Αναζήτηση

Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ

Εβδομαδιαία εθνική εφημερίδα

Κατηγορία

Ο ελληνορωσσικός πολιτιστικός δεσμός

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο.png

ΜΕΡΟΣ ΜΖ’

Η ανθρωποβόρος εξέγερση των μπολσεβίκων το 1917 έρριψε σε απύθμενο και δυσώδες τέλμα την πνευματική ζωή της Ρωσίας, καθώς ο επιθετικός ερυθρός αθεϊσμός κατέστη η επίσημη πολιτική του σοβιετικού κράτους. Πολλοί ιερείς, επίσκοποι και μοναχοί εχαρακτηρίσθησαν «εχθροί του λαού» και εξετελέσθησαν. Όσοι διανοούμενοι είχαν εμπλακεί με διάφορες μυστικιστικές ομάδες ενθέου εσωτερισμού κατέφυγαν στην Δύση. Έτσι η πνευματική σκηνή της Δύσης ενεπλουτίσθη από έναν αριθμό χαρισματικών ανθρώπων, όπως ο ελληνικής καταγωγής εσωτεριστής και αποκρυφιστής Γκεόργκι Ιβάνοβιτς Γκουρτζίεφ και ο διηγηματογράφος και ζωγράφος Νικολάϊ Κωνσταντίνοβιτς Ραίριχ. Όλοι τους εσυνέχισαν τις διδασκαλίες τους στις δυτικές χώρες όπου κατέφυγαν.

Κατά την περίοδον της κτηνώδους αυταρχικής διακυβερνήσεως της χώρας από τον Στάλιν, η πνευματική και ιδιαιτέρως  η εσωτεριστική – μυστικιστική κίνηση, εσιώπησε στην Ρωσία. Πολλοί πνευματικοί διδάσκαλοι, αντί να προσφέρουν τις γνώσεις τους, διήλθαν μαρτυρικώς τα δημιουργικότερα χρόνια τους στα «Γκουλάγκ» – κομμουνιστικά κάτεργα και στρατόπεδα εξοντώσεως αντιφρονούντων στην Σιβηρία. Από την δεκαετίαν όμως του 1960 ήρχισε να σχηματοποιείται στην δυσθεώρητο χώρα ένα είδος «πνευματικού περιθωρίου», εντός των πλαισίων του οποίου διετηρήθησαν και διεσώθησαν ορισμένες μυστικιστικές γνώσεις.

Παρά το ότι υπήρξε κάποιο επίσημο ενδιαφέρον από τους Σοβιετικούς επιστήμονες για διεξαγωγή ερευνών περί το παραφυσικό, την παραψυχολογία και την ψυχοτρονική (μελέτη των αλληλεπιδράσεων της ύλης, της ενεργείας, και της συνειδητότητος), εντούτοις ο μυστικισμός εθεωρείτο «περιθωριακό φαινόμενο» ή στην καλυτέρα περίπτωση «ύποπτη δραστηριότης».

Για την κομμουνιστική περίοδο της εξαναγκαστικής υλοφροσύνης αναφέρεται ο όρος «πνευματική αντίσταση»  που περιγράφει ένα κρυφό – αφανές δίκτυο μυστικιστικών ομάδων, οι οποίες συνέχισαν ν’ ακολουθούν τους δύο διαπλεκομένους κυρίους δρόμους της ρωσικής πνευματικής παραδόσεως: τον Ησυχασμό και τον Σλαβικό Παγανισμό, δρώσες κυρίως στα αστικά κέντρα της Ρωσίας και παρουσιαζόμενες συνήθως ως περιηγητικοί σύλλογοι ή ομάδες προαγωγής υγείας. Ωστόσον πολλοί πνευματικοί άνθρωποι μη αντέχοντες την κομμουνιστική καταπίεση, απλώς εξηφανίσθησαν μέσα στα απάτητα δάση της Ρωσίας και της Σιβηρίας, ως μοναχικοί αναχωρητές ή σε κοινότητες αποκομμένες από τον πολιτισμό.

Από τις πνευματικές ομάδες αυτής της περιόδου εξεχώρισεν η φυσιοθεραπευτική «Παιδάριον» («Ντέτκα») του Πορφυρίου Κορνέγιεβιτς Ιβάνοφ (1898 –1983), ενός Ρώσου αγρότη ο οποίος στην δεκαετία του 1930 είχε μια σειρά από μυστικιστικές εμπειρίες. Η προσωπική ζωή του Ιβάνοφ υπήρξε εξόχως δυσχερής: Ο Ρώσος πνευματιστής που αυτεθεραπεύθη από τον καρκίνο με προσευχή και κρυοθεραπεία, κατέληξεν εν τέλει σε ψυχιατρικό νοσοκομείο, όπου τον εξηνάγκασαν να λαμβάνει υπερβολικές δόσεις αντιψυχωτικών φαρμάκων για να απαλλαγεί  από τις «εκστάσεις» του. Μετά εξάμηνο και αφού απέτυχαν να τον «τροποποιήσουν», αφέθη ελεύθερος! Επίστευε πως το Άγιον Πνεύμα που αγιάζει τα ύδατα κατά τα Θεοφάνεια δρα ευεργετικώς και σε όσους λούονται τότε στο ψυχρό ύδωρ.

Αρκετοί πνευματιστές της κομμουνιστικής περιόδου ησχολήθησαν με την «φυσική του σώματος»: Ο Γιαν Κοτλιάροφ, ένας πρώην μηχανικός από την Μόσχα που ησχολήθη με το «διαλογιστικό τροχάδην». Ο Ιγκόρ Τσαρκόφσκι υπεστήριζε ότι ο «υδρόβιος τοκετός» είναι πολύ σημαντικός για την ανθρώπινη ψυχολογία και συνείδηση. Το θέρος μερικές γυναίκες από την σχολή του μετέβαιναν στην Μαύρη Θάλασσα, όπου και προέβαιναν σε υποθαλάσσιο τοκετό. Ανεφέρθησαν μάλιστα και περιπτώσεις δελφινιών που ήλθαν να συνδράμουν τις μητέρες αυτές.

Υπήρξαν σχολές που ηκολούθησαν τις διδασκαλίες του Νίκολας Ραίριχ, μέσω των βιβλίων του, αφότου εκείνος είχε καταφύγει στην Δύση. Οι Ρώσοι οπαδοί του Ραίριχ περιηγούντο πολλά καλοκαίρια τα όρη Αλτάϊ της Σιβηρίας, αναζητούντες τον Belovodye, («τόπο των λευκών νερών»), όπου «ζουν οι Άγιοι του Θεού και συμβαίνουν θαύματα».

Μια άλλη σχολή αποκαλουμένη «Σύνθετον σύστημα της φυσικής αυτορυθμίσεως», εξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 από τον Βλαντίμηρ Αντόνοφ και την σύζυγό του Γκαλίνα Βάβερ. Ψυχοφυσιολόγος ο ένας και βιολόγος η άλλη, απελύθησαν από την Ακαδημία Επιστημών της Πετρουπόλεως με την κατηγορίαν της δήθεν «θρησκευτικής προπαγάνδας» και ήρχισαν να ταξιδεύουν ανά την Σοβιετική Ένωση, συγκεντρώνοντες διαφορετικές πνευματικές πρακτικές και τελετές οι οποίες επεβίωναν στον πολιτισμό των λαών. Έτσι, εκτός από την ρωσική παράδοση συνεκέντρωσαν στοιχεία για τα κρυπτόμενα τάγματα των Σούφι στις κεντροασιατικές δημοκρατίες, για τις ζωροαστρικές λατρείες στον Καύκασο, για τον Θιβετανικό και Μογγολικό βουδισμό και για την θρησκεία των Μπουριάτ – Μογγόλων της νοτιοανατολικής Σιβηρίας. Η σχολή του Αντόνοφ υπάρχει και σήμερον στην Πετρούπολη συνεχίζουσα τις έρευνες της.

Σήμερον, οπότε η πολιτική κατάσταση είναι πλέον όλως διαφορετική, οι μυστικές εσωτερικές σχολές που προϋπήρχαν, λειτουργούν πλέον ανενόχλητες. Ιδρύθησαν μάλιστα νέες σχολές διδάσκουσες πνευματικές παραδόσεις από την Ινδία, την Κίνα και την Δύση. Εντός του πολιτιστικού χάους και της υφερπούσης προσωπικής ανασφαλείας της μετακομμουνιστικής εποχής όχι μόνον ο μυστικισμός, αλλά και οι αιρέσεις εγνώρισαν πάλιν μιαν ιδιάζουσα άνθηση στη Ρωσία. Η χώρα αυτή, που αποτελούσε ιστορικώς μια μεγάλη «μήτρα» ανθρώπων με ιδιαίτερες ψυχικές ικανότητες, επλημμύρισε σήμερα από ένα πλήθος παραψυχολόγων, «διαμέσων» – μέντιουμ, μάγων, προφητών και οραματιστών. Η Ρωσία μετά την «ερυθρά έρημο» κατεδύθη σε έναν ωκεανό προλήψεων, ιδιοτρόπου πνευματισμού και ποικιλοχρώμων αιρέσεων την ιδία  στιγμή κατά την οποίαν η ορθόδοξος πνευματικότης αναγεννήθη ισχυροτέρα απ’ ό,τι προεπαναστατικώς.

Γιάννης Πετρίτης

(Φ. 220)

Advertisements

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο.png

ΜΕΡΟΣ ΜΣΤ’

Σε μιαν εκτενή σειρά άρθρων ανιχνεύσαμε πολλές συστατικές συνιστώσες της ρωσικότητος, τις εμφανείς ή αφανείς εκφάνσεις της, καθώς και τις αδρές ή λεπτοφυείς συνδέσεις της με τον Ελληνισμό, αναφερόμενοι σε σημαντικά γεγονότα, δρώμενα και πρόσωπα. Σε αυτό το πλαίσιο αποπειρώμεθα και μια ταχεία – συνοπτική τελική επισκόπηση της φερ’ ειπείν μυστικής – αποκρύφου Ρωσίας :

Η Ρωσία είναι μια χώρα με παλαιά και εξόχως πλουσία πνευματική παράδοση. Τα χρόνια τα οποία ηκολούθησαν την πτώση του αθέου σοβιετικού καθεστώτος, επέφεραν στην αναγεννηθείσα Ρωσία μια πνευματική  σύγχυση και έναν πολυσυνθετο κοσμοθεωρητικό αναβρασμό, κυρίως στον πνευματικό χώρο, όπου βεβαίως επρωτοστάτησεν η πηγαία αναγέννηση του αυθεντικού ρωσικού ορθοδόξου μυστικισμού.

Η σύγχρονη πνευματικότης της Ρωσίας έχει κυρίως δύο συστατικές συνιστώσες, φαινομενικώς και επιπολαίως αντίθετες. Η πρώτη είναι ο αρχαίος ρωσικός παγανισμός με μαγικοθρησκευτικές πρακτικές και θεραπευτικές τεχνικές, ενώ η δευτέρα, ο Χριστιανικός Ορθόδοξος μυστικισμός. Ο αρχέγονος ρωσικός παγανισμός, που επεκράτησε στις περιοχές της σημερινής ευρωπαϊκής Ρωσίας από τους πρώτους αιώνες μ. Χ., ήταν εντόνως πανθεϊστικός : γη, δένδρα, βράχοι και ποταμοί, ελατρεύοντο ως αυτεξούσιες, ζώσες διακεκριμένες θεότητες. Ιδίως έντονος υπήρξεν ο βαθύς σεβασμός και η εμπαθής λατρεία της «Μάνας Γης», της «μανούλας» («μάμουτσκα») Ρωσίας, που  διαπερνά όλα τα ρωσικά λαϊκά παραμύθια, ενώ δεν λείπουν και οι ιστορίες για σκοτεινούς ή θεουργούς μάγους και για «ιερά δένδρα». Κατά την προχριστιανική περίοδο κάθε φατριά και φάρα είχε τον μάγο και τον θεραπευτή της, οι οποίοι  με βότανα, εξορκισμούς και ιερουργίες  απέτρεπαν τα «κακά πνεύματα», (οι μάγοι των Ρώσων και εν γένει των Σλάβων ημπορούν να παραλληλιστούν κατά το πλείστον με τους σαμάνους της Σιβηρίας, όπως  και με τους Δρυίδες των Κελτών).

