Αναζήτηση

Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ

Εβδομαδιαία εθνική εφημερίδα

Κατηγορία

Ο ελληνορωσσικός πολιτιστικός δεσμός

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ ΛΒ’

Στην Ανατολική Ορθόδοξο Εκκλησία ο Ησυχασμός είναι μια πολυεπίπεδος μυστικιστική παράδοση προσευχής και κατ΄ επέκταση εσωτερικής Ενθέου Αναζητήσεως. Συνέδεσε βαθύτατα και  ισχυρότατα την θεολογική  στοιχείωση της Ελληνικής Βυζαντινής Εκκλησίας και της αδελφής Ρωσικής Εκκλησίας, ενώ επίσης διεπότισε τον μοναστικό τους ασκητισμό.

Ο Ησυχασμός, ως ζωή «εν αγίω Πνεύματι», συνιστά την ζείδωρο πεμπτουσία της εκκλησιαστικής Παραδόσεως, ταυτιζόμενος ακριβώς με το δραστικό αυτό περιεχόμενο που περικλείει και εκφράζει ο όρος «Ορθοδοξία» [παράγεται – από το ορθός (σωστός) και δόξα (σκέψη, πίστη, διδασκαλία)]. Ορθοδοξία εκτός της Ησυχαστικής παραδόσεως είναι ουσία αδιανόητος και πράξει ανύπαρκτος. Η Ησυχαστική πρακτική αποτελεί την «λυδία λίθο» για την καταδοκιμασία και την ταυτοποιητική αναγνώριση της αυθεντικής χριστιανικότητος. Ο Ησυχασμός, ανταποκρινόμενος στον σκοπό της παρουσίας της Εκκλησίας ως «Σώματος Χριστού» στον κόσμο, ημπορεί να χαρακτηρισθεί και «ασκητική θεραπευτική αγωγή», όπως ανέφερεν ο πρωτοπρεσβύτερος πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης, έγκειται δε στην προσπάθεια αποκαταστάσεως της «νοεράς λειτουργίας», εντός της καρδίας του Χριστιανού. [Ο πατήρ Ρωμανίδης (1927 – 2001) υπήρξεν  ένας από τους μεγαλυτέρους Ορθοδόξους θεολόγους του 20ου  αιώνος και  συνάμα ανακαινιστής της Ορθοδόξου Θεολογίας, με την επιστροφή της στην γνησιότητα της Aγιοπατερικής Παραδόσεως.]

Βεβαίως, απαραίτητος προϋπόθεση της Ησυχαστικής πράξεως είναι η αγιογραφική διάκριση μεταξύ νοός  («πνεύματος» του ανθρώπου) καί λόγου (διανοίας).  Η Πάτριος σοφία δια στόματος του φιλοσόφου Επιχάρμου του Κώου είχε σαφώς  αποφανθεί «νους ορά και νους ακούει !» ήδη από του 5ου π. Χ. αιώνος.

Ο νους, εκκλησιαστικώς θεωρούμενος, είναι ο «οφθαλμός» της ψυχής και συνάμα το όργανον της «θεογνωσίας» (Θεογνωσία, θεοπτία, όραση του Θεού ή θέα του Θεού, αποκαλείται στην Ορθόδοξο θεολογία, η δυνατότης του ανθρώπου να μετέχει στην αλήθεια του θείου όντος). Κατά την Παράδοση, κατά την κανονική του λειτουργία ο νους εδράζεται στην καρδία. Όταν αδρανοποιηθεί η λειτουργία του (πτώση), τότε συγχέεται με την διάνοια και τους εξ αυτής γενομένους λογισμούς. Στην φυσική του λειτουργία, ως «Ναός Θεού», ο νους είναι έμπλεος χάριτος και προσεύχεται αδιαλείπτως. Διαθέτει δηλαδή την «αέναο μνήμη» του Θεού (δραστικώς και αενάως αναδευομένη νοερά ευχή) και προετοιμάζει τον άνθρωπο για την ένωσή του με το Θεό («θέωση»).

Η Νοερά προσευχή, συνεπώς, είναι η φυσική λειτουργία του νου μέσα στη καρδία, (η οποία συνεπώς πέραν από την βιολογική της λειτουργία, έχει και πνευματική). Η προσευχητική λειτουργία του νου εντός της καρδίας είναι ένα σύστημα ασύλληπτο -και γι΄αυτό άγνωστο- στην επιστήμη. Αυτή κατά την Ορθόδοξο χριστιανική θεολογία είναι η τελεία προσευχή, που κατορθώνεται όταν ο νους ελευθερωθεί από την υποδούλωσή του στην λογική, στα πάθη και στον περιβάλλοντα κόσμο, οπότε και επιστρέφει στην καρδία. Έτσι, η νοερά προσευχή γίνεται με τον νου μέσα στην καρδιά, ενώ η λογική προσευχή γίνεται με την λογική. [Στα πλαίσια της Ορθοδοξίας ο όρος «νοερά προσευχή» αναφέρεται συνήθως στην μονολόγιστη ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Αυτή είναι μια προσευχή που ημπορεί κανείς να λέγει κάθε στιγμή, αλλά και σε δύσκολες στιγμές της ζωής του νοερώς, ιδιαιτέρως δε όταν ευρίσκεται εκτός ναού].

Με βάση την εντολή του Κυρίου ημών Χριστού στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο 6:6 [«Συ όμως, όταν θέλης να προσευχηθής, προτίμα το ιδιαίτερον δωμάτιόν σου, κλείσε την θύραν και κάμε την προσευχήν σου στον Πατέρα σου, που είναι αόρατος και σαν κρυμμένος. Και ο Πατήρ σου, που βλέπει και τα πλέον απόκρυφα, θα σου αποδώση εις τα φανερά την αμοιβήν σου».]  η Ησυχαστική παράδοση είναι μια διαδικασία αποσύρσεως «επί τα έσω», στροφής  προς την ενδοτέρα ύπαρξη, με ταυτόχρονο παύση των αισθήσεων, προκειμένου να επιτευχθεί η  βιωματική γνώση του Θεού.

