατέργαστες και πτωχές, περιείχαν όλα τα στοιχεία από τα οποία οι κλάδοι τους θα ημπορούσαν αργότερον να αναπτυχθούν με μια λογική και αναγκαία ακολουθία. Ο Βίλχελμ φον Χούμπολντ παρετήρησε, με την συνηθισμένη του ακρίβεια, ότι κάθε γλώσσα είναι ανεξάρτητος από την θέληση εκείνων που την ομιλούν. Συνδέεται στενώς με την πνευματική τους κατάσταση και είναι πέραν από την αυθαίρετο ιδιαορυθμία. Δεν ημπορεί να μεταβληθεί κατά βούληση, όπως φαίνεται από τις προσπάθειες που κατεβλήθηκαν για να γίνει αυτό.

Οι Βουσμάνοι εδημιούργησαν ένα σύστημα αλλαγής της γλώσσης τους, προκειμένου να αποφευχθεί η κατανόησή της από τους αμυήτους. Ευρήκαμε το ίδιον έθιμο ανάμεσα σε ορισμένες φυλές του Καυκάσου. Αλλά όλες οι προσπάθειές τους συρρέουν στην ίδια απλή εισαγωγή μιας συγγενικής συλλαβής στην αρχή, στο μέσον ή στο τέλος των λέξεων. Απομακρύνετε αυτό το «παρασιτικό» στοιχείο και η γλώσσα παραμένει η ίδια, δεν αλλάζει ούτε σε μορφές ούτε σε σύνταξη. Ο Ντε Σασύ ανεκάλυψε μια πλέον φιλόδοξο προσπάθεια, στην γλώσσα που ονομάζεται «Μπαλαϊμπαλάν». Αυτό το περίεργο ιδίωμα επενοήθη από τους Σούφι, για να χρησιμοποιηθεί στα μυστικιστικά τους βιβλία, με σκοπό να περιτυλίξουν τις εικασίες των θεολόγων τους σε έτι μεγαλύτερο μυστήριον. Κατεσκεύασαν, κατά το ειδικό τους σχέδιο, τις λέξεις που τους εφαίνοντο να ακούονται παράξενα στα ώτα τους. Εάν, ωστόσον, αυτή η λεγόμενη γλώσσα δεν ανήκε σε καμίαν οικογένεια και αν η έννοια που εδόθη στους ήχους της ήταν εντελώς αυθαίρετες, ωστόσον οι αρχές της ευφωνίας, της γραμματικής και της συντάξεως, ό,τι δίδει στην πραγματικότητα σε μια γλώσσα ιδιαίτερο χαρακτήρα, έφερε την αδιαμφισβήτητο σφραγίδα της αραβικής και της περσικής. Οι Σούφι  εδημιούργησαν μιαν ορολογία ταυτοχρόνως Αρία και Σημιτική και εν τέλει δίχως βαρύνουσα σημασία. Οι ευσεβείς συνάδελφοι του Τζαλαλελντίν Ρούμι δεν κατάφεραν να εφεύρουν μια γλώσσα,  σαφώς δε αυτή η εξουσία δεν εδόθη σε κανέναν άνθρωπο.

Ως εκ τούτου, η γλώσσα μιας φυλής συνδέεται στενώς με την ευφυΐαν της και έχει την δύναμη να αντικατοπτρίζει τις διάφορες διανοητικές της φάσεις, όπως αυτές επιτυγχάνονται. Αυτή η ισχύς ημπορεί αρχικώς να είναι απλώς σιωπηρά. Όταν η ψυχική ανάπτυξη μιας φυλής είναι ελαττωματική ή ατελής, η γλώσσα πάσχει στον ίδιο βαθμό. Αυτό φαίνεται από την Σανσκριτική, την Ελληνική και την Σημιτική ομάδα, καθώς και από την Κινεζική, στην οποίαν έχω ήδη επισημάνει μια χρηστική τάση που αντιστοιχεί στην πνευματική καμπή του λαού. Η υπερπληθώρα των φιλοσοφικών και εθνολογικών όρων στην Σανσκριτική αντιστοιχεί στη μεγαλοφυία των όσων την ομίλησαν, καθώς και στον πλούτο και στη ρυθμικήν ομορφιά της. Το ίδιο συμβαίνει και με την Ελληνική, ενώ η έλλειψη ακριβείας στις σημιτικές γλώσσες είναι ακριβώς παράλληλη με τον χαρακτήρα των σημιτικών λαών. Αν αφήσουμε τα νεφελώδη ύψη των αιώνων και βρεθούμε στις πλέον οικείες περιοχές της συγχρόνου ιστορίας, θα είμεθα, προφανώς παρόντες  στην γέννηση πολλών νέων γλωσσών και αυτό θα μας κάνει ικανούς να ιδούμε με ακόμα μεγαλυτέρα σαφήνεια πόσον πιστά αντανακλά η γλώσσα την μεγαλοφυία μιας φυλής.

Καθώς δύο έθνη συγχωνεύονται, λαμβάνει χώρα μια επανάσταση στις αντίστοιχες γλώσσες τους. Αυτό είναι μερικές φορές αργό, μερικές φορές αιφνδιο, αλλά πάντα αναπόφευκτο. Οι γλώσσες αλλάζουν και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα πεθαίνουν ως ξεχωριστές οντότητες. Η νέα γλώσσα είναι ένας συμβιβασμός μεταξύ τους, το κυρίαρχο στοιχείο που φέρεται από την ομιλία της φυλής, η οποία έχει συνεισφέρει τα περισσότερα μέλη στο νέο λαό. Έτσι, από τον δέκατο τρίτο αιώνα, οι γερμανικές διάλεκτοι της Γαλλίας έπρεπε να δώσουν έδαφος, όχι στην Λατινική, αλλά στη lingua romana, με μιαν  αναβίωση της γαλο-ρωμαϊκής ποικιλίας. Και η Κελτική έπρεπε να υποχωρήσει ενώπιον του ιταλικού αποικισμού. Όμως δεν υπέκυψε στον ιταλικό πολιτισμό. Στην πραγματικότητα, θα ημπορούσε κανείς να ειπεί ότι, χάρη στον αριθμό εκείνων που την ομίλησαν, η Κελτική τελικώς εκέρδισε ένα είδος νίκης. Ηταν μετά την πλήρη συγχώνευση των Γαλατών, των Ρωμαίων και των βορείων φυλών, ήταν η Κελτική που έβαλε τα θεμέλια του συγχρόνου γαλλικού συντακτικού, καταργούσα την έντονο έμφαση της Γερμανικής, καθώς και την ακουστική της Λατινικής εισήγαγε τον ιδικό της ισοδύναμο ρυθμό.Η σταδιακή ανάπτυξη της γαλλικής είναι απλώς η επίδραση αυτής της επιμόνου εργασίας, η οποία εσυνεχίσθη χωρίς διακοπή, υπό την επιφάνεια. Και πάλι ο λόγος για τον οποίο η σύγχρονη Γερμανική έχει χάσει τις εντυπωσιακές μορφές που πρέπει να δει κανείς στην Γοτθική του επισκόπου Ουλφίλα έγκειται στην παρουσία ενός ισχυρού Ουαλικού στοιχείου στην μέση του μικρού Γερμανικού πληθυσμού που εξακολουθούσε να παραμένει στα ανατολικά του Ρήνου μετά τις μεγάλες μετακινήσεις του έκτου και των επόμενων αιώνων της εποχής μας.

Τα γλωσσικά αποτελέσματα της συντήξεως δύο λαών είναι τόσον ανεξήγητα όσον και ο ίδιος ο νέος φυλετικός χαρακτήρ. Ημπορούμε να πούμε γενικώς ότι η γλώσσα παραμένει καθαρή αφού έχει έλθει σε στενή επαφή με μια διαφορετική γλώσσα. Ακόμη και όταν οι δομές τους είναι εντελώς αντίθετες, το λεξιλόγιον υφίσταται εν πάση περιπτώσει μερικές αλλαγές. Εάν η παρασιτική γλώσσα έχει κάποια δύναμη, θα επιτεθεί βεβαίως στην άλλη στην ρυθμική της ποιότητα και επίσης στα ασταθή μέρη του συντακτικού της. Έτσι, η γλώσσα είναι μια από τις πλέον εύθραυστες και ευαίσθητες μορφές ιδιοκτησίας. Συχνά βλέπουμε μιαν ευγενή και εκλεπτυσμένη ομιλία να επηρεάζεται από βάρβαρα ιδιώματα και να περνά σε ένα είδος σχετικής βαρβαρότητος. Βαθμηδόν θα χάσει την ομορφιά της, το λεξιλόγιόν της θα γίνει πτωχό και πολλές από τις μορφές της θα είναι απηρχαιωμένες, ενώ θα δείχνει μιαν ακαταμάχητο τάση να εξομοιωθεί με τον κατώτερο γείτονά της.»

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 219)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.png

Μέρος ΝΗ΄

ΟΚόμης  Αρτύρ ντε Γκομπινώ στο άξιο  μεθοδικής  σπουδής,  ιδιάζον εγχειρίδιόν του περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών (Δέκατον πέμπτον κεφάλαιον «Οι διαφορετικές γλώσσες είναι άνισες και αντιστοιχούν πλήρως σε σχετικήν αξία προς τις φυλές οι οποίες τις χρησιμοποιούν» ) γράφει: «Θα συζητήσω ένα δεύτερο σημείον και θα ερευνήσω ποία είναι η σχέση μεταξύ της ισχύος μιας φυλής και της αξίας της γλώσσης της. Με άλλα λόγια, εάν οι ισχυρότερες φυλές διαθέτουν τα καλύτερα ιδιώματα και αν όχι, πώς ημπορεί να εξηγηθεί αυτή η ανωμαλία.