Στον 10ον αιώνα οι Ρώσοι επροσηλυτίσθησαν στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό, αλλά βεβαίως η παγανιστική παράδοση επεβίωσε, κυρίως, στα πολυάριθμα λαϊκά στρώματα. Επί εννέα περίπου αιώνες οι Ρώσοι συνεόρταζαν τις χριστιανικές και τις παγανιστικές εορτές, ενώ διακοσμούσαν τα σπίτια τους τόσον με χριστιανικές εικόνες όσον και με μοτίβα παγανιστικής τέχνης.

Οι εσωτερικές πρακτικές της σλαβικής μαγείας επιβιώνουν έως τις ημέρες μας στηn Ρωσία, χάρη στην προφορική παράδοση, η οποία μετέφερε από στόμα σε στόμα τις «απαγορευμένες» παγανιστικές γνώσεις. Ειδικότερον στη σημερινή μετακομμουνιστική εποχή, με την επελθούσα παρακμή του συστήματος υγείας και με την ολοέν και αυξανομένη απογοήτευση του κόσμου από την δαπανηρά συμβατική ιατρική, οι παραδοσιακοί θεραπευτές – «μάγοι», αποκτούν και πάλιν αίγλη, αλλά και …. πελατεία. Παρά το ότι οι περισσότεροι Ρώσοι παραδοσιακοί – εναλλακτικοί θεραπευτές χρησιμοποιούν συνήθως προσευχές και βοτανοθεραπεία, υπάρχουν και ορισμένοι που κατέχουν ιδιαίτερες τεχνικές χρήσεως των τελλουρικών ενεργειών, των δασικών και των ποταμίων ενεργειών (όπως επί παραδείγματι συμβαίνει με την αντικαταθλιπτική θεραπεία που εφαρμόζεται με την ενέργεια της «αόκνου σιωπηράς συνειδήσεως» των δρυών) με σκοπόν την θεραπεία των νοσημάτων αλλά και την ψυχοπνευματική φώτιση, με την Θεία ευλογία, όπως προχριστιανικώς με την θέληση του ουρανίου θεού Περούν.

Η ετέρα πηγή της ρωσικής πνευματικότητος είναι, όπως προανεφέρθη, ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός. Τέσσαρες αιώνες μετά την προσχώρηση των Ρώσων στην Ορθοδοξία, το κίνημα του Ησυχασμού, που ενεφανίσθη στο Άγιον Όρος τον 14ον αιώνα, ήρχισε να επηρεάζει εσωτερικώς τους Ρώσους μοναχούς. Ο Ησυχασμός, καταγόμενος από την πλουσία παράδοση των ερημιτών ασκητών στην Αίγυπτο κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, (Άγιος Μακάριος ο Μέγας, Άγιος Ευάγριος ο Μοναχικός), τροποποιηθείς από άλλους Έλληνες μοναχούς του Αγίου Όρους, κατέστη ένα απαρτιωμένο φιλοσοφικό σύστημα εσωτερικής τελειώσεως και φωτίσεως. Ο Ησυχασμός, τον οποίον αρκετοί Δυτικοί αποκαλούν «ορθόδοξο γιόγκα», είναι μεταξύ άλλων και μια «ψυχοσωματική μέθοδος» νοεράς προσευχής με σκοπό την φώτιση, την «θεοπτία» και την ένωση με τον Θεό. Εγοήτευσεν εξ αρχής του Ρώσους μοναχούς, οι οποίοι επιδιώκοντες την «ησυχία», απεμονώθησαν σε δάση και σπήλαια, ώστε να χαράξουν την ατομική τους οδό συζεύξεως – συνεώσεως με το θείον. Λίαν συντόμως ο μοναστικός Ησυχασμός κατέστη αναπόσπαστον μέρος της ρωσικής ψυχής.

Τον 18ον αιώνα Έλληνες μοναχοί του Αγίου Όρους εδημοσίευσαν μια μοναδική συλλογή κειμένων, οι συγγραφείς των οποίων ήσαν μεγάλοι πνευματικοί δάσκαλοι της Ορθοδοξίας, οι οποίοι έζησαν από τον 4ο έως τον 14ο μ.Χ. αιώνα. Η συλλογή αυτή, γνωστή με το όνομα «Φιλοκαλία», επέφερε μιαν πραγματική αναγέννηση στον ορθόδοξο μοναχικό εσωτερισμό. Η Φιλοκαλία, όπως και ένα ανώνυμο κείμενο του 14ου αιώνα, τιτλοφορούμενο «Οι περιπέτειες ενός  Προσκυνητού», (το βιβλίο τούτο, εγράφη πρωτοτύπως  στην ρωσική γλώσσα περί το έτος 1853. Το πρωτότυπον του έργου τούτου  ευρέθη στο Άγιον Όρος το έτος 1884, οπότε και ετυπώθη στην πόλη Καζάν) επηρέασαν σημαντικότατα την ορθόδοξο ρωσική πνευματική παράδοση. Αμφότερα καθοδηγούν για την διενέργεια της «προσευχής της καρδίας».

Οι γνωστότεροι Ρώσοι Ησυχαστές που απεμονώθησαν στα δάση, ήσαν οι θαυματουργοί Σέργιος του Ράντονεζ (14ος αιών) και Σεραφείμ του Σαρόφ (19ος αιών). Ο ελληνοχριστιανικός εσωτερισμός διεπότισε την ρωσική θεολογία και την εν γένει θρησκευτική ζωή. Η Ρωσία συνηθισμένη στους ερημίτες των δασών, απεδέχθη επίσης και τους καλουμένους  «εν Χριστώ σαλούς» («τρελούς») Αγίους, που κατείχοντο από την «ιερά σαλότητα».

Όμως και η ρωσική λογοτεχνία και η φιλοσοφία είναι βαθύτατα επηρεασμένες από τον χριστιανικό εσωτερισμό και μυστικισμό, όπως καταφαίνεται στα έργα των Λεβ Νικολάγεβιτς Τολστόϊ και Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι. Οι πρωταγωνιστές Άγιοι των διηγημάτων των δύο αυτών τιτάνων της ρωσικής λογοτεχνίας [μοναχός Πλάτων Καρτάγεφ στο «Πόλεμος και Ειρήνη» και άγιος – στάρετς Ζωσιμάς στο «Αδελφοί Καραμαζώφ»] «πάσχουν βαθέως» από την ασίγαστο φλογερά αναζήτηση της Αληθείας της Ζωής, που είναι η αλήθεια του Θεού. Κατά την έκπτυξη αυτής της αναζητήσεως υποφέρουν τα πάνδεινα, αλλά τελικώς ευρίσκουν την Αγάπη και το Φως.

Επιπλέον υπάρχει ένα πελώριον απάνθισμα αυθεντικών θρησκευτικών φιλοσόφων του 19ου και των αρχών του 20ου  αιώνος, όπως είναι ο Βλαντίμηρ Σεργκέγεβιτς Σολoβιόφ, ο Νικολάϊ Αλεξάντροβιτς Μπερντιάγιεφ και ο Πάβελ Αλεξάντροβιτς Φλορένσκι, οι οποίοι συνεδύασαν την παραδοσιακή ορθόδοξo ηθική με τις δυτικές ιδεαλιστικές ανθρωπιστικές ιδέες και ανέπτυξαν την καλουμένη «μεταφυσική της Αγάπης». Αυτοί εμελέτησαν βαθέως το έργον του Πλάτωνος, του Αριστοτέλους, του Θωμά Ακινάτη, του Καντ και του Χέγκελ μέσω του πρίσματος της Ορθοδοξίας. Τέλος, σπουδαίοι ποιητές όπως οι  Ντμίτρι Σεργκέγεβιτς Μερεζκόβσκι, Αντρέϊ Μπέλιι (Μπόρις Νικολάγεβιτς Μπουγκάεφ), Αλεξάντρ Αλεξάντροβιτς Μπλοκ και Μαξιμίλιαν Αλεξάντροβιτς Κιριλένκο – Βολόσιν, κατέλειπαν εξαίρετα θεόπνευστα ποιήματα, όπου σε κάθε στίχο  ακτινοβολεί  η χάρη του Θεού.

Γιάννης Πετρίτης

(Φ. 219)

 

 

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο.png

ΜΕΡΟΣ ΜΕ’

O Ρώσος Άγιος Σιλουανός συγκατεριθμήθη στην χορείαν των Αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας το 1987 [«Διό και θεσπίζομεν συνοδικώς και διοριζόμεθα και εν Αγίω διακελευόμεθα Πνεύματι, όπως από του νύν και εις το εξής εις αιώνα τον άπαντα ο Γέρων Σιλουανός ο Αγιορείτης συναριθμήται τοίς οσίοις και αγίοις της Εκκλησίας ανδράσιν, ετησίοις ιεροτελεστίαις και αγιστείαις τιμώμενος και ύμνοις εγκωμίων γεραιρόμενος τη κδ’ Σεπτεμβρίου, εν η μακαρίως προς τον Κύριον εξεδήμησεν»]. 30 έτη μετά  την Αγίωσή του παραθέτουμε στοιχεία περί του βίου και της διδασκαλίας του σπουδαίου αυτού Ρώσου.

Ο Σιλουανός ο Αθωνίτης είναι μία εκ των μεγαλυτέρων συγχρόνων φυσιογνωμιών του αγιορειτικού και γενικότερον του ορθοδόξου μοναχισμού.  Εγεννήθη το 1866 στην Ρωσία από γονείς ευσεβείς, ευλαβείς και πιστούς. Ενδεικτικώς ο Άγιος Σιλουανός έλεγε για τον πατέρα του: «Εγώ εις το μέτρον του πατρός μου δεν έφθασα. Εκείνος ήτο εντελώς αγράμματος και το “Πάτερ ημών” εισέτι απήγγελλεν εσφαλμένως -έμαθεν αυτό έξ ακοής εν τω ναώ-, αλλ’ ήτο πράος και σοφός άνθρωπος».

Μετά από ποικίλες συμπεριφορικές μεταπτώσεις των πρώτων νεανικών χρόνων, ένα αποκαλυπτικόν όραμα της Υπεραγίας Θεοτόκου τον οδήγησε να μετανοήσει βαθέως και να ποθήσει την «ισάγγελο» μοναχική πολιτεία. Τα νεανικά χρόνια του εχαρακτηρίζοντο από την συνήθη τότε αμαρτωλότητα και χαλαρά πνευματική ζωή : φρενήρεις διασκεδάσεις, ακόρεστο μέθη, χορούς και ασωτίες. Αίφνης ήκουσε εν ύπνω μια φωνή λέγουσα: «Εις Εμέ δεν είναι αρεστόν να βλέπω τα έργα σου». Ήταν η φωνή της Υπεραγίας Θεοτόκου όπως διεκήρυττεν ο Άγιος Σιλουανός και του απεκαλύφθη για να τον επαναφέρει στον δρόμο του Κυρίου.