Από ιστορικής απόψεως η «ησυχία» ως όρος ανευρίσκεται στα πατερικά κείμενα του 4ου  και 5ου  αιώνος και φέρεται ότι διεδόθη από κέντρα του Ορθοδόξου Μοναχισμού όπως η μονή της Aγίας Aικατερίνης στο Σινά. Πρόκειται για έναν όρο συμβατικό, ο οποίος περιγράφει την μέθοδο προσευχής και του δυναμικού διαλογισμού των μοναχών μέσω της ηρεμίας του εσωτερικού εαυτού.

Μεταγενέστερον, στην βυζαντινή κοινωνία, ο όρος διευρύνθη ώστε να περιλάβει όχι μόνον την συγκεκριμένη μέθοδο προσευχής αλλά και το σχετικό πνευματικό ρεύμα, που υπεστήριζε ότι ο Θεός ημπορεί να αποκαλυφθεί στον άνθρωπο όταν εκείνος τον αναζητά αδιαλείπτως με την προσευχή του νοός ή με την προσευχή της καρδίας. Στην υστεροβυζαντινή περίοδο ο Ησυχασμός υπήρξεν σημείον τριβής μεταξύ διαφορετικών ιδεολογικών ρευμάτων, όπως επίσης και πεδίον εκδηλώσεως πολιτικών και κοινωνικών ερίδων, με αποτέλεσμα ο όρος να χρησιμοποιείται εν τέλει για την περιγραφή ενός λίαν ευρέος συνόλου θρησκευτικοπολιτικών και κοινωνικών κινημάτων του 14ου  και 15ου  αιώνος στο Βυζάντιον. Επισημαίνεται ότι τα πολιτικοκοινωνικά πράγματα και η θεολογία συνεπορεύθησαν  και συνεπλάκησαν σε μιαν παρατεταμένη και αυξομειουμένη κρίση, ως δύο όψεις της αυτής πραγματικότητος : της «βυζαντινής» κοινωνίας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 205)

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ ΛΑ’

Προφανώς το ιδιαιτέρως βαρύνον ζήτημα της Σλαβοφιλίας και του Πανσλαβισμού με τις πολυδύναμες αποτυπώσεις του στον Ελληνισμό απαιτεί πέραν των ξένων μελετών και μιαν επισκόπηση – τουλάχιστον απανθισματική (κατ’ ανάγκην χώρου) – και στην νεοτέρα ελληνική ιστοριογραφία, αρχής γενομένης από τα τέλη του 19ου  αιώνος.

Ο μείζων ιστορικός του β’ ημίσεως του 19ου αιώνος, νομικός, συγγραφεύς και διάσημος δημοσιογράφος, Κωνσταντινοπολίτης Επαμεινώνδας Κυριακίδης (1861-1939) στο πόνημά του «Ιστορία του σύγχρονου Ελληνισμού. Από της ιδρύσεως του Βασιλείου της Ελλάδος μέχρι των ημερών μας 1832-1892», ανεφέρθη με πάθος και δριμύτητα κατά του Πανσλαβισμού, (αρνούμενος στους Βουλγάρους ακόμη και την ιδιότητα του έθνους και) υποδεικνύων τους Ρώσους ως τον κύριο μοχλό της αναρρήσεώς των Βουλγάρων σε βάθρο εθνότητος, η οποία συνεπώς «ευλόγως και δικαίως» αξιώνει την αυτοδιάθεσή της. Επιπλέον έθεσε ιδιαιτέρως στο στόχαστρο της κριτικής του την πολυεπίπεδο δράση του «εν Κωνσταντινουπόλει» πρεσβευτή της Ρωσίας, του διαβοήτου ανθέλληνος στρατηγού Νικολάϊ Παύλοβιτς Ιγνάτιεφ.

Ο διακεκριμένος νομικός και  υπουργός, γερουσιαστής και εκδότης  του 19ου  αιώνος των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνος, Γεώργιος Φιλάρετος («Ξενοκρατία και βασιλεία εν Ελλάδι [1821-1897]», (1897), μολονότι υπερετόνισε τον ανθελληνικό ρόλο της Αγγλίας ακόμα και στις υπέρ της Βουλγαρίας διευθετήσεις της περιόδου, έκρινε με ακραιφνώς γεωστρατηγικούς όρους την πολιτική της Ρωσίας και εμέμφθη όσους παρασυρόμενοι από το «ομόδοξον» ήλπιζαν ανοήτως στη βοήθειά της, παραβλέποντες τον σκληρό ρεαλισμόν των διεθνών σχέσεων, από τον οποίον ευλόγως και βεβαίως εδιέπετο και η πολιτική της Αγίας Πετρουπόλεως έναντι του «καχεκτικού κρατιδίου» μας. Η όποια σλαβοφοβία δεν ήσκησε την παραμικρά επίδραση στην κρίση του.

Σπουδαία κείμενα που αφορούν στο ζήτημα είναι επίσης  τα πονήματα του μεγάλου πατριώτη  ιστορικού, καθηγητού Βυζαντινής και Συγχρόνου Ιστορίας του Αριστοτελείου  Πανεπιστημίου και Ακαδημαϊκού  Ιωάννου Βογιατζίδη (1877-1961): «Τα προς βορράν σύνορα του ελληνισμού: μελέτη αναγνωσθείσα εν τω εν Θεσσαλονίκη συνελθόντι συνεδρίω εθνικών δικαίων την 5ην Ιουνίου 1946», Εκδόσεις Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών,  (1946) και «Το γόητρον της νίκης των Ρώσσων και ο πανσλαβισμός» (1948).