Αν ένας υποβαθμισμένος λαός, στο κατώτατο σημείο της φυλετικής κλίμακος, με ελαχίστη σημασία για την «άρρενα» και για την «θήλεια» πρόοδον της ανθρωπότητας, θα ημπορούσε ίσως να εφεύρει μιαν γλώσσα φιλοσοφικού βάθους, αισθητικής ωραιότητος και ευελιξίας, πλουσία σε χαρακτηριστικές μορφές και ακριβείς ιδιωματισμούς – που εφαρμόζονται εξίσου στην έκφραση των  μεγαλείων της θρησκείας, των χαρίτων της ποιήσεως, της ακριβείας της φυσικής και της πολιτικής επιστήμης – ένας τέτοιος λαός θα είχεν βεβαίως ένα εντελώς άχρηστο τάλαντο, εκείνο του εφευρίσκειν και τελειοποιείν ένα όργανον, το οποίον η διανοητική του ικανότης θα ήταν πολύ αδύναμη να στρέψει προς οποιανδήποτε ωφέλεια.

Πρέπει, σε μια τέτοια περίπτωση, να πιστεύσουμε ότι η παρατήρησή μας έχει τερματισθεί αιφνιδίως, όχι από κάτι άγνωστο ή ακατανόητο (όπως συμβαίνει συχνά), αλλά από έναν απλό παραλογισμό.

Εκ πρώτης όψεως, αυτή η προκλητική απάντηση φαίνεται πως είναι η σωστή. Εάν προσλάβουμε τις φυλές όπως είναι σήμερον, πρέπει να παραδεχθούμε ότι η τελειότης του γλωσσικού ιδιώματος απέχει μακράν από την αντιστοιχία προς τον βαθμόν πολιτισμού που επετεύχθη, σε όλες τις περιπτώσεις. Οι γλώσσες της συγχρόνου Ευρώπης, για να μην ομιλήσουμε για τις άλλες, είναι άνισες ως προς την αξία, οι δε πλουσιότερες και ωραιότερες δεν ανήκουν απαραιτήτως στους πλέον προοδευμένους λαούς. Επιπλέον, είναι όλες πολύ κατώτερες από πολλές γλώσσες που έχουν ομιληθεί στον κόσμο σε διάφορες εποχές.

Ακόμη πιο περίεργο είναι ότι οι γλώσσες ολοκλήρων ομάδων λαών που έχουν σταματήσει σε ένα χαμηλό επίπεδο πολιτισμού, ημπορεί να έχουν σημαντικήν αξία. Έτσι, ο ιστός της γλώσσης, με τα ποικίλα πλέγματά του, ημπορεί να εφαίνετο ότι επήλθε τυχαίως στην ανθρωπότητα. Η μέταξα και ο χρυσός μερικές φορές καλύπτουν άξεστες, άγριες και άθλιες φυλές, ενώ σοφοί και μορφωμένοι λαοί εξακολουθούν παγιδευμένοι στα κανάβινα, μάλλινα και φτιαγμένα από αλογότριχες ρούχα. Ευτυχώς, αυτό συμβαίνει  έτσι μόνον  κατά την εξωτερική εμφάνιση. Αν, με την βοήθεια της Ιστορίας, εφαρμόσουμε το δόγμα μας της διαφοράς των φυλών, συντόμως θα διαπιστώσουμε ότι, οι αποδείξεις μας περί της πνευματικής ανισότητος ενισχύονται ακόμη περισσότερον.

Οι πρώιμοι φιλολόγοι έσφαλαν διπλώς, όταν εσκέφθησαν, πρώτον ότι όλες οι γλώσσες εσχηματίσθησαν από την ιδίαν αρχή, δεύτερον, ότι η γλώσσα εφευρέθη απλώς υπό την πίεση των υλικών αναγκών. Στο πρώτο σημείον επηρεάσθησαν από το δόγμα του «μοναδισμού», δηλαδή ότι όλες οι ανθρώπινες ομάδες έχουν μια κοινή προέλευση.

Όσον αφορά στην γλώσσα, δεν υπάρχει αμφιβολία. Οι τρόποι σχηματισμού της είναι τελείως διαφορετικοί. Και αν οι ταξινομήσεις της φιλολογίας απαιτούν αναθεώρηση ή όχι, δεν ημπορούμε να πιστέψουμε ούτε για μια στιγμή ότι οι Αλταϊκές, οι Άριες και οι Σημιτικές οικογένειες δεν ήσαν εξ αρχής εντελώς ξένες μεταξύ τους. Τίποτα δεν είναι το ίδιο. Το λεξιλόγιο έχει τον δικό του ιδιότυπο χαρακτήρα σε κάθε μια από αυτές τις ομάδες. Υπάρχει μια διαφορετική διαμόρφωση της φωνής στην κάθε μία τους. Στην μία, χρησιμοποιούνται τα χείλη για την παραγωγή των ήχων, σε μιαν άλλη, η συστολή του φάρυγγος. Σε μιαν άλλη η ρινική δίοδος και το άνω μέρος της κεφαλής. Η σύνθεση των τμημάτων της ομιλίας, συμφώνως με την σύγχυση ή διάκριση των διαφόρων αποχρώσεων της σκέψεως, επισημαίνει εξίσου και μια διαφορά προελεύσεως.

Η πλέον εντυπωσιακή απόδειξη της αποκλίσεως στην σκέψη και στο συναίσθημα μεταξύ μιας ομάδας και μιας άλλης, παρατηρείται στις κλίσεις του ουσιαστικού και στις συζυγίες του ρήματος. Όταν λοιπόν ο φιλόσοφος προσπαθεί να καταγράψει την προέλευση της γλώσσης με μια διαδικασία αμιγώς αφηρημένης εικασίας και εκκινεί με την σύλληψη ενός «αρχεγόνου ανθρώπου», χωρίς συγκεκριμένο φυλετικό ή γλωσσικό χαρακτήρα, εκκινεί από ένα παραλογισμό και συνεχίζει στις ίδιες γραμμές σκέψεως. Δεν υπάρχει κάποιο ον όπως «ο άνθρωπος» αφηρημένα. Και είμαι ιδιαιτέρως βέβαιος ότι δεν θα ανακαλυφθεί από την διερεύνηση της γλώσσης. Δεν ημπορώ να διαφωνήσω ότι η ανθρωπότης εξεκίνησε από κάποιο σημείο την δημιουργία του γλωσσικού ιδιώματος. Υπήρξαν πολλά σημεία εκκινήσεως, διότι υπήρχαν πολλές μορφές σκέψεως και αισθήματος.

Η δευτέρα άποψη, νομίζω, είναι εξίσου εσφαλμένη. Συμφώνως προς αυτήν την θεωρία, δεν θα υπήρχε καμία ανάπτυξη εκτός από την υπαγορευθείσα από την ανάγκη. Το αποτέλεσμα θα ήταν ότι οι «άρρενες» φυλές θα είχαν μια πλουσιοτέρα και ακριβεστέρα γλώσσα από τις «θήλειες». Επιπλέον, καθώς οι υλικές ανάγκες αφορούν σε αντικείμενα που συλλαμβάνονται από τις αισθήσεις και εκφράζονται ειδικώς με δράσεις, ο κύριος παράγων της ανθρωπίνης  ομιλίας θα ήταν το λεξιλόγιο.

Δεν θα υπήρχε ανάγκη το συντακτικό και η γραμματική να προχωρήσουν πέραν από τους απλουστέρους και στοιχειωδεστέρους συνδυασμούς. Μια σειρά ήχων που είναι περισσότερον ή ολιγότερο συνδεδεμένοι μεταξύ τους είναι πάντα αρκετή για να εκφράσει μιαν ανάγκη. Και μια χειρονομία, όπως καλώς γνωρίζουν οι Κινέζοι, είναι μια προφανής μορφή σχολιασμού, ενώ η φράση είναι ασαφής χωρίς αυτήν. Όχι μόνον η συνθετική δύναμη της γλώσσης θα παρέμενε υπανάπτυκτος. Θα ήταν επίσης πλέον αδύναμος ώστε να διανεμηθεί με αρμονία, ποσότητα και ρυθμό. Διότι ποία είναι η χρησιμότης της μελωδίας όταν το μοναδικό αντικείμενο είναι η επίτευξη κάποιου θετικού αποτελέσματος; Μια γλώσσα, στην πραγματικότητα, θα ήταν απλά μια τυχαία συλλογή αυθαιρέτων ήχων.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 218)

 

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.png

Μέρος ΝΖ΄

ΟΚόμης Αρτύρ ντε Γκομπινώ στο περισπούδαστο, πρωτότυπο και ιδιάζον εγχειρίδιόν του περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών (δέκατο τέταρτο κεφάλαιον  με τίτλον «Απόδειξη της διανοητικής ανισότητος των φυλών-Αντίθετοι πολιτισμοί είναι αμοιβαίως απεχθείς. Υβριδικές φυλές έχουν εξ ίσου υβριδικούς πολιτισμούς») διαπιστώνει:

«Ο Μωάμεθ εφηύρε την θρησκεία που προσηρμόζετο κάλλιστα στην διανοητική κατάσταση του λαού του, όπου η ειδωλολατρία είχε πολλούς οπαδούς, αλλά όπου ο Χριστιανισμός, παραμορφωμένος από τους αιρετικούς και τους Ιουδαϊστές, απέκτησε το ίδιο πολλούς προσηλύτους. Στο θρησκευτικό σύστημα του Προφήτη, των Κουραϊτών (η αραβική φυλή στην οποίαν ανήκε η φατρία Μπενί Χασίμ του Μωάμεθ), η συμφιλίωση μεταξύ του νόμου του Μωυσέως και της χριστιανικής πίστεως ήταν πληρεστέρα από ό,τι στα δόγματα της Εκκλησίας. Αυτό το πρόβλημα είχεν ασκήσει πολύ τον νου των πρώτων Χριστιανών και ήταν πάντοτε παρόν στην Ανατολική συνείδηση. Επομένως, το δώρον του Μωάμεθ είχεν ήδη μιαν ορεκτική εμφάνιση και, επιπλέον, οποιαδήποτε θεολογική καινοτομία είχε μια καλήν ευκαιρία να κερδίσει προσηλύτους μεταξύ των Συρίων και των Αιγυπτίων. Ως κορωνίς όλων, η νέα θρησκεία ήλθεν εμπρός με το ξίφος ανά χείρα. Αυτή ήταν μια άλλη εγγύηση επιτυχίας μεταξύ των μαζών, οι οποίες δεν είχαν κοινό δεσμόν ενώσεως, εκτός από την ισχυρά παραδοχή της αδυναμίας τους.