Όταν έφθασε 27 ετών, έλαβε τις ευχές του Αγίου – «στάρετς»- Ιωάννου της Κροστάνδης, από τους γνωστοτέρους αγίους Πνευματικούς, συγχρόνου του Σιλουανού και πνευματικού τέκνου του ορθοδόξου ησυχασμού. Το 1892 ο Σιλουανός ήλθεν στο Άγιον Όρος, στην Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, όπου και εγκατεβίωσε. Μικρόσχημος μοναχός έγινε  το 1896 και μεγαλόσχημος το 1911. Στην πολυάνθρωπο Μονή Αγίου Παντελεήμονος ο Άγιος Σιλουανος διεκόνησε επί δεκαετίες ελπίζων ότι θα ημπορούσε να κρύψει την αρετήν του. Όμως ο Κύριος την εφανέρωσε προς ωφέλειαν πολλών. Η ζωή του ως μοναχού υπήρξεν αυστηροτάτη και εξόχως κοπιώδης, κυριολεκτικώς διαποτισμένη από διαρκή «μνήμην Θεού», εξεχώριζεν δε για την συνέπεια και την ακρίβειά του, τόσον στους πνευματικούς αγώνες όσον και στις μοναστηριακές διακονίες. Δυο ώρες ύπνος το εικοσιτετράωρο, του ήσαν αρκετές παρά τον κόπον της ημέρας. Επολέμησε και κατενίκησε τον ύπνο.Υπομονετικός και μακρόθυμος, πράος και άκακος, ταπεινός και πάντοτε υπάκουος ο Σιλουανός, εκέρδισε την αγάπη και την εκτίμηση των συμμοναστών του.

Έχων παραδώσει τον εαυτό του ολοκληρωτικώς στο Θεό, λίαν συντόμως αξιώθηκε λαβών το δώρον της «ακαταπαύστου ευχής» από την Κυρία μας Θεοτόκο, επίσης δε αξιώθηκε από τον Θεόν πολλών θεοφανειών-θεωριών και χαρισμάτων. Μιαν ημέρα μεταβαίνων για τον εσπερινό στον ναό του Προφήτου Ηλιού στον Μύλον, στα δεξιά της Αγίας Πύλης όπου η εικών του Χριστού, Τον είδε Ζώντα. Κατά την στιγμήν της εμφανείας του Θεού, όλη η ύπαρξη του Αγίου επληροφορήθη ότι αφέθησαν οι αμαρτίες του.

Η θεοφάνεια εκείνη υπήρξεν ο σημαντικότερος σταθμός της ζωής του. Έκτοτε η οξεία πνευματική αίσθησή του κατέστη έτι οξυτέρα. Ησθάνετο αφόρητον πόνο για την αμαρτία. Ελυπάτο και έκλαιγε για τις  ευρισκόμενες μακράν της αληθείας ψυχές. Προσηύχετο αδιαλείπτως για όλον τον κόσμο. Αγαπούσε απεριορίστως τους ανθρώπους και τον Θεόν. Μολονότι ολιγογράμματος, απέκτησε εξαίρετον σοφία και πείρα, με τον πνευματικόν του αγώνα και τις μελέτες του. Η επικοινωνία μαζί του υπήρξεν αληθής πηγή χαράς. Η παρουσία του εχάριζε ειρήνη και ανάπαυση στους ανθρώπους.

Κάποτε, σε ερώτησή του προς τον Χριστόν τι το πρακτέον ώστε να ταπεινωθεί, ήκουσε τον Χριστόν ομιλούντα στην καρδία του να τον πληροφορεί ότι πρέπει να «κρατεί τον νουν του στον Άδη και να μην απελπίζεται».

Γενικώς, όλη του η μοναχική ζωή υπήρξεν ένας διαρκής αγών διατηρήσεως της αδιαλείπτου προσευχής και αλυπίας του Κυρίου μας Χριστού. Το τέλoς του ήταν γαλήνιο και σιωπηλό, όπως η μοναχική του βιοτή.Ο Άγιος Σιλουανός κατέλειπε γραφές και διδασκαλία πλήρεις χάριτος και Πνεύματος Αγίου, βιώσας οσιακώς επί 46 έτη στην μονή όπου εκοιμήθη το 1938.

Η διδασκαλία του, είναι βαθέως βιωματική και αναφέρεται σε ιδιαιτέρως καίρια ζητήματα της πνευματικής ζωής : Προσευχή, θεία χάρη, δοκιμασίες, ταπείνωση, ειρήνη, ελευθερία, μετάνοια, αγάπη, υπακοή και θεογνωσία.

Ακολούθως παρατίθεται ενδεικτικώς μία  σύντομη διδασκαλία του Αγίου Σιλουανού περί του Ακτίστου Φωτός και της θεωρίας του, μέσα από τα γραπτά του κείμενα. Ο Θεός αναφέρει ο Άγιος εμφανίζεται πάντοτε στο φως και ως φως. Είναι η καινο-διαθητική μαρτυρία όπου ο Κύριος ονομάζει τον εαυτόν Του Φως : «Εγώ είμι το Φως του κόσμου» και αυτό ψάλλει η Εκκλησία μας : «εν τω φωτί σου οψόμεθα Φως».

«Το άκτιστον Φως είναι η προς τη φύση του θείου ενέργεια κατά τρόπον τελείως διαφορετικόν από το φυσικόν φως. Κατά τη θέα του επικρατεί προπαντός η αίσθηση του ζώντος Θεού, που απορροφά ολόκληρον τον άνθρωπο». Εδώ συναντάται ακριβώς η Παλαμική θεωρία περί ακτίστου φωτός ως θείας ενεργείας που ζωοποιεί και θεοποιεί τον άνθρωπο. Έχουμε σαφή διάκριση θείας ουσίας και θείας ενεργείας.

Η όραση αυτή του Θεού είναι η θεωρία Του, είναι η θέωση.

Ο άνθρωπος βλέπει τον Θεό, όταν φθάσει σε μέτρα πνευματικά.

Η θέωση αυτή είναι η «κατά Θεόν κοινωνία και μέθεξη» στις θείες Του ενέργειες.

Ο Άγιος Σιλουανός γνωρίζει καλώς από την εμπειρία όπως και όλοι οι Άγιοι, ότι η θεωρία είναι ακριβώς η «θέα του Θεού». Για να φθάσει κανείς σε αυτήν δεν υπάρχει άλλος δρόμος εκτός από την άσκηση. Η διανόηση, όπως επίστευεν ο Βαρλαάμ απορρίπτεται όσον αφορά τον δρόμο προς την θέωση. Ο Θεός δεν είναι διανόηση, είναι Ζωή, είναι εμπειρία είναι μέθεξη.

Ο Άγιος Σιλουανός γράφει ότι: «Αν όλοι οι άνθρωποι μετανοούσαν και τηρούσαν τις εντολές του Θεού, ο παράδεισος θα ήταν στη γή. Ο Κύριος δίδει παράδεισο και την αιώνια Βασιλεία μαζί Του, σέ όποιον μετανοεί».

Στη συνέχεια της διδασκαλίας του περί «ακτίστου φωτός και θεωρίας αυτού», ο Αγιος Σιλουανός τονίζει ότι «όταν ο Θεός εμφανίζεται σε μέγα φως τότε ο άνθρωπος δεν αμφιβάλλει καθόλου ότι αυτός που εφανερώθη είναι ο Χριστός». Για πλήρη εμπιστοσύνη όμως ο Άγιος συμβουλεύει ότι η καταφυγή στους Αγίους Πατέρες και σε ανθρώπους που αξιώθηκαν αυτής της θέας είναι το ασφαλέστατο μέσον. Γράφει επίσης «Κατά την ώρα της προσευχής το πνεύμα του ανθρώπου εξέρχεται από τις εικόνες του κόσμου και εισέρχεται στην σφαίρα του ατέλειωτου φωτός, γιατί μια τέτοια όραση παρέχει μεγαλύτερη γνώση για τα μυστήρια του μέλλοντος. Ο θεούμενος όταν αρπαγεί τότε γνωρίζει τον Θεό και αποκτά τη γνώση για τα μυστήρια. Ανοίγει τα πνευματικά του μάτια και καταλαμβαίνει τους λόγους των όντων, τα κεκρυμμένα μυστήρια».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 218)

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο.png

ΜΕΡΟΣ ΜΔ’

Ηδυτική ψυχολογία (προφανώς και η φροϋδική ψυχανάλυση και οι μεταφροϋδικές σχολές), όπως και η εν γένει ανθρωπολογία του Ιουδαϊσμού διαφέρουν ριζικώς από την ανθρωπολογία της Καινής Διαθήκης, όπως βεβαίως και από την Ησυχαστική ψυχοθεραπεία. Η ανθρωπολογία της Καινής Διαθήκης και η Ησυχαστική ψυχοθεραπεία κείνται στερρώς θεμελιωμένες επί της υπερβατικής αγάπης, εδράζονται στην Αγάπη, η οποία είναι ο τρόπος υπάρξεως του ιδίου του Θεού και όχι ένα απλό συναίσθημα. Γι’ αυτό, στο πλαίσιον της Καινής Διαθήκης και της Ησυχαστικής ψυχοθεραπείας, οι κανονιστικές, «νομικές» διακρίσεις : λατρεία/μη λατρεία, ενικός/πληθυντικός, κλοπή/μη κλοπή, φόνος/μη φόνος, πειρασμός/μη πειρασμός, ουδέν έχουν πλέον νόημα. Στο επίπεδον της χριστιανικής αγιότητος, όλα τα μέσα εκφράζονται με τρόπο θετικό. Σε αυτό το επίπεδον υπάρξεως ο νέος άνθρωπος δεν χρειάζεται κανόνες, εφόσον ο τρόπος υπάρξεώς του είναι η Αγάπη και ευρίσκεται στην Ειρήνη του Χριστού, (όχι βεβαίως στην οποιανδήποτε «ειρήνη»). Καθότι όπως είπεν ο Κύριός μας Χριστός: «ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν» (Κατά Ιωάννην, 14:27).

Σε αυτό το το επίπεδον υπάρξεως, δεν ισχύει απλώς το «ου φονεύσεις». Ο αληθινός Χριστιανός άγιος θα εγελούσε έναντι μιας τέτοιας κατηγορηματικής προσταγής, διότι, αυτός έχει ήδη υπερβεί την δυαδικότητα, το σύνορο μεταξύ του «εαυτού» και του «μη – εαυτού» έχει καταλυθεί γιά αυτόν, όπως θαυμασίως επεξήγησεν ο Πρωθιερέας Καθηγητής Γεώργιος Βασίλιεβιτς Φλορόφσκι. Εξ ου και ημπορεί επιπλέον να θέλει αφόβως να υποστεί μαρτύρια και εν τέλει θάνατο. Η αληθής χριστιανική ζωή ουδεμίαν έχει σχέση με τον αυστηρότατον απαγορευτικό νομικισμό των Ιουδαίων και τις υπερεγωτικές προσταγές της ψυχαναλυτικής θεωρίας.

Το χριστιανικόν βάπτισμα έχει υπερβεί άπαξ και δια παντός τον εμμονικό νομικισμό των Ιουδαίων όπως και τις  ποικίλες υπερεγωτικές προσταγές της ψυχαναλυτικής θεωρίας : «Ο Χριστός μας εξηγόρασεν από την κατάρα του νόμου» (Προς Γαλάτας, 3:13). Στο επίπεδον της χριστιανικής αγιότητος, υπάρχει μόνον η πραγμάτωση της θείας χάριτος. Εξ ου και ο Χριστιανός οφείλει να πορεύεται «αξίως της κλήσεως με την οποία προσεκλήθη» (Προς Εφεσίους, 4:1), «μέχρις ότου μορφωθεί εντός του ο Χριστός» (Προς Γαλάτας, 4:19).