Προφανώς μελετώντες το δρώμενο Σλαφοφιλία – Πανσλαβισμός δεν  ημπορούμε να αγνοήσουμε τον μεγάλο ιστορικό, βυζαντινολόγο και Ακαδημαϊκό Κωνσταντίνο Άμαντο («Ιστορικαί σχέσεις Ελλήνων, Σέρβων και Βουλγάρων», (Αθήνα 1949), ο οποίος μάλιστα συνέγραψε σε μιαν εποχή που ήταν ολοφάνερη η υπέρ των εθνοπροδοτών του ΚΚΕ δράση των Σλάβων γειτόνων μας, και δεν εφείσθη κατηγοριών και  απαξιωτικών χαρακτηρισμών για τους Βουλγάρους και τον εν γένει ρόλο του Πανσλαβισμού στην κομμουνιστική ανταρσία.

Ο κομμουνιστής συγγραφεύς Τάσος Βουρνάς («Ιστορία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας, τόμος Α΄: Από την Επανάσταση του 1821 ως το κίνημα στο Γουδί», (Αθήνα 1997), υιοθετεί φανερά και ξεκάθαρα την αντιβρετανική οπτική γωνία του Φιλαρέτου, χωρίς όμως να συνεισφέρει τίποτα στον εμπλουτισμό της σχετικής αντιβρετανικής προβληματικής. Ο αντικειμενικός και …. αριστερός πατριώτης (!), αείμνηστος ιστορικός – με ιδιαιτέρα επιρροή στην σύγχρονη ιστοριογραφία – Νικόλαος Σβορώνος («Επισκόπηση της νεοελληνικής Ιστορίας») εστιάζει επί του ελεεινού ρόλου της Αγγλίας στην ύπουλη ανάδευση των πανσλαβικών φοβιών του Ελληνισμού. Της Αγγλίας η οποία πάντα ελειτούργησε εναντίον των αλυτρωτικών δικαίων του Ελληνισμού.

Στην πλέον πρόσφατη εργογραφία  της ιστοριογραφικής παραγωγής,  που άπτεται ποικιλοτρόπως του σλαβοκεντρικού προβλήματος (Σλαβοφιλία-Πανσλαβισμός), έχουν καταγραφεί ποικίλες διακριτές τάσεις :

Η ιστορικός, καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου (1944-2009), στο πόνημά της : «Ιδεολογικές διαδρομές. Πολιτική, γλώσσα και κοινωνία 1871-1909», [στον 5ο  τόμο «Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική ανάπτυξη του Ελληνισμού», (Αθήνα 2003), του νεοεποχίτικου κοσμοπολίτικου και διεθνιστικού μεγάλου συλλογικού έργου : «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000»] κάνει λόγο για «κατασκευή εχθρών από την κυρίαρχη ιδεολογία» και για ….. «εθνικιστικό λόγο» που αρθρώνεται με άξονα την σλαβική απειλή. Μάλιστα με βάση αυτήν την αυθαίρετη,  δαιμονολογικού τύπου επιχειρηματολογία  αναγνωρίζει, (εσφαλμένα), στον «αντισλαβισμό» ρόλο κομβικού χαρακτήρα της ελληνικής Εθνικιστικής Ιδεολογίας (για αυτήν, όπως και του λοιπούς «προοδευτικούς» «δημοκράτες», χρησιμοποιείται απαξιωτικά ο όρος «εθνικιστικός» -προς προληπτικό στιγματισμό οιασδήποτε εκφοράς δημοσίου, απλώς αυτοπροσδιοριστικού λόγου με όρους προστασίας και στοιχειώσεως της ελληνικής ιδιοπροσωπείας- και καταμαρτυρεί την εμμονή της εθνοαποδομητικής μερίδας).

Ο Κώστας Κωστής, καθηγητής οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο βιβλίο του  «Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας – Η διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους 18ος -21ος αιώνας», (Αθήνα, 2013), εκθέτει περιγραφικά  τα γεγονότα, δίχως να  αναλύει και να ερμηνεύει τα άδηλα, δόλια και «υπόγεια» ρεύματα που τα προξενούν και τα νοηματοδοτούν. Στο κείμενό του αγνοεί παντελώς την εύλογο κατά την οθωνική περίοδο του ελληνικού βασιλείου απόπειρα ελληνοσλαβικής προσεγγίσεως προς συκρότηση αντιοθωμανικής συμμαχίας, ενώ ορθώς στιγματίζει τις εγγενείς αδυναμίες του ξενοδούλου ή ξενοκινήτου νεο-«ελληνικού» κράτους, όπου οι άρχουσες τάξεις  του Βασιλείου απεδείχθησαν ανίκανες να εκμεταλλευθούν τις οιεσδήποτε ευκαιρίες της τότε διεθνούς συγκυρίας.

Ο ιστορικός και ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, στο έργο του «Ελληνική εξωτερική πολιτική 1830-1981», επανεξετάζει ενδελεχώς την παραδοσιακή αφήγηση για τον ρωσικό  ρόλο στην περίοδο του βουλγαρικού Σχίσματος και υπογραμμίζει σαφώς την εμμονική αδιαλλαξία του βουλγαρικού εθνικισμού ως παράγοντος διεθνικής και ενδοχριστιανικής ρήξεως ενώ απαλύνει κατά τι την επικριτική εκτίμηση της προσωπικότητος  του δαιμόνιου Ιγνάτιεφ, αποδίδων καλύτερο περίγραμμά του απ΄ ότι μας έχει συνηθίσει η ελληνική ιστοριογραφία, γιά το ζήτημα της εξαρχικής διανέξεως  των Βουλγάρων με το Φανάρι.