Έτσι συνέβη και το Ισλάμ εξήλθε από την έρημο. Αλαζονικό, καθόλου εφευρετικό και με έναν πολιτισμό που ήταν ήδη ως επί το πλείστον Ελληνο – Ασιατικός, ηύρε το προπαρασκευασμένο για αυτό έδαφος. Οι νεοσύλλεκτοί του, στις ανατολικές και νότιες ακτές της Μεσογείου, είχαν ήδη κορεσθεί με το περίπλοκο προϊόν που τους έφερε και το οποίον ακολούθως  απερροφήθη και πάλιν. Η νέα λατρεία, που είχε δανεισθεί τα δόγματά της από την Εκκλησία, την Συναγωγή και τις αλλοιωμένες πολυθεϊστικές παραδόσεις της Χετζάζης και της Υεμένης, επεξετάθη από την Βαγδάτη στο Μονπελιέ. Και με την λατρεία ήλθαν οι Περσικοί και Ρωμαϊκοί νόμοι της, η Ελληνο-Συριακή και Αιγυπτιακή επιστήμη και το σύστημα διοίκησεώς της, το οποίο ήταν ανεκτικό εξ αρχής, όπως είναι φυσικόν όταν δεν υπάρχει ενότης στον κρατικό οργανισμό.

Δεν χρειάζεται να εκπλαγούμε από την ταχεία πρόοδο της βελτιώσεως των Μουσουλμάνων. Το μεγαλύτερο μέρος του λαού είχεν αλλάξει απλώς τις συνήθειες του προς το παρόν. Όταν άρχισαν να παίζουν τον ρόλο των αποστόλων στον κόσμο, η ταυτότης τους δεν ανεγνωρίσθη αμέσως. Επί κάποιο χρονικό διάστημα δεν ήσαν γνωστοί με τα παλαιά τους ονόματα. Πρέπει να ενθυμούμεθα ένα άλλο σημαντικό σημείο. Σε αυτήν την ποικίλη συλλογή λαών, ο καθείς συνεισέφερε χωρίς αμφιβολία το μερίδιόν του στην κοινή ευημερία. Αλλά ποιος από αυτούς είχε δώσει την πρώτη ώθηση στην μηχανή και ποιός κατηύθηνε την κίνηση της για το σύντομο χρονικό διάστημα που διήρκησε; Διότι  ο μικρός πυρήν των Αραβικών φυλών που είχε προέλθει από το εσωτερικό της χερσονήσου, δεν απετελείτο από φιλοσόφους, αλλά από φανατικούς, στρατιώτες, κατακτητές και κυβερνήτες.

Ο Αραβικός πολιτισμός ήταν απλώς ο παλαιός Ελληνο – Συριακός, τροποποιημένος από μια περσική ανάμειξη, αναζωογονηθείς κα ανανεωθείς από την νέα, έντονη πνοή μιας ιδιοφυΐας. Ως εκ τούτου, αν και έτοιμος να προβεί σε παραχωρήσεις, δεν ημπορούσε να εξοικειωθεί με οποιανδήποτε μορφή κοινωνίας είχε διαφορετική προέλευση από την ιδική του, κάτι περισσότερον απ’ ό,τι κατόρθωσαν ο Ελληνικός πολιτισμός με τον Ρωμαϊκό, αν και ήσαν τόσον εγγύς μεταξύ τους και έζησαν παραπλεύρως επί τόσον πολλούς αιώνες μέσα στην ίδια Αυτοκρατορία.

Οι προηγούμενες παράγραφοι αρκούν για να δείξουν πόσον αδύνατον είναι να συγχωνευθούν οι πολιτισμοί οι οποίοι ανήκουν σε φυλετικώς διακριτές ομάδες. Ο ασυμβίβαστος ανταγωνισμός μεταξύ διαφορετικών φυλών και πολιτισμών είναι σαφώς καθορισμένος από την Ιστορία και μια τέτοια έμφυτη απόρριψη πρέπει να συνεπάγεται ανομοιότητα και ανισότητα. Εάν γίνει δεκτό ότι ο Ευρωπαίος δεν ημπορεί να ελπίζει στον εκπολιτισμό του νέγρου, και κατορθώνει να μεταδώσει στον μουλάτο (μιγάδα λευκής και μάυρης φυλής) μόνον ολίγα από τα ιδικά του χαρακτηριστικά. Αν τα παιδιά ενός μουλάτου και μιας λευκής γυναικός δεν ημπορούν πράγματι να κατανοήσουν τίποτα καλύτερο από έναν υβριδικό πολιτισμό, κατά τι εγγύτερον στις ιδέες της λευκής φυλής από εκείνον του πατρός τους – στην περίπτωση αυτή, έχω δίκαιο στον ισχυρισμό μου ότι οι διαφορετικές φυλές είναι άνισες στην νοημοσύνη.

Δεν θα υιοθετήσω την γελοία μέθοδο η οποία δυστυχώς είναι πολύ αγαπητή στους εθνολόγους μας. Δεν θα συζητήσω, όπως συμβαίνει με αυτούς, την ηθική και διανοητική στάση των ατόμων εξεταζομένων ένα προς ένα.

Δεν χρειάζεται να ομιλήσω καθόλου για την ηθική, καθώς έχω ήδη αναγνωρίσει τη δύναμη κάθε ανθρωπίνης οικογενείας να προσλαμβάνει το φως του Χριστιανισμού με τον ιδικό της τρόπο. Όσον αφορά στο ζήτημα της πνευματικής αξίας, αρνούμαι απολύτως να χρησιμοποιήσω το επιχείρημα ότι «κάθε νέγρος είναι ένας ανόητος». Ο κύριος λόγος για την αποφυγή του είναι ότι, για λόγους ισορροπίας, θα πρέπει να αναγνωρίσω πως κάθε Ευρωπαίος είναι έξυπνος. Και ο θεός με φυλάει από ένα τέτοιο παράδοξο!

Δεν θα περιμένω τους φίλους της ισότητος να μου δείξουν τέτοια και ανάλογα αποσπάσματα σε βιβλία γραμμένα από ιεραποστόλους ή πλοιάρχους που δηλώνουν ότι κάποιος Βόλοφ (δυτικοαφρικανική φυλή της νυν Σενεγάλης)  είναι ένας καλός ξυλουργός, κάποιοιος Οττεντότος  (φυλή κτηνοτρόφων της νοτιοδυτικής Αφρικής της ομοφυλίας Κόϊ – Κόϊ, συγγενής των Σαν / Βουσμάνων) ένας καλός υπηρέτης, ότι κάποιος Κάφρος (εξωνύμιο των Μπόερς για τους Μπαντού νέγρους της νοτίου Αφρικής)  χορεύει και παίζει βιολί  και κάποιος Μπαμπάρα (δυτικοαφρικανική φυλή της ομοεθνίας Μαντέ- ζει κυρίως στο Μάλι, την Μπουρκίνα Φάσο και την Γουϊνέα ) γνωρίζει αριθμητική.

Είμαι έτοιμος να παραδεχθώ δίχως απόδειξη όλα τα θαύματα αυτού του είδους που ημπορεί να μου πει κάποιος, ακόμη και για τους πλέον υποβαθμισμένους άγριους. Έχω ήδη αρνηθεί ότι ακόμη και οι κατώτατες  φυλές είναι απολύτως ηλίθιες. Πράγματι προχωρώ περισσότερον από τους αντιπάλους μου, καθώς ουδεμίαν αμφιβολία έχω ότι ένας ικανός αριθμός νέγρων αρχηγών είναι ανώτερος, στον πλούτο των ιδεών τους, στην συνθετική δύναμη του νου τους και στην δύναμη της ικανότητός τους να δράσουν, από το επίπεδο όπου έφθασαν οι αγρότες μας, ή ανώτερος ακόμα και από τα μέσα δείγματα της ημιμαθούς μεσαίας μας τάξεως.