Επιπλέον, ο Ησυχασμός αναγνωρίζει ότι υφίστανται «πάθη μακάρια» (άρα η νέκρωση του παθητικού δεν είναι ζητούμενο της Ησυχαστικής προσευχής), όπως και συνέργειες της ψυχής και του σώματος οι οποίες ανέλκουν την σάρκα προς το πνεύμα (και άρα ζητούμενον της Ησυχαστικής προσευχής δεν είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα). Το πάθος, όπως και η λέξη μαρτυρεί, προέρχεται από το πάσχω και δείχνει την ασθένεια την εσωτερική. Κατά τον Φιλόθεον Σιναΐτη, «πάθος δε κυρίως λέγουσι το χρόνω μακρώ εμπαθώς τη ψυχή εμφωλεύον» («Φιλοκαλία Β’», σελίς 285, λε’). Οι Πατέρες εξηγούν την διαφοράν μεταξύ του πάθους και της αμαρτίας : Πάθος είναι «το επί ψυχήν κινούμενον», ενώ πράξη εφάρματος είναι «η επί το σώμα θεωρουμένη»   («Φιλοκαλία Γ’», σελίς 282, λζ’)

Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς τονίζει ότι, η θεία χάρη απλώνεται στο σώμα μέσω της ψυχής, τα δε χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος προς τον άνθρωπον ενεργούνται δια του σώματος. Προς τούτο, σύμφωνα με τον Παλαμά, δεν πρέπει να κατανοούμε την απάθειαν ως νέκρωση του ίδιου του παθητικού της ψυχής, όπως διδάσκει ο σοφός, όμως λατινόφρων Βαρλαάμ, αλλά να την κατανοούμε ως  μετάθεση του παθητικού «από τα χείρονα επί τα κρείττω».

Άλλωστε, με το παθητικόν αγαπάμε, άρα, δίχως παθητικόν, δεν ημπορούμε να τηρήσουμε τον νέο «Νόμον του Χριστού», δηλαδή την Αγάπη. Η Ησυχαστική απάθεια, λοιπόν, ουδεμίαν  αποτελεί νέκρωση ούτε προσπάθεια νεκρώσεως του παθητικού της ψυχής, αλλά σημαίνει ότι το παθητικόν είναι συνεχώς εστραμμένο προς το αγαθόν, δηλαδή ο Ησυχαστής αγωνίζεται αδιαλείπτως να διατηρήσει το παθητικόν της ψυχής του «εστραμμένο προς το αγαθόν». Συνεπώς, όταν ο νους ευρίσκεται στην σαρκική καρδία, ημπορεί να την χρησιμοποιεί, μέσω δε αυτής συνεργεί οδηγητικώς με το σώμα.

Συμφώνως προς τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ο νους συσκοτίζεται όταν καταλαμβάνεται από το περιεχόμενον του λόγου, περιεχόμενον δε του λόγου είναι οι σκέψεις οι οποίες προκαλούνται από το θέλημα της σαρκός, η φαντασία των αισθήσεων όπως και κάθε υποκειμενική αξιολογία. Ο Ησυχαστής Άγιος Ηλίας ο Πρεσβύτερος και ‘Εκδικος γράφει  περί της σχέσεως του νου με την αίσθηση και τον λογισμό στα Γνωστικά Κεφάλαιά του: «Οι λογισμοί δεν προέρχονται ούτε από το άλογον μέρος της ψυχής (διότι δεν υπάρχουν λογισμοί στα άλογα όντα), ούτε από το νοερόν [διότι ούτε στους Αγγέλους υπάρχουν (που είναι νοερά όντα)]. Είναι γέννημα της λογικής της και χρησιμοποιούν ως κλίμακα την φαντασία. Ανεβαίνουν δηλαδή στον νου από την αίσθηση και του μεταφέρουν τα σχετικά με αυτήν, κατέρχονται δε από τον νου στην αίσθηση, υποβάλλοντες τα σχετικά με τον νου σε αυτήν». Και συνεχίζει ο Άγιος Ηλίας ο Έκδικος στα πρακτικά και θεωρητικά κεφάλαιά του: «Αρχή της πρακτικής είναι η εγκράτεια και η αλήθεια. Μεσότης, η σωφροσύνη και η ταπεινοφροσύνη. Τέλος της, η ειρήνη των λογισμών και ο αγιασμός του σώματος. Πράξη είναι όχι μόνον το να ημπορεί κανείς να πράττει απλώς τα καλά, αλλά να τα πράττει και όπως πρέπει. Δηλαδή αυτός που πράττει, να έχει υπόψη για τις πράξεις του τον καιρό και το μέτρο τους. Θεωρία δεν είναι μόνον να θεωρεί κανείς με τον νου του πώς είναι τα όντα, αλλά και τους λόγους τους, δηλαδή σε τι αποβλέπουν.

Ούτε πράξη ασφαλής υπάρχει χωρίς θεωρία, ούτε αληθινή θεωρία χωρίς πράξη. Πρέπει και η πράξη να είναι έλλογη και η θεωρία έμπρακτη. Να θεωρείς τους ευσεβείς λογισμούς ως κωπηλάτες του νοητού πλοίου. Ως κώπες, τις ζωτικές δυνάμεις της ψυχής, δηλαδή τον θυμό, την επιθυμία, την βούληση και την προαίρεση. Αυτές τις χρειάζεται πάντοτε ο πρακτικός, όχι όμως και ο θεωρητικός. Γιατί ο θεωρητικός, στον καιρόν της προσευχής, αφού τα αποχαιρετήσει όλα, κάθεται ο ίδιος στο τιμόνι της διακρίσεως και αγρυπνεί όλη τη νύχτα της θεωρίας, προσφέρων δοξολογίες σε Εκείνον ο οποίος συγκρατεί τα πάντα. Και ενίοτε αναλαμβάνει κάποιο ερωτικό τραγούδι και το ψάλλει στην ψυχή του.Ο θεωρητικός, επειδή έχει την φύση σύμφωνο προς την προαίρεσή του, πλέει δίχως κόπο, ωσάν να τον βοηθεί κάποιο ρεύμα. Ο πρακτικός, επειδή ευρίσκει την διάθεση αντίθετο προς την προαίρεσή του, αντιμετωπίζει μεγάλη τρικυμία λογισμών και από την σφοδρότητά τους κινδυνεύει ακόμη και να έλθει σε απόγνωση».

Συνεπώς προς όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι, η ψυχή νοσεί όταν ο (κατ’ εικόναν του Αγίου Πνεύματος) νους υποταγεί στον λόγο, οπότε έτσι η ψυχή απολλύει  την «κοινωνία» (την σχέση μεθέξεως) με τον Θεόν. Όταν ο νους δεν ακολουθεί την Ησυχαστική πορεία, αλλά συγχέεται με την αίσθηση, τότε, αντί να είναι μονίμως εστραμμένος προς το έσχατο νόημα των όντων – δηλαδή προς τον «πνευματικόν λόγο» των όντων – αναφερόμενος στα νοητά, εμπλέκεται στις εξωτερικές μορφές των όντων – δηλαδή στους «χρηστικούς λόγους» των όντων – προς τους οποίους και επινοεί σχέσεις χρησιμοθηρικής εκμεταλλεύσεως.

Δηλαδή, όταν ο νους συγχέεται με την αίσθηση, εγκαταλείπει την μεθεξιοκρατική νόηση του «Υπερλόγου Αγαθού» και περιορίζεται στην έλλογο (ήτοι στην «συλλογιστική») γνώση. Η έλλογος γνώση προκύπτει από την λογική παραγωγή του ιδεατού «ομοιώματος» των όντων (δια της αφαιρετικής σκέψεως), μέσω του οποίου ημπορούμε να προσδιορίσουμε λογικώς την ουσία των όντων (δηλαδή την αμετάβλητο συστατική πραγματικότητά τους).

Αντιθέτως, στην μέθεξη του υπερλόγου, ο νους δεν παράγει τα νοήματα, αλλά τα διακρίνει και παραπέμπει τις πράξεις και τα όντα σε μιαν υπαρξιακή προοπτική (του αγαθού ή του κακού), εν τέλει δε μέσω αυτής της διακρίσεως, ανυψώνεται μεθεκτικώς στην δημιουργική Αιτία, η οποία και ενώνει τα πάντα ως «τέλος των πάντων» (εσχατολογικός προορισμός).

Αυτό είναι το μεταφυσικόν υπόβαθρο της Ησυχαστικής «Κοινωνίας», συνεπώς δε και της Ησυχαστικής ψυχοθεραπείας. Αντιθέτως, η έλλογος γνώση που δεν ημπορεί να εξασφαλίσει την κοινωνικήν ενότητα, επειδή εδράζεται στην διαστολή μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου, παραλλήλως δε υπονομεύει την πίστη της νοήσεως και ενισχύει την λογιστικήν της διανοίας. Οπότε εν τέλει αδυνατεί να  οδηγήσει σε πλήρη, αρτία και οριστική «θεραπεία ψυχής».

Τουναντίον η θεραπευτική διαδικασία στον χώρον της Εκκλησίας είναι επιστήμη διενεργουμένη διά του «Μυστηρίου της Μετανοίας», το οποίον συντελεί στην εσωτερική κάθαρση και στην  τελείωση του ανθρώπου.  Προφανώς η Ορθόδοξη Παράδοση έχει κρίσιμο σημασία, καθώς πράγματι ημπορεί με την πολύτροπον «εν αγάπη κοινωνίαν Θεού» να ελευθερώσει τον άνθρωπο και να τον θεραπεύσει από το συνθλιπτικόν άγχος και την παντοειδή νοσογόνο ανασφάλεια, που προέρχονται από την υλιστική φόρτιση, αποδόμηση, στρέβλωση και εν τέλει από την απεξάρθρωση της ψυχής.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 217)

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο.png

ΜΕΡΟΣ ΜΓ’

Στα προηγούμενα άρθρα της προκειμένης σειράς επεσημάνθη συχνάκις ότι, κατά την Ησυχαστική κοσμοαντίληψη και ανθρωπολογία η ανθρωπίνη ψυχή είναι πρωτίστως «ενέργεια κοινωνίας», συνενούσα τους ανθρώπους -δια της προσωπικής μετοχής εκάστου στις θείες ενέργειες- στο ένθεον όραμα μιας καθολικής αληθείας. Η ψυχή στον ησυχαστικόν πυρήνα της Ορθοδοξίας  δεν ταυτίζεται με την ατομική συνείδηση και έτσι διασώζεται η δυνητική της  κοινωνία με την καθολική αλήθεια. Τουναντίον κατά την υλόφρονα, διεθνώς κρατούσα αντίληψη της συλλήβδην «σύγχρονης ψυχολογίας», η ψυχή συνταυτίζεται εν όλω ή εν μέρει με την συνείδηση, εντασσομένη δε στην περιβάλλουσα ανθρωπίνη κοινωνία, συσσωρεύει «απωθημένα», απωθημένες ορμές, θεωρούμενες όμως ως βασικές προϋποθέσεις της ανθρωπίνης επιβιώσεως και … αναπτύξεως.

Ενδεικτικώς η υπερβολή της σφαλεράς αθέου περί ψυχής αντιλήψεως  καταφαίνεται όπως επισημαίνει εμφατικώς ο Σίγκμουντ Φρόϋντ στο βιβλίο του «Ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας» (Εκδόσεις Επίκουρος, 1994, σελ. 56), «… η μετουσίωση των ορμών είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό γνώρισμα της πολιτισμικής εξέλιξης, γιατί έχει ως συνέπεια ανώτερες ψυχικές δραστηριότητες, επιστημονικές, καλλιτεχνικές, ιδεολογικές, να παίζουν έναν τόσο σημαντικό ρόλο στην πολιτισμική ζωή».

Όσον περισσότερον συρρικνούται ο κοινωνικός χαρακτήρ της ατομικής ψυχής, τόσον περισσότερον τραυματική αποβαίνει για την ανθρωπίνη ψυχή η ύπαρξή της εντός της κοινωνίας, δηλαδή τόσον εντονότερον βιώνεται ο πολιτισμός ως πηγή δυστυχίας για την ατομική ψυχή, καθώς, όπως υποστηρίζει ο Φρόϋντ (ως ανωτέρω, σελ. 43), «ο άνθρωπος γίνεται νευρωσικός επειδή δεν μπορεί να υποφέρει τον βαθμό της στέρησης που του επιβάλλει η κοινωνία για χάρη των πολιτισμικών της ιδανικών».