Οι περισσότερον «ψυχρές» και μη δαιμονολογικές εκτιμήσεις περί του ανθέλληνος   Ιγνάτιεφ και του πανσλαβιστικού δρωμένου είχαν επισημανθεί επίσης στο βιβλίο «Ελλάς. Η σύγχρονη συνέχεια – Από το 1821 μέχρι σήμερα» των πανεπιστημιακών ιστορικών Αθανασίου Βερέμη και Ιωάννη Κολλιόπουλου, Αθήνα, 2006, καθώς και στο  «The Unification of Greece (1770-1923)», Λονδίνο 1972, του  Άγγλου ιστορικού και πανεπιστημιακού, Ντάγκλας Ντέϊκιν (1935-1974), ομοτίμου καθηγητή της Iστορίας στο Κολέγιο Μπίρκμπεκ του Πανεπιστημίου του  Λονδίνου ιδιαιτέρως γνωστού στον χώρο των Νεοελληνικών σπουδών.

Υπενθυμίζεται πάντως ότι εν πολλοίς η «μήτρα» του Πανσλαβισμού, η Σλαβοφιλία, υπήρξε μια ρωσική προσαρμογή μεταφυσικών τάσεων της γερμανικής ιδεαλιστικής φιλοσοφίας και, εν γένει, ρευμάτων δυτικής προελεύσεως γύρω από την αποστολή και το πρωτείο του ρωσικού λαού, συνάμα όμως και περί την εξαγγελία παγκοσμίων αξιών. Συμφώνως προς τους σλαβοφίλους, ο λατινικός και ο γερμανικός πολιτισμός βρίσκονταν πλέον σε παρακμή και μοιραίως οι νέες ηθικές αξίες θα προέρχονταν από τους «ιστορικώς νεαρούς» σλαβικούς λαούς, μάλιστα δε από τον ρωσικό, ο οποίος διατηρούσε καθαρές τις ψυχικές δυνάμεις και τις αρχέγονες αρετές του. Η ρωσική «εν Χριστώ ταπεινοφροσύνη» εφέρετο ως  διαμετρικώς αντίθετη προς την ρωμαϊκή παράδοση της ισχύος,(αλλά η Ρωσία επιζητούσε να καταστεί η «Νέα Ρώμη»), όπως  και στο ιπποτικό πνεύμα του ευρωπαϊκού Μεσαίωνος (ενώ ιχνηλατούσε την αφιερωματική τροχιά της στην πορεία των μυθικών πλανοδίων «Μπογκατύρ», των ενθέων πλανοδίων Ρώσων θαυματουργών ιπποτών). Η «Εκκλησία» της Ρώμης δεν αποτελεί παρά την τροποιημένη και φενακίζουσα συνέχεια της αρχαίας παγανιστικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Το σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως ήταν καρπός της λατινικής σχολαστικής μονομερείας, πού ανεκήρυξε το «Filioque» σε απαρέγκλιτο δόγμα πίστεως, αποσπώσα εαυτήν από την εκκλησιαστική ενότητα και εκπίπτουσα στον υλόφρονα ορθολογισμό, (του οποίου αργότερον υπήρξαν αναπόφευκτες συνέπειες ο προτεσταντισμός και η αθεΐα). Μόνον η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν αποσυνετέθη από τον ορθολογισμό και μόνον αυτή έχει, σε πλήρη, αρμονική και ορθή σύνθεση την ενότητα και την ελευθερία. Ο προτεσταντισμός έχει την ελευθερία χωρίς την ενότητα, ενώ ο παπισμός διαθέτει την ενότητα χωρίς την ελευθερία. Πάντως, παρά την έμμονο φιλορθόδοξο και βυζαντινολατρική στάση τους οι Σλαβόφιλοι εδέχθησαν πολλές προτεσταντικές επιδράσεις.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 204)

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ Λ’

Oι απαρχές του εν πολλοίς ρωσικοκινήτου επεκτατικού Πανσλαβισμού πρέπει να αναζητηθούν σε ένα δραστικό και πολυεπίπεδο σύνολο αντιλήψεων που εκαλλιεργήθη ήδη από την 3η  δεκαετία του 19ου  αιώνος. Αντιλήψεων οι οποίες  παρέμειναν δραστήριες και ιδιαιτέρως δημοφιλείς κατά τις τρεις επόμενες δεκαετίες στους επαλλήλους κύκλους των Σλαβοφίλων.

Επρόκειτο μάλλον για ένα σύνολο αλληλεπικαλυπτομένων και εν μέρει ομογενοποιημένων ιδεών – και όχι για ένα συστηματικώς διαρθρωμένο φιλοσοφικό οικοδόμημα –, ιδεών σχετικών με τον ειδικό κοσμοϊστορικό, οιονεί σωτηριακό – μεσσιανικό ρόλο τον οποίον επρόκειτο να αναλάβει στην διεθνή σκηνή η Ρωσία, αντλούσα έμπνευση και δύναμη προς τούτο από την Ορθόδοξο χριστιανική πίστη και από τις ρωμαλέες  παραδόσεις του σλαβικού παρελθόντος της. (Χoμιακόφ, Κυριέφκσυ, Αξάκοφ και πολλοί διανοούμενοι υπήρξαν  οι πρωτεργάτες και πομποί των ιδεών αυτών).

Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι από τους Σλαβοφίλους, με την αξιοπρόσεκτο εξαίρεση του Αξάκοφ, δεν αντελαμβάνοντο την πλανητική και κοσμοϊστορική αποστολή της Ρωσίας με όρους «ιμπεριαλιστικής» επεκτάσεως, εφόσον ο κεντρικός άξων της σκέψεώς τους δεν ήταν πολιτικός, αλλά κατά το πλέιστον πολιτισμικός και δη ιστορικοφιλοσοφικός. [Ενδελεχής ανάλυση από τον Πωλονοεβραίο ιστορικό Ρίτσαρντ Πάϊπς στο σπουδαίο έργο του «Russian Conservatism and ιts Critics. A Study in Political Culture», (Λονδίνο, 2007)].