Αλλά, επαναλαμβάνω, δεν παίρνω θέση στο στενό έδαφος της ατομικής ικανότητος: Μου φαίνεται ανάξιο για την επιστήμη να προσκολλάται σε τέτοια μάταια επιχειρήματα. Εάν ο Μούνγκο Παρκ (Σκωτσέζος εξερευνητής της Δυτικής Αφρικής και του Νίγηρα / 1771 – 1806) ή ο Λάντερ (Ρίτσαρντ Λέμον Λάντερ – Ουαλός εξερευνητής της Δυτικής Αφρικής / 1804-1834) έχουν δώσει ένα πιστοποιητικό ευφυίας σε κάποιον νέγρο, γιατί πρέπει να εμποδίσουμε κάποιον ταξιδιώτη, που συναντά τον ίδιο «φοίνικα», να έλθει σε ένα διαμετρικώς αντίθετο συμπέρασμα; Ας αφήσουμε αυτούς του παιδισμούς και να συγκρίνουμε μεταξύ τους  όχι μονήρεις ανθρώπους, αλλά ομάδες ανθρώπων.

Όταν, όπως ημπορεί να συμβεί κάποιαν ημέρα, ερευνήσαμε προσεκτικώς τι ημπορούν και δεν ημπορούν να πράξουν οι διαφορετικές ομάδες, ποιο είναι το όριο των ικανοτήτων τους και το μέγιστον εύρος της νοημοσύνης τους, από ποία έθνη εκυριαρχήθησαν από την αυγή της Ιστορίας – τότε και μόνον θα έχουμε το δικαίωμα να εκτιμήσουμε γιατί τα ανώτερα άτομα μιας φυλής είναι κατώτερα από τις ιδιοφυίες μιάς άλλης. Κατόπιν θα ημπορούμε να συγκρίνουμε τις δυνατότητες των μέσων ανδρών που ανήκουν σε αυτούς τους τύπους και να ανακαλύψουμε πού είναι ίσες αυτές οι δυνατότητες και πού η μία υπερβαίνει την άλλη.

Αλλά αυτό το δύσκολο και λεπτό έργο δεν ημπορεί να εκτελεσθεί μέχρις ότου η σχετική θέση των διαφόρων φυλών έχει μετρηθεί με ακρίβεια και σε κάποιον βαθμό με μαθηματικό τρόπο. Δεν γνωρίζω καν εάν θα έχουμε κάποτε σαφή και αδιαμφισβήτητα αποτελέσματα, αν θα είμεθα ποτέ ελεύθεροι να υπερβούμε ένα απλό γενικό συμπέρασμα και να φθάσουμε σε τέτοιες στενές αντιλήψεις περί τις δευτερεύουσες ποικιλίες, ώστε να ημπορέσουμε να αναγνωρίσουμε, να ορίσουμε και να ταξινομήσουμε τα κατώτερα στρώματα και τους μέσους νόες κάθε έθνους. Αν ημπορούμε να το πράξουμε αυτό, θα ημπορούμε ευκόλως να καταδείξουμε ότι η δραστηριότης, η ενέργεια και η νοημοσύνη των ολιγότερον χαρισματικών  ατόμων στις κυρίαρχες φυλές είναι μεγαλύτερες από τις ίδιες ιδιότητες στα αντίστοιχα δείγματα που παράγονται από τις άλλες ομάδες.

Η ανθρωπότης χωρίζεται συνεπώς σε ανόμοια και άνισα τμήματα, ή μάλλον σε μια σειρά κατηγοριών, διατεταγμένων, η μία επάνω από την άλλη, συμφώνως προς τις διαφορές της διανοίας.

Σε αυτήν την τεραστία ιεραρχία υπάρχουν δύο μεγάλες δυνάμεις οι οποίες  επενεργούν πάντοτε σε κάθε μέλος της σειράς. Αυτές οι δυνάμεις δημιουργούν συνεχώς κινήσεις που τείνουν να συγχωνεύσουν τις φυλές. Αυτές είναι, όπως ήδη προανέφερα, (i) ομοιότης στην γενική σωματική δομή και (ii) κοινή δυνατότης εκφράσεως ιδεών και αισθήσεων με την διαμόρφωση της φωνής.

Έχω πει αρκετά για το πρώτο από αυτά και έχω καταδείξει σαφώς τα πραγματικά όρια εντός των οποίων λειτουργεί ».

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 217)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο

Μέρος ΝΣΤ΄

ΟΚόμης Αρτύρ ντε Γκομπινώ στο πολύτιμο όσον και  λίαν πρωτότυπο εγχειρίδιόν του περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών (δέκατο τέταρτο κεφάλαιον  με τίτλον «Απόδειξη της διανοητικής ανισότητος των φυλών-Αντίθετοι πολιτισμοί είναι αμοιβαίως απεχθείς. Υβριδικές φυλές έχουν εξ ίσου υβριδικούς πολιτισμούς») γράφει:

«Οι σχέσεις του ελληνικού με τον περσικό πολιτισμό ήσαν πολλαπλές και αναπόφευκτες. Ένα μεγάλον μέρος του Ελληνικού πληθυσμού – το πλουσιότερον, αν όχι το πλέον ανεξάρτητο – συνεκεντρούτο στις πόλεις της Συριακής ακτής και στις αποικίες της Μικράς Ασίας και του Ευξείνου. Αυτές, αμέσως μετά την ίδρυσή τους, απερροφήθησαν από τις κτήσεις του Μεγάλου Βασιλέως. Οι κάτοικοι έζων υπό το βλέμμα του σατράπη, αλλά σε κάποιον βαθμό διετήρησαν τα δημοκρατικά τους θεσμικά όργανα. Και πάλιν, η Ελλάς, η Ελλάς που ήταν ελευθέρα, ήταν πάντοτε σε στενή επαφή με τις πόλεις της ασιατικής ακτής.

Συνεχωνεύθησαν ποτέ οι πολιτισμοί των δύο χωρών σε έναν;

Γνωρίζουμε καλώς ότι δεν συνεχωνεύθησαν !

Οι Έλληνες εθεώρησαν τους ισχυρούς τους εχθρούς ως βάρβαρους και η περιφρόνησή τους πιθανώς τους επεστράφη με ανάλογον ενδιαφέρον. Τα δύο έθνη ήρχοντο συνεχώς σε επαφή, αλλά οι πολιτικές ιδέες τους, οι ιδιωτικές τους συνήθειες, η εσωτερική σημασία των δημόσιων ιερών, το εύρος της τέχνης τους και οι μορφές της διακυβερνήσεώς τους, παρέμειναν αρκούντως διαφορετικές. Στα Εκβάτανα ανεγνωρίζετο μόνον μία Αρχή. Ήταν κληρονομική και περιορισμένη υπό ορισμένους παραδοσιακούς τρόπους, αλλά κατά τα άλλα ήταν απόλυτος. Στην Ελλάδα η ισχύς υποδιαιρέθηκε ανάμεσα σε ένα πλήθος διαφορετικών κυριάρχων. Η κυβέρνηση ήταν μοναρχική στην Σπάρτη, δημοκρατική στην Αθήνα, αριστοκρατική στην Σικυώνα, τυραννική στην Μακεδονία – ένα παράξενο ιδιάζον κράμα! Μεταξύ των Περσών, η κρατική θρησκεία ήταν λίαν εγγυτέρα προς την αρχέγονο ιδέα της θείας απορροής. Εφανέρωνε την ίδια τάση προς ενότητα όπως η ίδια η κυβέρνηση και διέθετε μιαν ηθική και μεταφυσική σημασία που δεν εστερείτο κάποιου φιλοσοφικού βάθους.

Ο ελληνικός συμβολισμός, από την άλλη πλευρά, αφορούσε απλώς τις διάφορες εξωτερικές εμφανίσεις της φύσεως και απεδόθη σε μιαν αποθέωση της ανθρωπίνης μορφής. Η θρησκεία άφησε στους νόμους του κράτους την δραστηριότητα του ελέγχου της συνειδήσεως του ανθρώπου. Μόλις εξεπληρούντο οι οφειλόμενες ιεροτελεστίες και απεδίδετο η πρέπουσα τιμή  προς τον τοπικό θεό ή ήρωα, το καθήκον της πίστεως είχεν εκπληρωθεί. Επιπλέον, οι ίδιες οι ιεροτελεστίες, οι θεοί και οι ήρωες ήσαν διαφορετικοί σε απόσταση ολίγων μιλίων. Παρά το ότι, σε κάποια ιερά όπως η Ολυμπία ή η Δωδώνη, φαίνεται να ανευρίσκουμε την λατρεία, όχι κάποιας ειδικής δυνάμεως της φύσεως, αλλά της ιδίας της κοσμικής αρχής, μια τέτοια ενότης καθιστά πλέον αξιοσημείωτο την διαφορετικότητα των υπολοίπων, διότι αυτό το είδος λατρείας ενετοπίζετο σε μερικές απομονωμένες θέσεις. Εκτός αυτού, το μαντείον της Δωδώνης και η λατρεία του Ολυμπίου Διός ήσαν ασυνήθιστες εισαγωγές.

Όσον αφορά στα ιδιωτικά έθιμα των Ελλήνων, δεν είναι καθόλου απαραίτητο να δείξουμε πόσον διαφέρουν από εκείνα των Περσών. Διότι εάν μια γεναία, χαρωπή και κοσμοπογυρισμένη νεολαία εμιμείτο τις συνήθειες των αντιπάλων, πολύ πολυτελέστερες και εξωστρεφέστερες από τις ελληνικές, θα εξετίθετο στην δημοσία περιφρόνηση. Μέχρις την εποχή του Αλεξάνδρου – με άλλα λόγια, κατά την μεγάλη, γόνιμο και ένδοξο περίοδο του Ελληνισμού – η Περσία, παρά την συνεχή πίεσή της, δεν ημπορούσε να προσηλυτίσει την Ελλάδα στον πολιτισμό της.