Ουσιαστικώς λοιπόν, η νεωτερικότης σηματοδοτεί την ανάπτυξη μιας παρασκηνιακής και, τρόπον τινά, «παρανόμου», «εξεγερμένης» και παρασκηνιακής ψυχής, η οποία ευρίσκεται σε συνεχή αντιπαράθεση και σύγκρουση με την εμφανή, «προσκηνιακή» και πολιτισμικώς «νομιμοποιημένη» ψυχή. Εξ ου και η Δύση υπολαμβάνει τον άνθρωπον ως καταναγκαστικώς «διχασμένη ψυχή» που χαρακτηρίζεται από έναν πολιτισμό νευρώσεως και ενοχών, πλήρη αυτοϋπονομεύσεως.

Ο σπουδαίος Ελβετός ιατρός, ψυχολόγος και ψυχαναλυτής Καρλ Γκούσταβ Γιούνγκ (1875-1961), στο σύγγραμμά του «Die Beziehungen der Psychotherapie zur Seelsorge» («Οι σχέσεις της ψυχοθεραπέίας  στην ποιμαντική φροντίδα», Ζυρίχη, 1932), αποφαίνεται προδήλως και σαφώς ότι «…η νεύρωση είναι σε τελευταία ανάλυση ένας διχασμός της προσωπικότητος».

Επίσης, ο Αυστριακός ψυχαναλυτής, Κόμης Ιγκόρ Καρούζο (Igor Alexander Caruso, 1914-1981), στο βιβλίον του «Bios, Psyche, Person – Eine Einfόhrung in die allgemeine Tiefenpsychologie» («Βίος-Ψυχή- Πρόσωπον. Μία εισαγωγή στην γενική ψυχολογία του βάθους», Εκδόσεις Karl Alber, Freiburg 1957), επισημαίνει ότι ο νευρωσικός κατατρύχεται από ένα αίσθημα ενοχής, την οποίαν αρνείται πεισματικώς να αποδεχθεί, οπότε την απωθεί στο ασυνείδητο και επιβάλλει στον εαυτόν του «ποινή» για μιαν άλλη ενοχή την οποία χρησιμοποιεί ως «εξιλαστήριον θύμα» της πρώτης. Κατ’ αποτέλεσμα, συμφώνως προς τον Καρούζο, από την προσπάθεια του νευρωσικού, δημιουργείται μια συλλήβδην νευρωσική νοοτροπία, δηλαδή ο νευρωσικός πιστεύει ότι η νεύρωση είναι «ένα είδος μαγικού μέσου για να παρακάμψει την εντολή». Με άλλα λόγια, συνεχίζει ο διεισδυτικός Καρούζο, η νεύρωση χρησιμοποιείται εν τέλει για την κάλυψη της ενοχής και αποτελεί την «αποπλάνηση της συνειδήσεως».

Ιδού λοιπόν  η  σύσταση της ψυχικής λειτουργίας όπως αυτή νοείται στην υλιστική αντίληψη: Διχασμένες προσωπικότητες με αποπλανηθείσες  συνειδήσεις !

Η Δυτική ψυχολογία διαφέρει από τον Ησυχασμό κυρίως ως προς τα εξής δύο σημεία:

Πρώτον, η Δύση προσεγγίζει την βούληση ως εργαλείον της σκέψεως,  ενώ η Ησυχαστική Παράδοση προσεγγίζει την βούληση ως ενέργεια της ψυχής. [Βούληση: είναι η ικανότης του ατόμου να λαμβάνει αποφάσεις και να τις εκτελεί κινητικώς. Σκέψη: είναι η δημιουργία και χρήση «σημείων», τα οποία αντιπροσωπεύουν τα διάφορα αντικείμενα και γεγονότα, καθώς και τις μεταξύ τους σχέσεις. Προϋπόθεση της λειτουργίας της σκέψεως είναι η αναφορά-αναγωγή των διαφόρων γεγονότων, πραγμάτων ή σχέσεων, τα οποία το άτομο φαντάζεται, συνδέει ή βιώνει κάθε στιγμή, σε σημεία. Τα διάφορα σημεία, με την χρήση της γλώσσης, αποκτούν εννοιολογική σημασία δια της λειτουργίας της μαθήσεως. Στην συνέχεια, επιτελούνται στον εγκέφαλο πολύπλοκες γνωσιακές επεξεργασίες αυτών των σημείων, ώστε αυτά τα σημεία, (ομού με τις αντίστοιχες έννοιες), χρησιμοποιούνται πλέον για την επίλυση διαφόρων προβλημάτων του ατόμου, για την διερεύνηση του περιβάλλοντος του ατόμου, και για την καλυτέρα προσαρμογή του ατόμου στο περιβάλλον του.]

Δεύτερον, η Δύση απορρίπτει την Παλαμική και γενικότερον την Ησυχαστική διδασκαλία περί της διακρίσεως του Νου από τον Λόγο. Εάν ταυτίσουμε τον νου με τον λόγο, όπως οι Δυτικοί, τότε η ψυχή προσδιορίζεται μόνον από νευροφυσιολογικούς παράγοντες και από την κριτική λειτουργία, οπότε χάνει το αυτεξούσιον. Όταν ταυτίζεται ο νους με τον λόγο, την ψυχή δεν την καθοδηγεί ο νους ως φορεύς του ακτίστου φωτός της αληθείας, ώστε να την καταστήσει «κοινωνικήν» προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, αλλά την ψυχή την καθοδηγεί ο λόγος, με κριτήριον την αλήθεια της παραστάσεως, η οποία οδηγεί στον υποκειμενισμό και δεν ημπορεί να αποτελέσει βάση κοινωνικότητος της ψυχής, ακριβώς λόγω της υποκειμενικότητος των ποικίλων συνειδησιακών καταστάσεων. Έτσι, εάν νους και λόγος ταυτίζονται, η Ησυχαστική, ορθή και τελεσφόρος, θεραπευτική αγωγή του νοός αντικαθίσταται από τις διάφορες σχολές της «επιστημονικής ψυχολογίας» ή από την αβαθή ηθικολογία του Παπισμού και του Προτεσταντισμού.

Για την  απαραίτητη απαρτιωμένη κατανόηση των διαφορών Ορθοδόξων και λοιπών Χριστιανών παρέχει σπουδαία φιλοσοφική και θεολογική στοιχείωση η εργογραφία του ορθοδόξου θεολόγου  Βλαδιμήρου Νικολάγιεβιτς Λόσσκυ (1903 -1958) που έζησε εξόριστος επί πολύ από την Ρωσία. Αυτός κατετρίβη εκτενώς με την ψυχική και διανοητική διάσταση του ανθρώπου και ετόνισε την ιδέαν της Θεώσεως ως κυρία – κομβική αρχή του Ορθοδόξου Χριστιανισμού. Η μεγαλυτέρα θεολογική ανησυχία του υπήρξεν η εξήγηση της μυστικιστικής θεολογίας στις ποικίλες χριστιανικές παραδόσεις και οι επισημάνσεις των μεταξύ τους διαφορών.

Στο περιβόητον «Εγχειρίδιον  περί της Μυστικής Θεολογίας της Ανατολικής Εκκλησίας» («Essai sur la theologie mystique de l’Eglise d’orient»-1944) υπεστήριξεν ότι, μετά το Σχίσμα, οι θεολόγοι της ορθοδόξου  παραδόσεως περιέσωσαν και διετήρησαν μιαν αντίληψη της ανθρωπίνης υπάρξεως συνδεομένη με την μυστικιστική διάσταση της θεολογίας κατά τρόπο πλέον ολοκληρωμένο από εκείνον της Καθολικής και της Μεταρρυθμιστικής παραδόσεως, διότι οι κοινωνοί αυτών δεν κατεννόησαν τους ελληνικούς όρους όπως «ουσία», «υπόστασις», «θέωσις» και «θεωρία». Για την συγκρότηση του επιχειρήματός του παραθέτει την συλλογή κειμένων γνωστή ως «Φιλοκαλία» και την «Κλίμακα της Θείας Ανόδου» του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος ή Σχολαστικού, καθώς και έργα του Ψευδο-Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, του Αγίου Βασιλείου, του Αγίου Γρηγορίου Ναζιανζηνού και του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά. Ο πατήρ Γεώργος Φλωρόφσκι εχαρακτήρισεν την Μυστική Θεολογία του Λόσσκυ ως «νεοπατερική  σύνθεση»,

Ο πατέρας του, Νικολάϊ Λόσκυ, ήταν (ο αναφερθείς σε προγενέστερο άρθρο μας) καθηγητής φιλοσοφίας στην Αγία Πετρούπολη. Ο Λόσσκυ Βλαδίμηρος ήλλαξε βαθέως όταν παρηκολούθησε την δίκη η οποία οδήγησε στην εκτέλεση του Μητροπολίτου Βενιαμίν της Αγίας Πετρουπόλεως από τους Σοβιετικούς μπολσεβίκους, (ο οποίος αργότερον αγιοποιήθηκε από την Ρωσική Ορθόδοξο Εκκλησία). Το 1920 εγένετο φοιτητής στην Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου της Πετρουπόλεως, αλλά το 1922 αυτός και ο πατέρας του εξορίσθηκαν από την Σοβιετική Ρωσία. Από το 1922 έως το 1926 εσυνέχισε τις σπουδές του στην Πράγα και το 1927 απεφοίτησε στην Σορβόννη μετά σπουδή της  μεσαιωνικής φιλοσοφίας.

Ο Λόσσκυ εγκατεστάθη μονίμως στο Παρίσι. Από του 1942 έως το 1958 ήταν μέλος του «Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών». Υπηρέτησε ως πρώτος Κοσμήτωρ του «Ινστιτούτου του Αγίου Διονυσίου» στο Παρίσι. Εδίδαξε Δογματική Θεολογία και Ιστορία της Εκκλησίας στο ίδρυμα αυτό μέχρις το 1953 και από του 1953 έως το 1958 στην επισκοπή του πατριαρχείου της Μόσχας στο Παρίσι. Ήταν μέλος της «Αδελφότητος του Αγίου Φωτίου» (που μετέστρεψε χιλιάδες Γάλλων στην Ορθοδοξία) και της «Οικουμενικής Αδελφότητος του Αγίου Αλβανού και του Αγίου Σεργίου» (μιας λίαν βαρυνούσης εταιρείας προωθήσεως της συνεργασίας Αγγλικανών και Ορθοδόξων, ιδρυθείσης το 1928, που λειτουργεί έως τούδε,  εκδίδουσα  από του 1935 το έγκριτο εξαμηνιαίο περιοδικό «Κοινότης») .

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 216)

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ ΜB’

Mελετώντες τις ουσιώδεις διαφορές του φερομένου ως «Δυτικού» τρόπου σκέψεως εν συγκρίσει με τον Ανατολικό – Ορθόδοξο και εν τέλει ελληνορωσικό, δια λόγους πληροφοριακής αρτιότητος και ριζικής σαφηνείας οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, εξ αιτίας του εκσεσημασμένου έως παθολογίας  ατομικισμού που διαποτίζει τον Δυτικό πολιτισμό, μεταξύ άλλων γεννάται ένα επιπλέον σοβαρό ουσιώδες επιστημολογικό πρόβλημα σχετικώς και με την επιστημονική ψυχοθεραπεία (δηλαδή σε ότι αφορά στην ουσία, στις μορφές, στις πηγές, στις δυνατότητες, στην αξία και στα όριά της). Εάν αποφανθούμε μηχανιστικώς, όπως οι Δυτικοί, ότι αξίωμα και συνάμα ζητούμενον της ψυχοθεραπείας είναι η «ατομική ψυχή», τότε η ψυχοθεραπεία (είτε βασιζομένη στην οιανδήποτε ηθικοδιανοητική «νομιμοποίηση» των ενστικτωδών επιθυμιών δια της συνειδήσεως, είτε βασιζομένη στην φαρμακευτική θεραπεία των παντοιοτρόπως επωδύνων συνεπειών των ενστικτωδών επιθυμιών) οδηγείται στην εξής πυρηνική αντίφαση : Η Δυτική ψυχοθεραπεία, αγνοούσα την «κοινωνίαν» της ψυχής με τον Θεό και περιοριζομένη αποκλειστικώς  στην έννοιαν της «ατομικής ψυχής», επιχειρεί να «διορθώσει» τις ατομικές ψυχές.