Μολονότι η σκέψη των Σλαβοφίλων διεποτίζετο, μεταξύ άλλων, από τις πηγές όπου αντλούσαν ταυτοχρόνως οι σύγχρονοι και αντίπαλοί τους «Δυτικίζοντες», δηλαδή από  την ευρυτάτη ιδεαλιστική φιλοσοφία του Χέγκελ και του Σέλινγκ, οι Σλαβόφιλοι επέμεναν κατά κόρον στην ανάδειξη του «αντιθετικού – ανταγωνιστικού διπόλου» Ευρώπη – Ρωσία, μάλιστα δε με πάθος, ένταση και έμφαση ποικίλουσα από στοχαστή σε στοχαστή, καθώς το μυθικο-ιστορικό ρωσικό παρελθόν δεν προσελάμβανε τοτεμικό χαρακτήρα, αλλά μάλλον λειτουργούσε ως ισχυρότατο έναυσμα στοχαστικής συνθέσως  διαφορετικών «ομοτρόπων» επιρροών. Η Ρωσία, ως πλατωνικόν «τρίτον τι», ως «Γ’ Ρώμη», μη  ανήκουσα  στην Ευρώπη μηδέ στην Ασία, εκλήθη να ανασυνθέσει και να καταστήσει παγκόσμιο τον βαθύτατα εμβαπτισμένο στην ορθοδοξία σλαβικό πολιτισμό της. Και αυτή η δραστηριότης εξεδηλώθη σε μια περίοδο κατά την οποίαν η κρίση του δυτικού πολιτισμικού προτύπου, ορθολογιστικού, μηχανιστικού, «φιλελευθέρου» και απροσώπου, εσφράγιζε την καλπάζουσα και μη ανασχέσιμο παρακμή της υλόφρονος Ευρώπης.

Η κατά το δυνατόν απροκατάληπτη εκ μέρους μας μελέτη του πολυδυνάμου και πολυεπιπέδου σλαβοκεντρικού ζητήματος, εκτενεστάτη και ενίοτε αντιφατική, πράγματι είναι σε θέση να κλονίσει τις οποιεσδήποτε αβαθείς βεβαιότητές μας, αλλά συνάμα και να επισφραγίσει  το αίτημα της «παγκοσμίου εποπτείας – τοπικής ενεργείας», το οποίον αποτελεί πολιτισμικό και πολιτικό πρόταγμα των Ελλήνων Εθνικιστών.

Το «οικείον» απαρτιώνεται μόνον προσλαμβανόμενο κατοπτρικώς μέσω της εμβριθούς σπουδής του «αλλοτρίου», χαλυβδώνεται και αποτελεί πυλώνα ειλικρινούς και δημιουργικής αυτογνωσίας

Άξια μελέτης είναι η συνοπτική και πλήρης αφήγηση του Ρώσου («εμικγκρέ») ιστορικού και σοβιετολόγου, καθηγητού της Ρωσικής Ιστορίας στο Pennsylvania State University, Σεργκέϊ Βασίλιεβιτς Ουτέτσιν (1921-2004)  στο έργον του: «Russian Political Thought. A Concise History» (Νέα Υόρκη -Λονδίνο 1964), ο οποίος υποδεικνύει ομού με τον Πανσλαβισμό και την κίνηση της «εδαφικότητος» ως ισχυρές προεκτάσεις της σλαβοφιλικής θεωρίας.

Επίσης σημαντική αξία έχει και η  μελέτη της Γελένα Μιλόϊκοβιτς – Ντιούριτς : «Panslavism and the National Identity in Russia and the Balkan, 1830-1880: Images of the Self and Others», (Νέα Υόρκη 1994), η οποία θεωρεί τον Πανσλαβισμό από μιαν εντελώς διαφορετική οπτική γωνία, του αναγνωρίζει λειτουργία ενός ενοποιητικού «σχεσιακού» γεγονότος και όχι μιας προεσχηματισμένης απειλής προς την τότε καθεστηκυία ισορροπία μεγάλων και περιφερικών δυνάμεων, όπως συνήθως αυτή ερμηνεύεται.

Προφανώς το  ιδιαιτέρως βαρύνον ζήτημα της Σλαβοφιλίας και του Πανσλαβισμού με τις πολυδύναμες αποτυπώσεις του στον Ελληνισμό απαιτεί πέραν των ξένων μελετών και μιαν επισκόπηση – τουλάχιστον απανθισματική (κατ’ ανάγκην χώρου) – και στην νεοτέρα ελληνική ιστοριογραφία, αρχής γενομένης από τα τέλη του 19ου  αιώνος.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 203)

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ ΚΘ’