Με τον ερχομό του Αλεξάνδρου, αυτό επεβεβαιώθη με παράδοξον τρόπο : Οι άνθρωποι, όταν είδαν την Ελλάδα να κατακτά το βασίλειον του Δαρείου, επίστευσαν για μια στιγμή ότι η Ασία επρόκειτο να γίνει Ελληνική ή, ακόμη καλύτερον, ότι οι πράξεις βίας που εξεδηλώθησαν στην παράνοια μιας νύκτας από τον κατακτητή ενάντια στα μνημεία της κατακτηθείσης χώρας, ήσαν μέσα στην υπερβολή τους, μια απόδειξη περιφρονήσεως καθώς και μίσους. Αλλά ο πυρπολητής της Περσεπόλεως συντόμως ήλλαξε γνώμη. Η αλλαγή ήταν τόσον πλήρης, ώστε ο σχεδιασμός του έγινε εν τέλει φανερός : Απλώς και  σαφώς, ηθέλησε να υποκαταστήσει με τον εαυτόν του την δυναστεία των Αχαιμενιδών και να κυβερνήσει ωσάν τον προκάτοχό του ή τον μεγάλο Ξέρξη, με την Ελλάδα ως μιαν απόφυση της αυτοκρατορίας του. Με τον τρόπον αυτό, το περσικό κοινωνικό σύστημα θα ημπορούσε να απορροφήσει εκείνο των Ελλήνων.

Παρ’ όλα αυτά, παρ’ όλη την εξουσία του Αλεξάνδρου, τίποτα τέτοιο δεν συνέβη εν τέλει. Οι στρατηγοί και οι στρατιώτες του ουδέποτε εσυνήθισαν να τον βλέπουν στο μακρύ ράσο του, να φορεί έναν κεφαλόδεσμο στην κεφαλή του, να περιβάλλεται από ευνούχους και να αρνείται την χώρα του. Μετά το θάνατό του, το σύστημά του εσυνεχίσθη από μερικούς από τους διαδόχους του. Ωστόσον, ήσαν αναγκασμένοι να το μετριάσουν. Και πώς ημπόρεσαν, επακριβώς, να ανεύρουν τον μέσον όρο που κατέστη η φυσιολογική κατάσταση των Ασιατών της παραλίας και των Ελληνο-Αιγυπτίων; Απλώς επειδή οι υπήκοοί τους απετέλουν έναν μικτό πληθυσμό Ελλήνων, Συρίων και Αράβων, που δεν είχαν λόγο να αρνηθούν τον συμβιβασμό. Όμως, όπου οι φυλές παρέμειναν διακεκριμένες, όλοι οι όροι της ενότητος ήσαν αδύνατοι και κάθε χώρα παρέμεινε προσηλωμένη στον εθνικό της πολιτισμό.

Παρομοίως, μέχρις τις τελευταίες ημέρες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο υβριδικός πολιτισμός που εκυριάρχησε σε όλη την Ανατολή, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδος, είχε καταστεί πολύ πιο ασιατικός από ελληνικός, λόγω της μεγάλης υπεροχής του ασιατικού αίματος στην μάζα του λαού. Η πνευματική ζωή, είναι αλήθεια, υπερηφανεύετο ότι ήταν Ελληνική. Αλλά δεν είναι δύσκολο να ευρεθεί, στην σκέψη της περιόδου, ένα ανατολικό στέλεχος που έδωσε πνοή σε όλα τα προϊόντα της Αλεξανδρινής σχολής, όπως η ιδέα του «συγκεντρωτικού κράτους» των Ελληνο-Συρίων νομικών. Παρατηρούμε πώς εξισορροπούντο τα διαφορετικά φυλετικά στοιχεία και προς  ποίαν πλευρά έκλινε η πλάστιγξ.

Και άλλοι πολιτισμοί ημπορούν να συγκριθούν με τον ίδιο τρόπο. Πριν τελειώσω αυτό το κεφάλαιον, θα ειπώ ολίγα λόγια για την σχέση μεταξύ του αραβικού πολιτισμού και του ιδικού μας.

Ουδείς ημπορεί να αμφισβητήσει την αμοιβαία απέχθειά τους. Οι μεσαιωνικοί μας πρόγονοι είχαν ευκαιρίες να ιδούν από κοντινή απόσταση τα θαύματα του μουσουλμανικού κράτους, όταν έστελναν προθύμως τους υιούς τους να σπουδάσουν στις σχολές της Κόρδοβας. Ωστόσον, τίποτα αραβικό δεν παραμένει στην Ευρώπη έξω από τα έθνη που έχουν μιαν υπόνοιαν ισμαηλιτικού αίματος. Η βραχμανική Ινδία δεν επέδειξε περισσοτέρα  προθυμία απ’ ό,τι εμείς οι ίδιοι, να συνεννοηθεί με το Ισλάμ, και όπως και εμείς, αντεστάθη σε όλες τις προσπάθειες των Μωαμεθανών κυρίων της.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 216)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.png

Μέρος ΝΕ΄

ΟΚόμης  Αρτύρ ντε Γκομπινώ στο σπουδαίο (όντως άξιο σπουδής) εγχειρίδιόν του περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών (δέκατο τέταρτο κεφάλαιον με τίτλον «Απόδειξη της διανοητικής ανισότητος των φυλών-Αντίθετοι πολιτισμοί είναι αμοιβαίως απεχθείς. Υβριδικές φυλές έχουν εξ ίσου υβριδικούς πολιτισμούς») διαπιστώνει:

«Ο πολιτισμός δεν είναι μεταδόσιμος, όχι μόνον προς τους αγρίους, αλλά και προς περισσότερον διαφωτισθέντα έθνη. Αυτό αποδεικνύεται από τις προσπάθειες της γαλλικής καλής θελήσεως και συνδιαλλαγής στο αρχαίο βασίλειον του Αλγερίου σήμερον, καθώς και από την εμπειρία των Άγγλων στην Ινδία και των Ολλανδών στην Ιάβα. Δεν υπάρχουν  εντυπωσιακότερες και πειστικότερες αποδείξεις για την ανομοιότητα και την ανισότητα των φυλών.

Θα σφάλλουμε εάν συμπεράνουμε ότι η βαρβαρότητα ορισμένων φυλών είναι τόσον έμφυτη ώστε δεν είναι δυνατή καμία πολιτιστική καλλιέργεια για αυτές. Ανάμεσα σε πολλούς αγρίους λαούς, ημπορούν να ευρεθούν ίχνη μιας καταστάσεως καλυτέρας από εκείνην που εμφανίζουν τώρα. Κάποιες φυλές, κατά τα άλλα βυθισμένες σε μια ζωώδη κατάσταση, διατηρούν προσκόλληση σε παραδοσιακούς κανόνες, μιας αξιοπεριέργου πολυπλοκότητος, στο ζήτημα του γάμου, της κληρονομίας και της διακυβερνήσεως. Οι ιεροτελεστίες τους σήμερον στερούνται νοήματος, αλλά προφανώς αναπέμπουν σε μια ανωτέρα τάξη ιδεών. Παρουσιάζονται ως παράδειγμα οι Ερυθρόδερμοι Ινδιάνοι. Οι τεράστιες ερημοι επί των οποίων περιπλανώνται υποτίθεται ότι ήσαν κάποτε οι οικισμοί των Αλλεγγανίων. Άλλοι, όπως οι ιθαγενείς των Μαριαννών Νήσων, διαθέτουν μεθόδους κατασκευής τις οποίες δεν ημπορεί να εφηύραν οι ίδιοι. Τις παραδίδουν, χωρίς σκέψη, από τον πατέρα στον υιο και τις εφαρμόζουν σχεδόν μηχανικώς.

Όταν βλέπουμε έναν λαό σε κατάσταση βαρβαρότητος, πρέπει να τον εξετάζουμε προσεκτικότερον πριν καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι αυτή ήταν πάντοτε η κατάστασή του. Πρέπει να λαμβάνουμε υπ’ όψη πολλά άλλα στοιχεία, εάν επιδιώκουμε να  αποφύγουμε το λάθος.

Μερικοί λαοί σαρώνονται από μια συγγενική τους φυλή. Υποκύπτουν σε αυτήν ολίγον έως πολύ, προσλαμβάνουν ορισμένα έθιμά της και τα ακολουθούν στο μέτρον του δυνατού. Με την εξαφάνιση της κυριάρχου φυλής, είτε με απέλαση είτε με πλήρη απορρόφησή της από τους κατακτηθέντες, οι τελευταίοι επιτρέπουν στον πολιτισμό, (ειδικώς στις ριζικές του αρχές), να αποθάνει σχεδόν εξ ολοκλήρου, διατηρούν δε μόνον το μικρό τμήμα του το οποίον κατόρθωσαν να κατανοήσουν. Όμως ακόμη και αυτό δεν ημπορεί να συμβεί εκτός μόνον σε έθνη τα οποία  σχετίζονται στο αίμα. Αυτή ήταν η στάση των Ασσυρίων απέναντι στον Χαλδαίο πολιτισμό, των Ελλήνων της Συρίας και της Αιγύπτου προς τους Έλληνες της Ευρώπης, των Ιβήρων, των Κελτών και των Ιλλυριών εμπρός στις Ρωμαϊκές ιδέες. Αν οι Τσερόκη, οι Κατάβα, οι Μουσκόγκοι, οι Σεμινόλε, οι Νατσέζ και οι ανάλογοί τους επιδεικνύουν  ακόμη κάποια ίχνη της αλλεγκανιακής νοημοσύνης, δεν ημπορώ να συμπεράνω ότι διαθέτουν καθαρό αίμα προερχόμενο  αμέσως από το αρχικόν είδος – αυτό θα εσήμαινε ότι μία φυλή που ήταν κάποτε πολιτισμένη ημπορεί να χάσει τον πολιτισμό της – λέγω απλώς ότι εάν κάποιος από αυτούς προέρχεται από τον αρχαίο κατακτητικό τύπο ως πηγή του, το ρεύμα είναι λασπώδες και καθ΄οδόν έχει αναμειχθεί με πολλούς παραποτάμους. Αν ήταν αλλιώς, οι Τσερόκη δεν θα έπεφταν ποτέ στην βαρβαρότητα. Όσο για τις άλλες, ολιγότερον ταλαντούχες φυλές, φαίνεται ότι αντιπροσωπεύουν απλώς τα υπολείμματα του ιθαγενούς πληθυσμού, τα οποία εξηναγκάσθησαν από τους ξένους κατακτητές να συνδυαστούν ώστε να αποτελέσουν τα βασικά στοιχεία μιας νέας κοινωνικής καταστάσεως.