Δηλαδή, κάθε ψυχολογική «σχολή» δημιουργεί και προτείνει τον ιδικόν της ατομοκρατικό ιδεότυπο περί ψυχής, ο οποίος κατ΄αυτήν αποτελεί τον «νόμιμο» τρόπο εξατομικεύσεως της ψυχής και βεβαίως ανταγωνίζεται, με ορθολογιστικό / ρασιοναλιστικό τρόπο, όλους τους άλλους (κατ’ αυτόν εσφαλμένους) τρόπους εξατομικεύσεως. Πρόκειται δηλαδή πράγματι περί μιας ιδιαζούσης «πνευματικής Βαβέλ». Διότι, εάν θέσουμε ως πρωτεύον αξίωμα την υπόθεση της «ατομικής ψυχής», ποίον είναι πλέον το μέτρον, βάσει του οποίου θα ημπορούμε να επέμβουμε θεραπευτικώς στις πάσχουσες «ατομικές ψυχές»;

Εξ ου και ο διακεκριμένος Αμερικανοεβραίος, ουγγρικής καταγωγής,  ψυχίατρος και ψυχαναλυτής Τόμας Στέφεν Σαζ (Thomas Stephen Szasz, 1920-2012), καθηγητής Ψυχιατρικής στο Upstate Medical Center του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, εδήλωνε για την Δυτική επιστημονική προσέγγιση της ψυχοθεραπείας : «Η Θεσμική Ψυχιατρική ως μέσο κοινωνικού ελέγχου και τελετουργικής επικύρωσης της κυρίαρχης κοινωνικής ηθικής, φαίνεται πως ανάγεται αμέσως σε άξιο διάδοχο της Ιερής Εξέτασης», ενώ ακόμη επισημαίνει: «To θεμελιώδες λάθος της ψυχιατρικής είναι ότι θεωρεί την ζωή ως ένα πρόβλημα που πρέπει να λυθεί, αντί να την θεωρεί ως έναν σκοπό που πρέπει να εκπληρωθεί» (όρα Thomas Szasz και Karl Kraus, «Αφορισμοί για την Ψυχιατρική και την Ψυχανάλυση», επιμέλεια από τον γνωστό αντιεξουσιαστή ψυχίατρο Κλεάνθη Γρίβα, Εκδοτική Θεσσαλονίκης, 2007, σελ. 24, 20. Το βιβλίον πρωτοεξεδόθη στην αγγλική ως «Karl Kraus and the Soul-Doctors: A Pioneer Critic and His Criticism of Psychiatry and Psychoanalysis» – Εκδόσεις  Πανεπιστημίου της Λουϊζιάνα, 1976).

Όμως από την σκοπιάν του Ησυχασμού, συλλήβδην η ψυχοπαθολογία ως εκδήλωση αλλά και η ουσία της ψυχοπαθολογίας καθ’ εαυτήν, συνίσταται στην απουσίαν αυτεξουσίου «γνωμικού θελήματος», (δηλαδή θελήματος ελευθέρου από το ένστικτον, ελευθέρου από ποικίλους απροσώπους φυσικούς προσδιορισμούς) και δεν συνίσταται σε μια βαθεία και πολυεπίπεδο σύγκρουση μεταξύ αξιών και επιθυμιών. Στον Ησυχασμό, το εν προκειμένω  ζητούμενον, ήτοι το μυστικόν της ψυχικής υγείας, είναι το «αυτεξούσιον γνωμικόν θέλημα». Οι Ησυχαστές διακρίνουν τον νου από τον λόγο και στρέφουν τον νουν «επί τα εντός», ως τόπον της ακτίστου θείας χάριτος. Χωρίς τον νου, ό,τι θεωρούμενον ως αγαθόν προσδιορίζεται από το ζωώδες κριτήριον του ενστίκτου, ενώ ο αυτεξούσιος νους δεν επιτρέπει στο ένστικτο να επιβληθεί επί της εννοίας του αγαθού, αλλά το «κοινωνικοποιεί», δηλαδή το στρατεύει σε κοινωνικούς σκοπούς ! Κατ’ επέκταση, συμφώνως προς την Ησυχαστική θεωρία του νοός, η αθανασία της ψυχής γίνεται κατανοητή ως δυνατότης της αυθεντικής δημιουργικότητος και υπαρξιακής ολοκληρώσεως του ανθρώπου.

Στο πλαίσιον του Ησυχασμού, όταν λέγεται ότι «η ψυχή είναι αθάνατη», δεν εννοείται μια απρόσωπος, αναγκαστική αθανασία, η οποία θα απετέλει αντίφαση προς την κτιστότητα του ανθρώπου, αλλά και προς το γεγονός ότι η ψυχή δεν είναι πηγή ζωής, αλλά φορεύς ζωής, ενώ επιπλέον θα κατέλυε την έννοιαν της ανθρωπίνης ελευθερίας. Στο πλαίσιον του Ησυχασμού, όταν λέγεται ότι «η ψυχή είναι αθάνατος», εννοείται ότι το ανθρώπινον πνεύμα είναι απροσδιόριστο (μη ντετερμινιστικό), τονίζεται δε η ετερότης του ανθρωπίνου προσώπου, έτσι ώστε το ανθρώπινον πνεύμα ημπορεί να επιλέξει να υπάρχει σε κοινωνία με το Άγιον Πνεύμα και άρα να υπάρχει με τον τρόπον που υπάρχει ο Θεός (Αθανασία), αλλ’ όμως ημπορεί να επιλέξει την «ακοινωνησία» προς το Άγιον Πνεύμα, δηλαδή τον πνευματικό θάνατο.

Υπό το πρίσμα της Ησυχαστικής θεωρίας του νοός και της Ησυχαστικής διακρίσεως μεταξύ ουσίας και ενεργειών του Θεού, η ψυχή είναι «ενέργεια κοινωνίας», καθώς συνενώνει τους ανθρώπους μέσω της μετοχής στο όραμα μιας καθολικής αλήθειας, μέσω της προσωπικής μετοχής καθενός ανθρώπου στις θείες ενέργειες. Αντιθέτως, στην Δύση – αρχής γενομένης με τον Σχολαστικισμό – η φιλοσοφία, (ειδικώς στο πλαίσιον της νεωτερικότητος), εταύτισεν την ψυχή με την ατομική συνείδηση. Όσον περισσότερον η ψυχή ταυτίζεται με την ατομική συνείδηση, (άρα χάνει την κοινωνία της με την καθολική αλήθεια), τόσον επωδυνότερον βιώνει την ένταξή της στην κοινωνία και ολοέν περισσότερον συσσωρεύει απωθημένες ορμές.

Η κομβική  Ησυχαστική  θέση περί διακρίσεως μεταξύ ουσίας και ενεργειών του Θεού αποτελεί σημαντικό σημείον εστιάσεως στο έργον του Νικολάϊ Ονουφρίγεβιτς Λόσσκυ (1870-1965). Αυτός ήταν σπουδαίος Ρώσος φιλόσοφος, εκπρόσωπος του ρωσικού ιδεαλισμού, της διαισθητικής επιστημολογίας, της προσωποκρατίας, του ελευθεριαρχισμού και στοχαστής της αξιολογίας. Υπήρξε πατέρας του (επίσης σπουδαίου)  χριστιανού θεολόγου Βλάντιμιρ Λόσσκυ και ίδρυσε ίδιον φιλοσοφικό σύστημα με το όνομα «διαισθητική προσωποκρατία». Γεννηθείς στην Λετονία, διήλθε  τον εργασιακό του βίο στην Αγία Πετρούπολη, στην Νέα Υόρκη και στο Παρίσι. Μέγα μέρος της θεωρίας του στο βιβλίον του «Ιστορία της Ρωσικής Φιλοσοφίας» εντάσσεται στον ιδεαλισμό του Ωριγένους. Ο χριστιανικός ιδεαλισμός του Λόσσκυ εδράζεται στον Ωριγένη. Σε αυτόν η σχέση μεταξύ της μυστικιστικής – θρησκευτικής κατανοήσεως του  Θεού και της φιλοσοφικής κατανοήσεώς του  υπήρξαν διάφορα και αλληλοδιάδοχα  στάδια πνευματικής αναπτύξεως στην ιστορία της Ελληνο-Ρωμαϊκής Ανατολής. Στην ελληνική χριστιανική φιλοσοφία ο νους. ως όργανον ορθολογικής και διαισθητικής κατανοήσεως, κατέχει τον κεντρικόν ρόλο της κατανοήσεως μόνον όταν τοποθετείται ή συμβιβάζεται με την καρδία και την ψυχή του ατόμου.

Ένα παράδειγμα αυτού ημπορεί να φανεί στα έργα του Ωριγέους, στην διδασκαλία του οποίου περί Νοός, όλες οι ψυχές προϋπήρχαν ενωμένες με τον Δημιουργό, σε μια τελεία, πνευματική (μη-υλική) κατάσταση. ως ενιαίος «κοσμικός νους», απ΄όπου εξέπεσαν  έτσι ώστε να ακολουθήσουν μιαν ατομική και ανεξάρτητο ύπαρξη εκτός του Θεού. Επειδή όλα τα όντα εδημιουργήθησαν με απόλυτο ελευθερία και ελευθέρα βούληση, ο Θεός, (που δεν είναι τύραννος), δεν αναγκάζει τις δημιουργίες του να επιστρέψουν σε Αυτόν. Συμφώνως με τον Ωριγένη, αυτό επιτρέπεται από την άπειρη αγάπη και τον σεβασμό των πλασμάτων από τον Θεό που εδημιούργησε τον υλικό κόσμο, το σύμπαν. Ο Θεός έπραξε αυτό με σκοπό, μέσω της αγάπης και της συμπονοίας, να κατευθύνει τις δημιουργίες του στην περισυλλογή του απεριορίστου νοός Του. Αυτή ήταν η συμφώνως προς τον Ωριγένη κατάσταση της νοοψυχικής τελειότητος, αν και οι λεπτομέρειες δεν εδιδάχθησαν ακριβώς από τον Λόσσκυ στα μαθήματα θεολογίας του (καθώς αυτό που διδάσκεται ως θεολογία είναι το δόγμα υπό γενικήν έννοια).

Η ύπαρξη των αντικειμένων δεν ημπορεί να εκφρασθεί πλήρως με την λογική ή τις λέξεις, ούτε να «αξιωθεί» και να επικυρωθεί μόνον με την γνώση, διότι τα αντικείμενα έχουν ως μέρος της συνθέσεώς τους μιαν υπερφυσική πτυχή (υπερφυσική κατά την αρχαία ελληνική φιλοσοφία ή την ορθόδοξο χριστιανική αντίληψη του υπερφυσικού ως ακτίστου και αναιτίου) . Συμφώνως προς την ορθόδοξο χριστιανική θεωρία περί ουσίας (όπως απεδόθη εκτενώς εξηγηθείσα από τον Γρηγόριο Παλαμά) η ενέργεια και το δυναμικό δεν έχουν αυτοφυή οντολογία δίχως έναν αισθανόμενο παράγοντα (όπως εννοεί ο ιδεαλισμός). Συνεπής προς την θεώρηση αυτήν,  ο Λόσσκυ εφήρμοσε τον όρον «ουσιώδης παράγων» για να επικυρώσει πως η ύλη καθώς και η ενέργεια είναι «κατά ουσίαν» άκτιστες. Αυτή η επικύρωση είναι  μέρος της γνωσιολογίας και του χριστιανικού μυστικισμού της Ορθοδοξίας, σε απόλυτον αντίθεση με την ρωσική υλιστική και μηδενιστική θέση που δηλώνει ότι τα αντικείμενα ουδεν έχουν «εν εαυτώ» ή ουδεμίαν ουσία διαθέτουν οπίσω από το φαινόμενόν τους (όπως στον θετικισμό). Ο Λόσσκυ εβάσισε την περί διαισθήσεως αντίληψή του στην γνωσιολογία αυτήν, που εννοεί τις «πρώτες αρχές» ως άκτιστες και απρόκλητες. Αυτές και εδίδαξε διαλεκτικώς στην Αξιολογία του.