Μετά την αποτυχία της Ρωσίας κατά στον 11ο  κατά σειράν Ρωσοτουρκικό πόλεμο, ο οποίος ονομάσθηκε «Κριμαϊκός πόλεμος», την περίοδο 1853-56, η Ρωσία ενεφανίσθη ως προστάτης των λαών σλαβικής καταγωγής, δηλαδή των Σέρβων και των Βουλγάρων. Έκτοτε προσέλαβε χαρακτήρα επιθετικό και πολιτικό, επεδίωξε την αφύπνιση του εθνικισμού των σλαβικών φύλων κι κυρίως της Βουλγαρίας, ενώ Βούλγαροι φοιτητές εστέλοντο για σπουδές στην Αγία Πετρούπολη και επέστρεφαν ώστε να εξαπλώσουν τον σλαβικό εθνοφυλετισμό, ενώ σταδιακώς επεχειρήθη μια ευρυτέρα προσπάθεια των Βουλγάρων να διεισδύσουν νοτιότερον. Στα πλαίσια αυτής της προσπαθείας, ήρχισε η συστηματική οικοδόμηση βουλγάρικων σχολείων, καθώς και ο διορισμός διδασκάλων και ιερέων που υπεστήριζαν τις απόψεις της Εξαρχίας, ακόμη και σε περιοχές όπου το βουλγάρικο στοιχείο ήταν μειοψηφικό, απαιτούσαν τις εκκλησίες των Ελλήνων και διεξαγωγή της Θείας λειτουργίας στην σλαβική, παύσαντες να μνημονεύουν τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Κατόπιν εξαπέλυσαν ανηλεή τρομοκρατία κατά των ελληνικών πληθυσμών. Η βουλγαρική προσπάθεια είχεν ως στόχο, την προσέλκυση των σλαβόφωνων πληθυσμών στην Εξαρχία, την καλλιέργεια βουλγαρικής συνειδήσεως, καθώς και την διείσδυση σε περιοχές με συμπαγή – μη βουλγαρικό- πληθυσμό, ώστε να δημιουργηθούν παντού ισχυροί βουλγαρικοί θύλακες.

Στις 10 Μαρτίου 1870 εκδόθηκε σουλτανικό φιρμάνι για την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας, που αποτέλεσε και το πρώτο βήμα για την ίδρυση του Βουλγαρικού κράτους και περιελάμβανε τον όρο ότι: «…Αν τα 2/3 τουλάχιστον των ορθοδόξων κατοίκων μιας περιφερείας εκδηλώσουν την επιθυμία να υπαχθούν στην Εξαρχία, τότε η επαρχία αυτή ημπορεί να αποσπασθεί από την δικαιοδοσία του Πατριάρχου…». Η πρώτη πολιτική πράξη συνεργασίας μεταξύ Ρωσίας και Βουλγαρίας υπήρξεν η διαβόητος συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), που προέβλεπε την δημιουργίαν ενός μεγάλου Βουλγαρικού κράτους, αλλά εματαιώθη με την Βερολίνειο συνθήκη που συνήφθη τον ίδιο χρόνο.

Ανάλογος προσπάθεια εξεδηλώθη και με στόχον την επέκταση των πανσλαβικών συμφερόντων στο Άγιον Όρος και περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, προώθηση της ιδέας της διεθνοποιήσεως του Όρους, με την Ρωσία επικεφαλής της κινήσεως. Αυτή εξεκίνησεν αγώνα καταλήψεως κομβικών σημείων στον Άθω, με σκοπόν την «οργανωτική ανύψωσή» τους σε μονές και την συνακόλουθο  αύξηση των δικαιωμάτων τους, με απώτερο σκοπό τον ολοσχερή εκρωσσισμό του Αγίου Όρους. Η ρωσική πολιτική πρόβλεπε την δημιουργία πυκνού δικτύου σκητών, κελιών και καλυβών, στις οποίες διεβίωνε ρωσικό προσωπικό, αλλά και την κλιμακωτή κατάληψη μονών και σκητών. Η προσπάθεια τους εσυνάντησε την ανοχή της Ελληνικής πλευράς, η οποία αντιμετώπιζε με όλως παθητικόν τρόπο τις συνεχείς παραβιάσεις των διεθνών συνθηκών από ρωσικής πλευράς. Η προσπάθεια εξεκίνησε στην μονή του Αγίου Παντελεήμονος, όπου κατόπιν συμφωνίας, εγκατεστάθησαν τριάντα Ρώσοι μοναχοί, οι οποίοι (κατά παράβαση της αρχικής συμφωνίας), έγιναν ογδόντα το 1852 και περισσότεροι των εκατό το 1856, φθάνοντες στους τριακοσίους το 1873, με σημαντικό ποσοστό τους μάλιστα αποτελούμενο από πρώην αξιωματικούς του ρωσικού στρατού, αλλά ιδιαιτέρως του ναυτικού. Τότε και εξέλεξαν Ηγούμενο, τον Ρώσο μοναχό Μακάριο.

Το πρώτο κτύπημα στη Ρωσική προσπάθεια, στα σχέδια της για επεκτατισμό στο Άγιο Όρος, επέφερεν η εμφάνιση της αιρέσεως των Ονοματολατρών ή Ιησουϊτών, η οποία προεκάλεσε ικανή μείωση του αριθμού των Ρώσων μοναχών. Ιδρυτής της αιρέσεως ήταν ο μοναχός Ιλαρίων, που ζούσε στο μετόχιο «Σίμων ο Χαναναίος» της Μονής Παντελεήμονος, ο οποίος εδίδασκεν ότι η συνεχής απαγγελία του ονόματος του Θεού σώζει τον άνθρωπο. Η αίρεση ξεκίνησε το 1907 με την έκδοση του βιβλίου του με τίτλο «Επί των ορέων του Καυκάσου», το οποίον και δεν εθεωρήθη ορθόδοξο. Το τελειωτικό κτύπημα στην Ρωσική προσπάθεια επέφερε η επικράτηση των μπολσεβίκων, τον Οκτώβριον του 1917. Έκτοτε η θρησκεία ετέθη υπό διωγμόν και ετερματίσθη κάθε υποστήριξη προς τους Ρώσους πανσλαβιστές μοναχούς, ενώ οι συνθήκες του Νεϊγύ, των Σεβρών και της Λωζάννης, ανεγνώρισαν την de jure κυριαρχία του Ελληνικού κράτους επί του Αγίου Όρους. Ολίγον αργότερον, ρωσικά αποσπάσματα  απέσυραν βιαίως τους Ρώσους μοναχούς από το Όρος και εξεκένωσαν τα ρωσικά μοναστήρια από όλα τα αφιερώματα και τιμαλφή.