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι αυτά τα υπολείμματα του πολιτισμού θα έπρεπε να έχουν διατηρήσει, χωρίς να τα κατανοούν, νόμους, τελετουργίες και έθιμα που εφευρέθησαν από ανθρώπους ευφυεστέρους από τους ίδιους. Δεν εγνώριζαν ποτέ το νόημά τους ή τις θεωρητικές αρχές τους, ούτε τις θεωρούσαν τίποτε άλλο από αντικείμενα προληπτικού σεβασμού. Το ίδιο επιχείρημα ισχύει και για τα ίχνη μηχανικής ικανότητος που συναντάμε. Οι μέθοδοι που εθαυμάζοντο από τους ταξιδιώτες ίσως τελικώς προήλθαν από μια πλέον εκλεπτυσμένη φυλή η οποία έχει εξαφανιστεί εδώ και καιρό. Μερικές φορές πρέπει να εξετάσουμε έτι περαιτέρω την προέλευσή τους. Έτσι, η λειτουργία των ορυχείων ήταν γνωστή στους Ίβηρες, τους Ακουϊτανούς και τους Βρετόνους των Νήσων Σίλι. Αλλά το μυστικό ανεκαλύφθη για πρώτην φορά στην Άπω Ασία και από εκεί έκπαλαι το έφεραν οι πρόγονοι των Δυτικών λαών κατά την διάρκεια της μεταναστεύσεώς τους.

Οι ιθαγενείς των Καρολίνων Νήσων Καρλίνα είναι σχεδόν οι πλέον ενδιαφέροντες στην Πολυνησία. Οι αργαλειοί τους, τα σκαλισμένα τους κανό, το αισθητήριό τους για το εμπόριο και την ναυσιπλοΐα θέτουν ένα βαθύ εμπόδιον μεταξύ αυτών  και των άλλων νέγρων. Δεν είναι δύσκολο να ιδούμε πώς εμφανίζονται να κατέχουν αυτές τις δυνάμεις. Τις οφείλουν στο αίμα των Μαλαίων στις φλέβες τους. Και, ταυτοχρόνως, το αίμα τους απέχει πολύ από το να είναι καθαρό, τα δε φυλετικά τους χαρίσματα έχουν επιβιώσει μόνον σε μια καχεκτική και υποβαθμισμένη μορφή.

Συνεπώς, δεν πρέπει να συναγάγουμε, από τα ίχνη του πολιτισμού που υπάρχουν ανάμεσα σε έναν βάρβαρο λαό, ότι ήταν κάποτε πράγματι πολιτισμένος. Έχει ζήσει υπό την κυριαρχία μιας άλλης φυλής, συγγενικού αίματος αλλά ανώτερη από την δική του. Ή ίσως, απλώς ζων εγγύς της άλλης φυλής, έχει, ασθενικώς και ταπεινώς, μιμηθεί τα έθιμά της. Οι άγριες φυλές σήμερον ήσαν πάντα άγριες και έχουμε δίκιο να συμπεραίνουμε, κατ’αναλογία, ότι θα συνεχίσουν να είναι έτσι, μέχρι την ημέρα που εξαφανίζονται.

Η εξαφάνισή τους είναι αναπόφευκτη όταν δύο εντελώς μη συνδεδεμένες φυλές έρχονται σε ενεργό επαφή. Και η καλυτέρα περί αυτού απόδειξη είναι η τύχη των Πολυνησίων και των Αμερικανών Ινδιάνων. Το προηγούμενο επιχείρημα κατέδειξε τα ακόλουθα γεγονότα:

(1) Οι φυλές που είναι άγριες σήμερον ήσαν πάντοτε έτσι και πάντα θα είναι, όσο υψηλοί και αν είναι οι πολιτισμοί με τους οποίους έρχονται σε επαφή.

(2) Για έναν άγριο λαό ακόμα και το να συνεχίσει να ζει μέσα στον πολιτισμό, το έθνος που εδημιούργησε τον πολιτισμόν αυτόν πρέπει να είναι ένας ευγενέστερος κλάδος της ιδίας με τον άγριον λαό φυλής.

(3) Αυτό είναι επίσης απαραίτητον εάν δύο ξεχωριστοί πολιτισμοί επηρεάζουν ο ένας τον άλλον, σε οποιανδήποτε έκταση, με ανταλλαγή των ποιοτήτων τους και γεννούν άλλους πολιτισμούς συνυφασμένους με τα στοιχεία τους. Βεβαίως, το ότι θα πρέπει κάποτε να συγχωνευθούν  δεν αποτελεί ερώτημα.

(4) Οι πολιτισμοί που απορρεόυν από δύο εντελώς ξένες φυλές ημπορούν να εγγίσουν μόνον την επιφάνεια. Ποτέ δεν συγχωνεύονται, και πάντα η μία θα αποκλείει την άλλη. Θα ειπώ περισσότερα σχετικώς με αυτό το τελευταίο σημείο, καθώς δεν έχει καταδειχθεί επαρκώς.

Η τύχη του πολέμου έφερε τον Περσικό πολιτισμό κατά πρόσωπο με τον Ελληνικό, τον Ελληνικό με τον Ρωμαϊκό, τον Αιγυπτιακό με τον Ρωμαϊκό και με τον Ελληνικό. Ομοίως, ο σύγχρονος Ευρωπαϊκός πολιτισμός αντιμετώπισε όλους εκείνους που υπάρχουν σήμερα στον κόσμο, ειδικότερον τον Αραβικό.»

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 215)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος ΝΔ΄

Ο Κόμης  Αρτύρ ντε Γκομπινώ στο σπουδαίο (όντως άξιο σπουδής) εγχειρίδιόν του περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών (δέκατο τέταρτο κεφάλαιον  με τίτλον «Απόδειξη της διανοητικής ανισότητος των φυλών-Αντίθετοι πολιτισμοί είναι αμοιβαίως απεχθείς. Υβριδικές φυλές έχουν εξ ίσου υβριδικούς πολιτισμούς») παρατηρεί με ωμότητα και οξυδέρκεια:

« (…) Εάν οι ανθρώπινες φυλές ήσαν ίσες, η πορεία της ιστορίας θα αποτελούσε μια συγκινητική, ένδοξο και μεγαλοπρεπή εικόνα. Οι φυλές θα ήσαν όλες εξ ίσου ευφυείς, με επιμελές βλέμμα για τα αληθινά τους συμφέροντα και με την ίδια έφεση για κατάκτηση και κυριαρχία. Πρωίμως  στην παγκόσμιο ιστορία, θα εφαίδρυναν το πρόσωπον της γης με ένα πλήθος πολιτισμών, που όλοι θα άνθιζαν ταυτοχρόνως και θα ήσαν ακριβώς όμοιοι.

Την στιγμήν όπου οι αρχαιότατοι Σανσκριτικοί λαοί ίδρυαν την αυτοκρατορία τους και με την βοήθεια της θρησκείας και του ξίφους εκάλυπταν την Βόρειο Ινδία με συγκομιδές, πόλεις, ανάκτορα και ναούς. Την στιγμήν κατά την οποίαν η πρώτη Ασσυριακή αυτοκρατορία έστεφε τις πεδιάδες του Τίγρητος και του Ευφράτου με τα υπέροχα κτίριά της, ενώ τα άρματα και οι ιππείς του Νεμρώδ αψηφούσαν τους τέσσαρες ανέμους, θα έπρεπε να είχαμε ιδεί, στην αφρικανική ακτή, ανάμεσα στις φυλές των προγνάθων Νέγρων, την άνοδο ενός πεφωτισμένου και καλλιεργημένου κοινωνικού κράτους, επιδεξίου στην προσαρμογή των μέσων προς τους σκοπούς και στην κατοχή μεγάλου πλούτου και ισχύος.

Οι Κέλτες, κατά την διάρκεια των μεταναστεύσεων τους, θα μετέφεραν μαζί τους στο δυτικό άκρο της Ευρώπης όλα τα απαραίτητα στοιχεία μιας μεγάλης κοινωνίας, καθώς και κάποιες αποχρώσεις της αρχαίας σοφίας της Ανατολής. Θα είχαν βεβαίως ανεύρει αντιπάλους μεταξύ των Ιβηρικών λαών (που είχαν εξαπλωθεί στις εκτάσεις της Ιταλίας, στην Γαλατία και στην Ισπανία και στις νήσους της Μεσογείου), επίσης καλώς εκπαιδευμένους στις πρώιμες παραδόσεις, αλλά και εμπειρογνώμωνες στις τέχνες και στις εφευρέσεις οι  οποίες απαιτούνται γιά τον πολιτισμό.