Η ιδεαλιστική ρωσική φιλοσοφία εν πολλοίς εκφράζεται μεταφυσικώς με την παραδοχήν ότι η ουσία ενός αντικειμένου ημπορεί να είναι παρομοία με το «Νοούμενον» (αντιθέτως προς την εμφάνισή του, δηλαδή το «Φαινόμενον»), αλλά ημπορεί να έχει τυχαία χαρακτηριστικά ως προς το είναι της που είναι «ήδη συμβεβηκός». Αυτή είναι και η βάση των επιχειρημάτων του σπουδαίου Βλάντιμηρ Σεργκέγιεβιτς Σολόβιεφ κατά του θετικισμού, βάση που αποτελεί έναν  ακρογωνιαίο λίθο της ρωσικής φιλοσοφίας όπως εμπεριέχεται στο έργο του Σολόβιεφ «Κατά των θετικιστών». Η επικύρωση και η αρτία άμεση αντίληψη της αληθείας, της αξίας και της υπάρξεως είναι διαισθητικές όπως εκφράζονται από την «Νόηση» του Αριστοτέλους. Κάθε συμβάν έχει αξίαν ή ύπαρξη, λόγω της προϋπάρξεως «ουσιωδών παραγόντων» που προσδίδουν  στο συμβάν αυτό την  αξία και ύπαρξή του.

Συνεπώς και η ψυχή (όπως προανεφέρθη) ως «ενέργεια κοινωνίας» προς τον Θεό, δεν διαθέτει αυτοφυή οντολογία παρά μόνον καθισταμένη αισθητή και αντιληπτή από τον θείο Νου, εφ’ όσον ο άνθρωπος κατ΄ ελευθέραν επιλογήν του μετέχει προσωπικώς στις θείες ενέργειες προς «εκπλήρωσιν Ζωής» !

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 215)

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ ΜA’

O νους αποτελεί τον ρωμαλέο φύλακα της ψυχής και του σώματος και μόνον μέσω αυτού προσέχουμε πράγματι τον εαυτό μας. Γράφει σχετικώς ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: “«Πρόσεχε τον εαυτό σου!», λέγει ο Μωϋσής (Δευτερονόμιον, 15:9), δηλαδή σε όλα σου, όχι σε μερικά μόνον και σε άλλα να αδιαφορείς. Με ποιο μέσο να προσέχεις; Φυσικά με τον νου σου, διότι με τίποτε άλλο δεν μπορείς να προσέχεις τον εαυτό σου σε όλα. Αυτή λοιπόν την φύλαξη βάλε στην ψυχή και στο σώμα σου, και με αυτήν θα απαλλαγείς εύκολα από τα πονηρά σωματικά και ψυχικά πάθη. Προστάτεψε λοιπόν τον εαυτό σου, κυβέρνησέ τον, επίβλεψέ τον, ή μάλλον πάντοτε να τον προστατεύεις και να τον παρακολουθείς και να τον εξετάζεις. Έτσι θα υποτάξεις στο πνεύμα την σάρκα που αφηνιάζει… Αν κρίναμε εμείς τους εαυτούς μας, δεν θα κρινόμασταν από τον Θεό», λέγει ο Παύλος (Α’ Προς Κορινθίους, 11:31). Και αφού δοκιμάσεις το μακάριο πάθος του Δαβίδ, θα ειπείς και εσύ στον Θεό: «To σκοτάδι δεν θα σκοτιστεί από Σένα, Κύριε, και η νύκτα θα μου φωτιστεί ωσάν ημέρα, γιατί Εσύ έκανες κτήμα σου τους νεφρούς μου» (Ψαλμός, 138:12-13). Δεν έκανες, λέει, δικό Σου ολόκληρο το επιθυμητικό της ψυχής μου μόνο, αλλά οποιανδήποτε σπίθα της επιθυμίας αυτής μέσα στο σώμα, αφού επέστρεψε στην καρδιά που την δημιουργεί, δια μέσου αυτής πέταξε ψηλά σε Σένα και από Σένα έχει κρεμαστεί και σε Σένα είναι προσκολλημένη. Όπως δηλαδή το επιθυμητικό της ψυχής εκείνων που είναι προσηλωμένοι στις αισθητές και φθαρτές ηδονές, κενώνεται ολόκληρο προς τη σάρκα και γι’ αυτό γίνονται ολόκληροι σάρκες και το Πνεύμα του Θεού δεν ημπορεί να παραμείνει σ’ αυτούς (Γένεσις, 6:3), έτσι και εκείνων που ανύψωσαν τον νου στον Θεό και έχουν εξαρτήσει την ψυχή τους από τον θείο πόθο, η σάρκα μεταποιείται και ανυψώνεται μαζί με την ψυχή και απολαμβάνει μαζί της την θεία ένωση και γίνεται κτήμα και κατοικία του Θεού, μη έχουσα πλέον φωλιασμένη μέσα της την έχθρα εναντίον του Θεού, μήτε επιθυμούσα αντιθέτως με το Πνεύμα (Προς Γαλάτας, 5:17)”.

Για τους Ησυχαστές η προσπάθεια Νεοπλατωνικών και του Γνωστικισμού να ωθήσουν τον νου έξω από το σώμα με σκοπό την επίτευξη νοερών θεαμάτων -πρακτική την οποία συναντάμε και σε θεουργικές πρακτικές της Άπω Ανατολής, όπως λ.χ. η γιόγκα, καθώς και στις μυστικές τελετές των Αλεβιτών / Μπεκτασιδών-αποτελεί «δαιμονική» προσπάθεια, υπό την έννοια ότι θεωρεί κακό (ή πηγή της πλάνης) το ίδιο το σώμα, όπως και γενικότερον τον υλικό κόσμο, ενώ οι Ησυχαστές τονίζουν ότι το σώμα ως «κτίσμα Θεού» είναι καλό, μάλιστα δε επειδή ακριβώς είναι καλό, ημπορεί να κατοικείται από τον νου. Επίσης, σε αντίθεση προς τον Ησυχασμό, ο μυστικισμός των Αλεβιτών / Μπεκτασιδών, παρ’ ότι, φαινομενολογικώς έχει λίαν ισχυρές συγγένειες προς τον Ησυχασμό, αυτός καλλιεργεί έναν ιδιότυπον ανθρωπιστικό διαθρησκειακό συγκρητισμό και βεβαίως ομνύει σε μιαν αφηρημένη και απρόσωπο «Αλήθεια».

Στον Χριστιανισμό, ο Θεός είναι Αλήθεια με υπόσταση και όχι αφηρημένη πνευματική ουσία, και γι’ αυτό η φανέρωσή Του απαιτεί όχι μόνον τον νου αλλά και το σώμα μας. Όσοι κατηγορούν την Ησυχαστική προσευχή επειδή στρέφει τον νου μέσα στο σώμα, αδικούν εκείνους που ανιχνεύουν τα νοερά μέσω των σωματικών τύπων. Άλλωστε, η Ησυχαστική προτροπή «πρόσεχε τον εαυτόν σου» θέτει σκοπό της πνευματικής ζωής την συνεχή επιμέλεια από τον νου ολοκλήρου της (απαρτιωμένης ψυχοσωματικής) οντότητος του ανθρώπου και όχι μόνον την επιμέλεια της ψυχής. Η Ησυχαστική προτροπή προϋποθέτει την ενότητα ψυχής και σώματος και καλεί σε επιμέλεια της «προαιρέσεως» (αποτρέπουσα την υποκειμενική αυτονομία, ήτοι το αυθαίρετο γνωμικό θέλημα).

Ο Αριστοτέλης γράφει περί προαιρέσεως (Ηθικά Νικομάχεια -1111b.6): «Η προαίρεση λοιπόν φαίνεται πως είναι ό,τι το εκούσιο, δεν είναι όμως το ίδιο, αλλά το εκούσιο είναι επιπλέον? διότι στο εκούσιο μετέχουν και τα παιδιά και τα άλλα ζώα, στην προαίρεση όμως όχι, και όσα συμβαίνουν ξαφνικά τα λέμε εκούσια, όχι όμως και προαιρετά. Όσοι πάλι λένε πως αυτή είναι επιθυμία ή θυμός ή βούληση ή ένα είδος γνώμης, δεν φαίνεται να ομιλούν ορθώς. Διότι η προαίρεση δεν είναι εξίσου κοινή σε όσα δεν διαθέτουν λόγο. Αντιθέτως η επιθυμία και ο θυμός είναι. Και ο ακρατής πράττει επιθυμών, όχι προαιρούμενος ? ο εγκρατής το αντίθετο, προαιρούμενος, όχι επιθυμών. Και η επιθυμία εναντιώνεται με την προαίρεση, επιθυμία με επιθυμία όχι. Και η επιθυμία έχει να κάνει με το ευχάριστο και το λυπηρό, η προαίρεση ούτε με το λυπηρό ούτε με το ευχάριστο».

Συμφώνως προς τους Ησυχαστές, η ψυχή είναι από την φύση της θνητή και ενσώματος, ενώ ο νους αποτελεί ενέργεια της ψυχής προερχόμενη έξωθεν  και όχι οργανικόν τμήμα της, οπότε, εξ αιτίας του υπερβατικού νοός, ο άνθρωπος αποκτά άπειρο εσωτερικόν βάθος, αφού εντός του ευρίσκεται ο υπερβατικός νους, αλλά, ταυτοχρόνως, ακριβώς επειδή ο νους αποτελεί έξωθεν ενέργεια της ψυχής (θεία χάρη και όχι ψυχικό όργανο), ο άνθρωπος δεν βυθίζεται στον υποκειμενισμό. Κατ’ αποτέλεσμα, για τους Ησυχαστές, ασθένεια της ψυχής είναι η σπατάλη της νοεράς ενεργείας της στην «αλογία» των αισθήσεων και του αισθητού, που την υποδουλώνει στις κοσμικές-σωματικές αναγκαιότητες, ενώ θεραπεία της ψυχής σημαίνει απελευθέρωση του νοός από τους αισθησιακούς προσδιορισμούς και την επαναφορά του στην καρδία.

Θεραπεία της ψυχής, συνεπώς, σημαίνει απελευθέρωση από τον αισθησιασμό, σημαίνει απάθεια, ένωση του ανθρωπίνου θελήματος με το θεϊκό και όχι προσδιορισμό του ανθρωπίνου θελήματος από άλογες φυσικές επιταγές.

Όπως είχε επεξηγήσει ο Πρωτοπρεσβύτερος, Καθηγητής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Ιωάννης Ρωμανίδης στο σύγγραμμά του «To Προπατορικόν Αμάρτημα» (Αθήναι, 1957), ομοίωση προς τον Θεό σημαίνει την κενότητα από κάθε συναισθηματική και διανοητική σκοπιμότητα, δηλαδή την κάθαρση της βουλήσεως από κάθε αυτοαναφορικότητα, ακόμη και από τη σκοπιμότητα  πράττειν καλό προς εαυτόν, διότι, άλλωστε, ο Θεός δεν μας αγαπά ώστε να λάβει ωφέλειες από εμάς,καθώς είναι «απολύτως ανενδεής», αλλά διότι υπάρχει προσωπικώς, δηλαδή υπάρχει ελεύθερος από κάθε ουσιαστικό προσδιορισμό και περιορισμό, αυτό δε σημαίνει ότι υπάρχει προσωπικώς-ερωτικώς και όχι μόνον ως ένα «υπέρτατο ον».