Αντίστοιχα αθέμιτα μέσα εχρησιμοποίησεν επίσης η Βουλγαρία και εκτός από την μονή Ζωγράφου, βουλγαρικόν χαρακτήρα έλαβαν και η σκήτη της Κοιμήσεως Θεοτόκου (ή του Ξυλουργού), που ήταν η πρώτη κοινόβιος σκήτη. Η Βουλγαρία εξεμεταλλεύθη την δυσκολία της Ελληνικής πλευράς, κυρίως την περίοδο 1941-1944, στην διάρκεια της κατοχής της Ελλάδος, όταν προσεπάθησε να καταλάβει την Μονή Ζωγράφου, χρησιμοποιούσα γι’ αυτόν τον σκοπό, τον βουλγαρικό στρατό, ενέργεια που ήλθε σε συνέχεια αναλόγων επιδιώξεων της περιόδου 1912-13. Την περίοδο εκείνη, ένας λόχος του Βουλγαρικού στρατού που είχε μεταβεί για προσκύνημα στη μονή Ζωγράφου, ηρνήθη να την εγκαταλείψει και ύψωσε την βουλγαρική σημαία. Οι στρατιώτες συνελήφθησαν αιχμάλωτοι, ύστερα από πολιορκία, από 100 Έλληνες εθελοντές, κελιώτες και άλλους εργαζομένους σε μονές. Ο λόχος μετεφέρθη στον Πειραιά στις 21 Ιουνίου 1913.

Σημειωτέον ότι, ο όρος «πανσλαβισμός» εχρησιμοποιήθη για πρώτην φορά στην ελληνική δημοσία ζωή το 1855 και έκτοτε ενεγράφη εξάπαντος σε μια διαδικασία εμπλουτισμού του δημοσίου λόγου, με διασαφηνιστικούς νεολογισμούς που αντανακλούν την φόρτιση την οποίαν προκαλεί αναποτρέπτως μια ανθελληνική ανάληψη πρωτοβουλιών εκ μέρους μεγάλων δυνάμεων, απειλητικών για τον Ελληνισμό ή η κατευθυνομένη αφύπνιση εθνοτικών ομάδων, δυνάμει εθνοαποδομητικών του Ελληνισμού.

Έχει ήδη αναφερθεί προτέρως ότι, τον ρόλον του δευτέρου εθνικού κέντρου του Ελληνισμού κατά τον 19ο και τον πρώιμο 20ο αιώνα, (ήτοι της πατριαρχικής Κωνσταντινουπόλεως) στην πάλη έναντι της πανσλαβιστικής «συνωμοσίας» αγνοεί και διαστρέφει η νεοτέρα ιστοριογραφία (εν πολλοίς αντεθνιστικής και αντιχριστιανικής «προδιαθέσεως»). Ουδόλως όμως αγνοεί την μείζονα βαρύτητα της επιρροής της Βασιλευούσης και του Πατριαρχείου, ο πολύς Ρώσος φιλόσοφος, συγγραφεύς, ιστορικός και πολιτικός επιστήμων Κωνσταντίν Νικολάγεβιτς Λεόντιεφ, ο οποίος εμφατικώς και εμμόνως ετόνισεν ότι ο Ελληνισμός διέθετε δύο εθνικά κέντρα, γεγονός που κατά την εκτίμησή του δεν ήταν πάντοτε επωφελές για τους Έλληνες.

Στο σύνολον των συλλογισμών του μεγάλου Ρώσου  ανήκει και η (όχι ανυπόστατος) σκέψη ότι, ειδικώς όσον αφορά στο εκκλησιαστικό πρόβλημα, το οποίον προεκλήθη την περίοδον 1870-2 μετά  την «κατόπιν σουλτανικής αδείας» ανακήρυξη της βουλγαρικής Εξαρχίας, οι Έλληνες δεν ήσαν άμοιροι ευθυνών. Ανταποδίδει την συλλογιστική περί του «εθνοφυλετικού» αντιχριστιανικού συστατικού της Σλαβοφίλου μερίδος γράφων σαφώς στο «Σλαβοφιλία και επερχόμενο πεπρωμένο της Ρωσίας» («Славянофильство и грядущие судбы России», επανέκδοση 2010 Μόσχα, σελίς 496) : «…Το φυλετικό κριτήριο εβάρυνε και στις σχέσεις των ίδιων των Ελλήνων με την Εκκλησία, αφού και αυτοί εχρησιμοποίησαν την θρησκεία ως πολιτικό εργαλείο». Εδώ υπονοεί σαφώς την αιφνιδίως και «πραξικοπηματικώς» πραγματοποιηθείσα ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της ελλαδικής Εκκλησίας.

Βεβαίως η άποψή του αυτή διόλου δεν ημπόδισε τελικώς τον ελληνολάτρη και βυζαντινόφιλο Λεόντιεφ από το να λάβει ισχυρώς θέση υπέρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά την εξελισσομένη διένεξή του με τους Βουλγάρους εθνικιστές, η οποία ως γνωστόν κατέληξε εν τέλει στο διαβόητον βουλγαρικό Σχίσμα, το οποίον μάλιστα επισημοποιήθηκε με την «καταδίκη του εθνοφυλετισμού» των Σλάβων, από την μεγάλη σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1872).

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 202)

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο

ΜΕΡΟΣ ΚH’

Aναφερόμενοι συνοπτικώς στο λίαν αξιοσημείωτο κίνημα των Σλαβοφίλων και την επίδραση που είχε αυτό στην ρωσική σκέψη και στον ρωσικό πολιτισμό, εμνημονεύσαμε τον σπουδαίο Ρώσο στοχαστή Κωνσταντίν Λεόντιεφ, ο οποίος υπήρξε Σλαβόφιλος, φιλέλλην αλλά και πανσλαβιστής. Στο πρόσωπόν του θα επανέλθουμε, λόγω της εξαιρετικής του δραστηριότητος, τρισυποστάτου λόγω των ιδολογικών του ριζών που ανεφέρθησαν αμέσως ανωτέρω.