Η ανθρωπότης, σε συμφωνία προς τον εαυτόν της, θα εβάδιζε ευγενώς επί της γης, πλουσία σε κατανόηση και ιδρύουσα παντού κοινωνίες οι οποίες ομοιάζουν μεταξύ τους. Όλα τα έθνη θα είχαν κρίνει τις ανάγκες τους με τον ίδιον τρόπο, θα είχαν ζητήσει από την φύση τα ίδια πράγματα και θα  την έβλεπαν από την ίδια γωνία. Ένας βραχύς χρόνος θα ήταν επαρκής ώστε να ημπορέσουν να έλθουν σε στενή επαφή μεταξύ τους και να σχηματίσουν ένα σύνθετο πλέγμα σχέσεων, που είναι παντού τόσον απαραίτητο και κερδοφόρο για την πρόοδο.

Οι φυλές που ήσαν αρκούντως άτυχες να ζουν σε ένα άγονο έδαφος, στον βυθό βραχωδών φαράγγων, στις ακτές των παγωμένων θαλασσών ή σε στέπες γιά πάντα σαρωμένες από τους βορείους ανέμους – ίσως να είχαν αναγκασθεί να πολεμούν ενάντια στην αγένεια της φύσεως επί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τους πλέον ευνοημένους λαούς. Αλλά τελικώς, χωρίς να έχουν ολιγοτέρα σοφία και κατανόηση από τους άλλους, δεν θα είχαν καθυστερήσει να ανακαλύψουν πως οι δύσκολες συνθήκες ενός κλίματος έχουν αντίστοιχα διορθωτικά μέτρα. Θα είχαν επιδείξει την ευφυή δραστηριότητα που βλέπουμε σήμερα μεταξύ των Δανών, των Νορβηγών και των Ισλανδών. Θα είχαν δαμάσει το αντίξοον  έδαφος και θα το εξανάγκαζαν, ενάντιο προς εαυτό, να είναι παραγωγικό. Σε ορεινές περιοχές, θα έπρεπε να τους ανεύρουμε να διάγουν μια ποιμαντική ζωή, όπως οι Ελβετοί ή αναπτύσσοντες βιομηχανίες όπως αυτές του Κασμίρ. Αν το κλίμα τους ήταν τόσον κακό, και η κατάστασή  τους τόσον δυσμενής, ώστε  δεν υπήρχε προφανώς κάτι να γίνει με αυτήν, τότε θα τους επήρχετο η σκέψη ότι, ο κόσμος ήταν μεγάλος και περιείχε πολλές κοιλάδες και ευπρόσιτες πεδιάδες. Συνεπώς θα είχαν αφήσει την άχαρη χώρα τους και συντόμως θα εύρισκαν μια γη όπου θα ημπορούσαν να μετατρέψουν την ενέργεια και την νοημοσύνη τους σε πρόσφορο απολογισμό.

Τότε τα έθνη της γης, εξ ίσου διαφωτισθέντα και εξ ίσου πλούσια – μερικά από το εμπόριον των θορυβωδών ναυτιλιακών πόλεων, μερικά από την γεωργία των τεραστίων και ακμαζουσών λειμώνων τους, άλλα από τις βιομηχανίες μιας ορεινής περιοχής, άλλα πάλιν από εγκαταστάσεις μεταφοράς που τους προσεφέρθησαν από την κεντρική τους θέση – όλα αυτά, παρά τις προσωρινές διαμάχες, τους εμφυλίους πολέμους και τις καταστροφές, αδιαχώριστες  από την κατάστασή μας ως ανθρώπων, συντόμως θα ημπορούσαν να επινοήσουν κάποιο σύστημα εξισορροπήσεως των αντικρουομένων συμφερόντων τους.

Οι πολιτισμοί που είναι πανομοιότυποι ως προς την προέλευση θα έχουν τελειώσει, με μια μακρά διαδικασία δούναι λαβείν, όντες σχεδόν όμοιοι. Τότε κάποιος θα ημπορούσε να ιδει ότι, η παγκόσμιος ομοσπονδία, που υπήρξε το όνειρο τόσων αιώνων θα ημπορούσε αναποφεύκτως να πραγματοποιηθεί εάν όλες οι φυλές ήσαν πράγματι προικισμένες, στον ίδιο βαθμό, με τις ίδιες δυνάμεις.

Αλλά γνωρίζουμε ότι μια τέτοια εικών είναι καθαρώς φανταστική. Οι πρώτοι λαοί οι οποίοι ήξιζαν το όνομα συνεκεντρώθησαν με την έμπνευση μιας ιδέας της ενώσεως, την οποίαν οι βάρβαροι που έμεναν ολίγον έως πολύ εγγύς αυτών, όχι μόνον δεν κατάφεραν να συλλάβουν τόσον γρήγορα, αλλά ουδέποτε την συνέλαβαν. Οι πρώτοι λαοί μετενάστευσαν από την αρχική τους κατοικία και συνηντήθησαν με άλλους λαούς τους οποίους και κατέκτησαν. Αλλά και πάλιν αυτοί ούτε κατεννόησαν ούτε υιοθέτησαν, με κανέναν τρόπο, τις βασικές ιδέες του πολιτισμού ο οποίος τους είχε επιβληθεί. Μακράν της καταδείξεως πως όλες οι φυλές της ανθρωπότητος είναι διανοητικώς όμοιες, τα ικανά για πολιτισμό έθνη απεδείκνυαν πάντοτε το αντίθετο, πρώτον από τα απολύτως διαφορετικά θεμέλια επί των οποίων εβάσιζαν τα κράτη τους και, δεύτερον, από την έντονο αντιπάθεια που επέδειξαν το εν για το άλλο. Η δύναμη του παραδείγματος ουδέποτε αφύπνησε σε κάποιον άνθρωπο, κάποιο ένστικτο το οποίον δεν απέρρεε από την φύση του.

Η Ισπανία και οι Γαλάτες είδαν τους Φοίνικες, τους Έλληνες και τους Καρχηδονίους, να ιδρύουν, την μία μετά την άλλη, ακμάζουσες πόλεις στις ακτές τους. Αλλά τόσον η Ισπανία όσον και οι Γαλάτες ηρνήθησαν να αντιγράψουν τους τρόπους και την κυβέρνηση αυτών των μεγάλων εμπορικών δυνάμεων. Όταν οι Ρωμαίοι ήλθαν ως κατακτητές, επέτυχαν μόνον να εισαγάγουν ένα διαφορετικό πνεύμα, πληρούντες  τις νέες τους επικράτειες με ρωμαϊκές αποικίες. Έτσι, η περίπτωση των Κελτών και των Ιβήρων δείχνει ότι ο πολιτισμός δεν ημπορεί να αποκτηθεί χωρίς την διασταύρωση του αίματος.

Σκεφτείτε την θέση των Αμερικανών Ινδιάνων σήμερον. Ζουν δίπλα-δίπλα με έναν λαό που πάντα επιθυμεί να αυξήσει τους αριθμούς του, να ενισχύσει την δύναμή του. Βλέπουν χιλιάδες πλοία να διαβαίνουν προς τα άνω και κάτω στις πλωτές οδούς τους. Γνωρίζουν ότι η δύναμη των κυρίων τους είναι ακαταμάχητη. Δεν έχουν καμίαν ελπίδα να ιδούν την πατρίδα τους μιαν ημέρα να τους αποδίδεται από τον κατακτητή. Ολόκληρη η ήπειρός τους είναι πλέον, όπως όλοι γνωρίζουν, η κληρονομία του Ευρωπαίου.

Ένα βλέμμα είναι αρκετό για να τους πείσει περί της ανθεκτικότητος αυτών των ξένων θεσμών, υπό τους οποίους η ανθρωπίνη ζωή παύει να εξαρτάται για την συνέχισή της από την αφθονία των θηραμάτων ή των αλιευμάτων. Από τις αγοραπωλησίες μπράντυ, όπλων και εφαπλωμάτων, γνωρίζουν ότι ακόμη και οι χονδροειδείς γεύσεις τους θα ημπορούσαν να ικανοποιηθούν ευκολότερον εν μέσω μιας τέτοιας κοινωνίας, η οποία πάντα τους προσκαλεί να έρχονται και επιδιώκει, ενίοτε με δωροδοκίες και κολακεία, να λάβει την συγκατάθεσή τους. Όμως απορρίπτεται πάντοτε. Προτιμούν να φεύγουν από του ενός μοναχικού σημείου στο άλλο. Θάπτονται ολοέν και περισσότερον στα ενδότερα, στην καρδία της χώρας τους, εγκαταλείποντες τα πάντα, ακόμα και τα οστά των πατέρων τους. Όπως γνωρίζουν καλώς, θα αποθάνουν. Αλλά διατηρούνται, με ένα μυστηριώδες συναίσθημα φρίκης, υπό τον ζυγόν της ακαταμαχήτου απώσεώς τους προς την Λευκή φυλή, μολονότι δε θαυμάζουν την δύναμή της και την γενική της υπεροχή, η συνείδησή τους και ολόκληρος η φύση τους, με μια λέξη, το αίμα τους, εξεγείρεται ακόμη και με την απλή σκέψη πως θα έχουν οτιδήποτε κοινό με αυτήν.