Αντιστοίχως, ο Χριστιανός αγαπά τον Θεόν όχι διότι θέλει κάτι από τον Θεόν, ούτε επειδή θέλει το καλό του Θεού, αφού άλλωστε ο Θεός είναι ο ίδιος καλός, αλλά επειδή δια της αγάπης υπάρχει ως πρόσωπο και θέλει να ομοιάσει προς τον Θεόν. Η αγάπη είναι ο τρόπος υπάρξεως του προσώπου και όχι μέσον αποκτήσεως ωφελειών. Η αγάπη είναι τρόπος του «Είναι» και όχι τρόπος του «έχειν». Η Ορθόδοξος Πατερική Παράδοση κατανοεί και βιώνει την αγάπη ως έναν κοινωνικό τρόπο υπάρξεως που αποκλείει την έκπτωση της ψυχής σε έναν κλειστό, αυτοαναφορικό, ατομικό κόσμο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 214)

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο

ΜΕΡΟΣ ΛΘ’

Oι Ησυχαστές αναγνωρίζοντες ως αυθεντικήν οδό Θεογνωσίας και τελειώσεως την μετοχή και την πρόοδο στις «άκτιστες ενέργειες» του Θεού, τονίζουν εμφατικώς τα ακόλουθα: Διάκριση μεταξύ «λόγου» και «νοός»: Ο λόγος αυτός καθ’ εαυτός, όπως
και η επιθυμία και το θυμικόν, αποτελούν φυσικές δυνάμεις της ψυχής. Ενώ όμως ο λόγος είναι φυσικός αγωγός της γνώσεως, της λογικής-φυσικής σοφίας, ο νους είναι τόπος της «υπερλόγου σοφίας».

Ο Όσιος Κάλλιστος ο Καταφυγιώτης, ο χρηματίσας Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως –ως Κάλλιστος ο Β’- και συγγράψας περί τα 100 κεφάλαια της Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών Πατέρων, λαμπροτέρα μορφή των μοναστών της Ιεράς Μονής Καταφυγίου, υπήρξεν σπουδαίος Ησυχαστής (ο οποίος έζησε μάλλον κατά το
δεύτερον ήμισυ του 14ου αιώνος), στο σύγγραμμά του «Περί της Ενώσεως με τον Θεό και του Θεωρητικού Βίου» (Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος E΄) , γράφει ότι, σε αντιδιαστολή προς τον λόγον: «… ο νους μας είναι ένα σκεύος θεϊκό και δέχεται όσον ημπορεί εντός του την απλησίαστο λάμψη του θείου κάλλους. Και είναι βεβαίως αυτό
το σκεύος θαυμάσιον, διότι διευρύνεται αναλόγως προς το πλήθος του θείου Πνεύματος που εισρέει μέσα του και όσον περισσότερον εισρέει, τόσον και αυτό μεγαλώνει, ενώ στην μικροτέρα εισροή μικραίνει κι αυτό. Ο νους του ανθρώπου είναι ωσάν ένας τόπος ο οποίος δέχεται την λάμψη της θείας φανερώσεως… Ο αισθητός τόπος, όσον πιο
εκτεταμένος είναι, τόσον περισσότερα δέχεται. Με τον νου συμβαίνει το αντίθετον: όσον περιορίζεται και συστέλλεται, τόσον καταλληλότερος καθίσταται να δεχθεί τα μεγαλύτερα. Και όταν μαζέψει και συγκρατήσει κάθε κίνησή του, λογική ή νοερά ή οποιανδήποτε άλλη, τότε βλέπει το μεγαλύτερο απ’ όλα τα μεγάλα, τον Θεό. Τον βλέπει όσον επιτρέπει η Χάρη του παναγίου Πνεύματος και όσον η υλική και κτιστή φύση ημπορεί να βλέπει τον «έξω από τη φύση και την κτίση». Δεν βλέπει φαντασίες κενές, ούτε βλέπει ωσάν σε όνειρο πλάσματα του ιδίου του λογισμού του. Αλλά βλέπει μέσα στο φως της καρδία, το οποίον δέχεται την ενέργεια της αρρήτου δυνάμεως του θείου Πνεύματος και πάσχει την υπερφυσική αλλοίωση, την οποίαν όποιος την εδέχθη από την Χάρη, ο ίδιος κοιμάται και ησυχάζει, ενώ η καρδία αυτού αγρυπνεί ».

Ο λόγος ερευνά τον κόσμο των αισθητών όντων, ενώ ο νους θεωρεί τον θείο Λόγο. Εάν όμως ο νους θεωρήσει ότι φυσική του ενέργεια είναι η αίσθηση που συνυπάρχει στην ψυχή, τότε στρέφεται από τα νοητά στα αισθητά και προσκολλάται ηδονοθηρικώς
στις υλικές μορφές των αισθητών. Όταν, αντιθέτως, ο νους θεωρεί τους πνευματικούς λόγους των όντων ανεξαρτήτως των υλικών τους μορφών, τότε ακολουθεί τον φυσικό του προορισμό, δηλαδή την ύπαρξη «κατ’ εικόναν του Θεού». Ο διακεκριμένος Ησυχαστής Όσιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας, στο 7° και στο 8° κεφάλαιόν του, γράφει: «Πρώτα ο νους ζητά και ευρίσκει, και κατόπιν ενώνεται μ’ εκείνο που ευρήκε. Την αναζήτηση την κάνει με το λογικό, ενώ την ένωση με την αγάπη. Και η μεν αναζήτηση μέσω του λογικού γίνεται για την αλήθεια, η δε ένωση της αγάπης για το αγαθό. Εκείνος που υπερβαίνει την ρευστή φύση των παρόντων και παραβλέπει την επιθυμία των προσκαίρων, δεν βλέπει κάτω, δεν επιθυμεί τα ωραία της γης, αλλά του ανοίγονται τα “άνω θεάματα” και κατοπτεύει τα κάλλη των ουρανών και την μακαριότητα των αμολύντων πραγμάτων.

Αυτός δέχεται και την αγάπη του Θεού που κατέρχεται σε αυτόν από τον ουρανό και γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος και ποθεί τα θελήματα του Θεού και οδηγείται από το
Πνεύμα του Θεού και αξιώνεται την υιοθεσία και ο Θεός ευαρεστείται και ικανοποιείται από αυτόν». [Ο Θεόληπτος Φιλαδελφείας εγεννήθη στην Νίκαια της Βιθυνίας περί το
1250. Έλαβε εξαιρετική μόρφωση. Λίαν νωρίς εγκατέλειψε την σύζυγό του και απεσύρθη στην Αθωνική ησυχία. Η συνάντησή του με τον ησυχαστή Νικηφόρο είχε επάνω του βαθυτάτη επίδραση, όπως και η συνάντηση με τον άγιο Αθανάσιο Κωνσταντινουπόλεως. Έζησε επί τι διάστημα στην μονή Εσφιγμένου. Η επίσκεψή του στην Κωνσταντινούπολη
και ο αυστηρότατος έλεγχός του για την θρησκευτική πολιτική του Αυτοκράτορος Μιχαήλ του Η΄ του Παλαιολόγου είχεν ως αποτέλεσμα να ριφθεί στις φυλακές. Μετά την αποφυλάκισή του επιστρέφει στην πατρίδα του όπου κατέστη πνευματικός πατήρ ολοκλήρου της πόλεως. Περί το 1324 εξελέγη μητροπολίτης Φιλαδελφείας και εποίμανε
την Επαρχία του επί τέσσαρες δεκαετίες με μόνον οδηγό τον νόμο του Θεού.

Οι επιστολές και οι ομιλίες του που σώζονται, το καταφανερώνουν. Κατά την εκδημία του εξετυλίχθησαν συγκινητικές σκηνές από τον πιστό λαό, ο οποίος είχε ευεργετηθεί τα μάλιστα από τον επίσκοπό του και τον υπεραγαπούσε. Υπήρξε καλόγνωμος σύμβουλος
ισχυρών Αυτοκρατόρων. Με την πλουσία συγγραφική του δράση επηρέασε σημαντικώς την θρησκευτική ζωή του καιρού του. Θεωρείται ως πρόδρομος της Θεολογικής Αναγεννήσεως του 14ου αιώνος. Υπήρξεν ασκητής, νηπτικός και ησυχαστής επίσκοπος. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τον είχε ως πρώτο πνευματικό του διδάσκαλο, όταν και ο
Θεόκλητος απεφάσισε για την κλίση του Γρηγορίου. Ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο εγκώμιον των Αγιορειτών Πατέρων τον υμνεί ως «όσιον», «θεόσοφον» και «υψίνουν». Πρόκειται όντως για προσωπικότητα υψηλού κύρους, μεγάλης πνευματικότητος και
αξίας. Η μνήμη του ανδρός τιμάται στις 25 Ιουνίου και την Β’ Κυριακή Ματθαίου.]

Η Δυτική θεολογία μετά πάθους μη υιοθετούσα την Ησυχαστική διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργειών του Θεού και, κατ’ επέκταση, μη αποδεχομένη την διάκριση μεταξύ του νοός (ως τόπου και τρόπου αμέσου γνώσεως του Θεού από τον άνθρωπο) και του λόγου
(ως δυνάμεως της ψυχής για την γνώση του αισθητού κόσμου), καταλήγει στα εξής δύο συμπεράσματα :

Πρώτον, ο άνθρωπος είναι οντολογικώς προσδιορισμένος από ιδιοτελή πάθη, εγωισμό και εργαλειακό ορθολογισμό, απωλέσας έτσι το αυτεξούσιον. Για να είναι κάποιος πραγματικώς ελεύθερος, δεν αρκεί να ημπορεί να κάνει επιλογές, αλλά πρέπει και να ημπορεί να αξιολογεί και να διακρίνει το αγαθό από το κακό, χωρίς εμπαθείς λογισμούς,
δηλαδή ανεξαρτήτως της λογικής της ανάγκης (βιολογικής ή εγωτικής). Δεύτερον, η γνώση του Θεού από τον άνθρωπο είναι μόνον έμμεση, «συλλογιστική», κατ’ αναλογίαν προς την γνώση του φυσικού κόσμου δια του λόγου (εφόσον η Δύση αδυνατεί να διακρίνει τον νου από τον λόγο). Γι’ αυτό, όλα τα κλασσικά εγχειρίδια Πολιτικής Οικονομίας και Μικροοικονομικής στην Δύση εκκινούν από την αξιωματική μετατροπή («αξιωματικοποίηση») του δυτικού «υποκειμένου», δηλαδή από την αξιωματική θέση ότι, ο δρων είναι ιδιοτελής, εγωιστής και ορθολογικός. Δηλαδή ουσιαστικώς, η σπουδή της Πολιτικής Οικονομίας στην Δύση ισοδυναμεί με μια μεθοδική μύηση στην Δυτική οντολογία και γενικώς στην υλόφρονα δυτική πνευματική καλλιέργεια. Η κορύφωση αυτής της διαδραστικής διαπιδύσεως της μολωχοκρατουμένης θρησκευτικής κοσμοθεωρήσεως και του υλιστικού οικονομιστικού κοινωνικού προτύπου εξεικονίζεται στο ρητό που στολίζει το….δολάριο των ΗΠΑ: «In God we trust»(!). Έτσι ο Άνθρωπος δεν δρά, πάσχει, δυσπραγεί, στερείται Αυτεξουσίου, είναι δε ανίκανος για την Ελευθερία άρα και την Θέωση.

ΓΙAΝΝΗΣ ΠΕΤΡIΤΗΣ

(Φ. 212)

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