Στην ισπανική Αμερική, οι εντόπιοι αιθσθάνονται ολιγοτέρα αποστροφή έναντι των κυρίων τους. Ο λόγος είναι ότι αφέθησαν προηγουμένως από την κεντρική κυβέρνηση υπό την κυριαρχία των τοπικών αρχόντων (Caciques) τους. Η κυβέρνηση δεν προσεπάθησε να τους εκπολιτίσει. Τους επέτρεψε να διατηρήσουν τους ιδικούς τους νόμους και τα έθιμά τους και, με την προϋπόθεση ότι έγιναν Χριστιανοί, απλώς τους εζητήθη να αποτίουν φόρον τιμής. Δεν υπήρχε ζήτημα αποικισμού. Μόλις έγινε η κατάκτηση, οι Ισπανοί επέδειξαν μιαν οκνηρά ανοχή προς τους κατακτηθέντες και τους καταπιέζουν μόνον σπασμωδικώς. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον οι Ινδιάνοι της Νοτίου Αμερικής είναι ολιγότερον δυσαρεστημένοι από εκείνους του Βορρά και συνεχίζουν να ζουν, ενώ οι γείτονες των Αγγλοσαξώνων θα ριφθούν ανηλεώς στην άβυσσο.»

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 214)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος ΝΒ΄

Ο Κόμης Αρτύρ ντε Γκομπινώ στο περίφημο εγχειρίδιόν του περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών (δέκατο τρίτο κεφάλαιον με τίτλον «Οι ανθρώπινες φυλές είναι διανοητικώς άνισες : Η ανθρωπότης δεν είναι ικανή για ατέρμονα πρόοδο»), γράφει:
«Τα σύγχρονα κράτη μας είναι βεβαίως πλέον περίπλοκα και ικανοποιούν τις ανάγκες μας σε μεγαλύτερο βαθμό: αλλά όταν βλέπω τον άγριο να περιπλανάται στο δρόμο του, σφοδρός, θορυβώδης, αδρανής και βρώμικος, να σύρει τα πόδια του κατά μήκος του χέρσου εδάφους και να μεταφέρει την οξύαιχμη ράβδο που αποτελλεί το μόνο του
όπλο, ενώ ακολουθείται από την σύζυγο που έχει δεσμευθεί μαζί του με μια τελετή γάμου συνιστάμενη αποκλειστικώς από μια καινή και αγρία βία. Όταν βλέπω την γυναίκα να μεταφέρει το παιδί της, τον οποίο σκοτώνει με τα χέρια της εάν αρρωστήσει ή έστω
και αν την ανησυχεί, όταν βλέπω αυτή την άθλια ομάδα κατά την αναζήτηση της τροφής, υπό την πίεση της πείνας, να σταματά αιφνιδίως, εμπρός από έναν λοφίσκο γεμάτο ευφυή μυρμήγκια, να χάσκει καθώς τον κοιτά με θαυμασμό, βάζει τα πόδια της μέσα του, συλλαμβάνει τα αυγά των εντόμων, τα καταβροχθίζει και στην συνέχεια αποσύρεται θλιβερή στο κοίλωμα ενός βράχου.

Όταν βλέπω όλα αυτά, αναρωτιέμαι μήπως τα έντομα που μόλις εχάθησαν δεν ήσαν πλέον ταλαντούχα από την ηλιθία οικογένεια του καταστροφέως τους και εάν το ζωώδες ένστικτο – περιορισμένο όπως είναι σε έναν μικρό κύκλο καθυστερημένων – τους καθιστά
ευτυχεστέρους σχετικώς προς την ικανότητα της λογικής, η οποία έχει αφήσει την πτωχή μας ανθρωπότητα γυμνή επάνω στην γη και μάλιστα χιλιάδες φορές περισσότερο εκτεθειμένη από οποιοδή ποτε άλλο είδος, στα δεινά τα οποία προξενεί η συνδυασμένη επίδραση του αέρος, του ηλίου, της βροχής και της χιόνος.

Ο άνθρωπος, μέσα στην αθλιότητά του, δεν κατάφερε ποτέ να επινοήσει έναν τρόπον ώστε να προσφέρει σε ολόκληρη την φυλή ρούχα ή να ανταπεξέλθει στην πείνα και στην δίψα. Είναι αλήθεια ότι η γνώση την οποίαν κατέχει ο κατώτερος άγριος είναι εκτενεστέρα από αυτήν των ζώων. Αλλά τα ζώα γνωρίζουν τι είναι χρήσιμο γι ‘αυτά,
ενώ εμείς όχι. Διατηρούν την γνώση που έχουν, ενώ εμείς συχνά δεν ημπορούμε να κρατήσουμε αυτό που έχουμε ανακαλύψει. Είναι πάντα, σε κανονικές περιόδους, βέβαιον ότι ικανοποιούν τις ανάγκες τους με τα ένστικτά τους.

Υπάρχουν όμως πολυάριθμες φυλές ανθρώπων οι οποίες από την αρχή της ιστορίας τους δεν κατόρθωσαν ποτέ να ανυψωθούν επάνω από μια σκοτεινή και επισφαλή ύπαρξη. Όσον αφορά στην υλική ευημερία, δεν είμεθα καλύτεροι από τα ζώα. Ο ορίζων μας είναι ευρύτερος από τον ιδικό τους, αλλά, όπως και εκείνος, είναι ακόμη στενός και οριοθετημένος. Έχω επιμείνει σχεδόν πολύ επ’ αυτής της ατυχούς τάσεως της ανθρωπότητος να απωλέσει από την μια πλευρά, αυτό που κερδίζει από την άλλη. ‘Ομως, αυτό είναι το μείζον γεγονός που μας καταδικάζει να περιπλανηθούμε ανάμεσα στα διανοητικά μας πλαίσια, χωρίς ποτέ να επιτύχουμε, παρά τα στενά όριά τους, να συγκρατήσουμε ταυτοχρόνως όλα τα κέρδη μας. Εάν δεν υπήρχε αυτός ο θανατηφόρος νόμος, θα ημπορούσε να συμβεί σε κάποιαν ημερομηνία στο αχνό μέλλον, όταν ο άνθρωπος θα είχε συγκεντρώσει όλη την σοφία όλων των εποχών, γνωρίζων ότι ηδύνατο να γνωρίζει και κατέχων όλα όσα του ήσαν προσιτά. Θα ημπορούσε επιτέλους να
μάθει πώς να εφαρμόσει τον πλούτο του και να ζήσει εν μέσω της φύσεως, σε ειρήνη με το είδος του και όχι πλέον καθηλωμένος στην δυστυχία. Μετά το κέρδος της ηρεμίας ύστερα από όλους τους αγώνες του, θα ημπορούσε να εύρει την τελική του ανάπαυση,
αν όχι σε κατάσταση απολύτου τελειότητος, εν πάση περιπτώσει μέσα στην χαρά και στην αφθονία. Τέτοια ευτυχία, με όλους τους περιορισμούς της, δεν είναι ακόμη δυνατή για εμάς, καθώς ο άνθρωπος λησμονεί τόσον ταχέως, όσον ταχέως μαθαίνει. Δεν ημπορεί
να κερδίσει διανοητικώς και ηθικώς, χωρίς να χάσει φυσικώς και δεν κρατεί καμίαν από τις κατακτήσεις του με επαρκή δύναμη ώστε να βεβαιωθεί πως θα τις κρατήσει πάντοτε.

Εμείς οι σύγχρονοι πιστεύουμε ότι ο πολιτισμός μας δεν θα χαθεί ποτέ, διότι έχουμε ανακαλύψει την τυπογραφία, τον ατμό και την πυρίτιδα. Μήπως η τυπογραφία, η οποία δεν είναι ολιγότερον γνωστή στους κατοίκους του Τονκίνου και του Ανάμ απ’ ό,τι στην Ευρώπη, κατάφερε να τους προσδώσει έναν ανεκτό πολιτισμό; Έχουν βιβλία, και πολλά από αυτά τα βιβλία πωλούνται πολύ ευθηνότερον από τα ιδικά μας. Πώς λοιπόν αυτοί οι λαοί είναι τόσον αδύναμοι και υποβαθμισμένοι, εγγύτατα στο σημείον όπου ο πολιτισμένος άνθρωπος, αδύναμος, δειλός και διεφθαρμένος, είναι κατώτερος στην διανοητική δύναμη από κάθε βάρβαρο που μπορεί να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία να τον συντρίψει; Η τυπογραφία είναι απλώς ένα μέσον και όχι ένας σκοπός. Εάν χρησιμοποιείται για να διαδοθούν υγιείς και ζωηρές ιδέες, θα εξυπηρετήσει έναν παραγωγικότερο σκοπό και θα βοηθήσει στην διατήρηση του πολιτισμού. Εάν, αντιθέτως, η πνευματική ζωή ενός λαού είναι τόσον περιορισμένη ώστε κανείς να μην εκτυπώνει πλέον έργα φιλοσοφίας, ιστορίας και λογοτεχνίας τέτοια που ημπορούν να δώσουν ισχυρά τροφή στην μεγαλοφυία ενός έθνους, εάν ο υποβαθμισμένος Τύπος απλώς χρησιμεύει για να πολλαπλασιάσει τις ανθυγιεινές και δηλητηριώδεις συσπάσεις των απονευρωμένων νοών, εάν η θεολογία του είναι έργο αιρετικών, η πολιτική του έργο λιβελλογράφων, η ποίησή του έργο ελευθερίων ηθών, τότε πώς και γιατί η τυπογραφία
και ο Τύπος πρέπει να είναι ο σωτήρ του πολιτισμού;

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤIΝΟΥ

(Φ. 212)

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