Όμως χρήζει υπομνήσεως και διασαφηνίσεως τι εστί  πανσλαβισμός: Είναι πολυσύνθετο και πολυεπίπεδο πνευματικό, πολιτικό και πολιτιστικό δόγμα, το οποίον  ανεπτύχθη κατά τον 19ον  αλλά και στις αρχές του 20ου  αιώνος, αποσκοπούσε δε στην πολιτική συνένωση όλων των σλαβικών λαών σε ένα ενιαίο Ομοσπονδιακό κράτος, υπό ρωσικόν έλεγχο. Στην πραγματικότητα υπήρξεν ένα ιδεολογικό πρόσχημα, ένα πρακτικό προκάλυμμα  και μια ηθικοπνευματική  ιδεολογία της μακροπνόου ρωσικής επεκτατικής πολιτικής.

Η ιδεολογική αφετηρία του πρέπει να αναζητηθεί στους τελευταίους αιώνες του Μεσαίωνος. Ο Κροάτης καθολικός ιερομόναχος Μάουρο Ορμπίνι εδημιούργησεν το 1601 την θεωρία περί Σλάβων, η οποία μετεφράσθη από την ιταλική γλώσσα της αρχικής του δημοσιεύσεως περί του βασιλείου των Σλάβων, και εδημοσιεύθη το 1772 στην ρωσική, με εντολή του Αυτοκράτορος Μεγάλου Πέτρου, ώστε να αποτελέσει κομβικό εφαλτήρτιο  της πανσλαβικής πολιτικής. Ο Πανσλαβισμός υπερτονίζει ευφυώς τα πολυάριθμα κοινά στοιχεία των σλαβικών λαών, επιδιώκει την πολιτικήν ένωσή τους και επομένως την αύξηση της ισχύος τους. Ως ιδεολογία, εκαθοδήγησε και εβοήθησε τα μάλιστα στην ανακήρυξη της «Βουλγαρικής Εξαρχίας» το 1870, κατόπιν στην δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας το 1878, στην συνακόλουθο  προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας από την Βουλγαρία το 1885 και εν τέλει στην εκδίωξη των Ελλήνων της Βορείου Θράκης από τις πανάρχαιες πατρογονικές τους εστίες.

Εξεκίνησεν από την επισήμανση της προδήλου συγγενείας των σλαβικών γλωσσών και εξελίχθη σε ισχυρό ευρύ κίνημα υπέρ της ανεξαρτησίας των σλαβικών λαών από τους Αυστριακούς, τους Ούγγρους και τους Οθωμανούς δυνάστες τους, υποστηρίζων την ένωσή τους σ’ ένα κράτος ή σε μία Συνομοσπονδία ανεξαρτήτων σλαβικών κρατών. Στην αυστροουγγρική επικράτεια υπεβοήθησε στην ανάπτυξη του εθνικισμού μεταξύ των Σλάβων, ενώ στην αυτοκρατορική Ρωσία έλαβε συντηρητικοτέρα χροιά και οι εκεί Σλαβόφιλοι αντιπαρετέθησαν με όσους υπεστήριζαν πολιτικοκοινωνικές  μεταρρυθμίσεις ανάλογες με εκείνες των κρατών της Δυτικής Ευρώπης. Ο όρος προετάθη το 1826 από τον Σλοβάκο νομικό και συγγραφέα Γιάν Χέρκελ (1786-1853) και το περιεχόμενό του δεν ήταν σαφές.

Πρώτος κήρυξ της ιδέας θεωρείται ο Όσιος Νέστωρ ο Χρονογράφος της Λαύρας των Σπηλαίων, ο Ρώσος. Το 1113 έγραψε το περίφημο Χρονικόν του, που περιλαμβάνει την ρωσική Ιστορία από το 850 ως το 1110. Ο όσιος, χωρίς να σταματήσει ποτέ την συγγραφή, εκοιμήθη ειρηνικώς το 1114. Ο Κύριος τον εδόξασε με την αφθαρσία του τιμίου λειψάνου του. Ισχυρίσθηκε ότι οι Σλάβοι ήσαν μία από τις 70 φυλές απογόνους του Ιάφεθ, οι οποίες αργότερα έλαβαν διάφορα ονόματα.

Στα μέσα του 15ου αιώνος ενεφανίσθη ο Κροάτης φιλόσοφος και ιστορικός Βίνκο Πριμπόγεβιτς με το διάσημο κείμενό του «Περί της προελεύσεως και της δόξης των Σλάβων». Τον ηκολούθησαν ο Κροάτης καθολικός ιερεύς Γεώργιος Κριζάνιτς τον 17ον  αιώνα και ο Σλοβάκος ιδρυτής της συγχρόνου εθνολογίας νομικός, αυτοκρατορικός αρχι- βιβλιοθηκάριος των Αψβούργων και λυρικός ποιητής Άνταμ Φράντιζεκ Κόλαρ ντε Κερεστέν τον 18ον αιώνα (ο αποκαλούμενος και «Σλοβένος Σωκράτης»). Σκοπός τους ήταν να αντιμετωπίσουν την απειλή των ισχυρών γειτόνων τους Τούρκων, Ούγγρων και Γερμανών, οι οποίοι επανειλημμένα είχαν κατακτήσει τα μικρά σλαβικά κράτη της Ευρώπης. Επίσης σημαίνων πανσλαβιστής τον 19ον αιώνα υπήρξεν ο Σλοβάκος φιλόσοφος, γλωσσολόγος και ποιητής Λούντοβιτ Βέλισλαβ Στουρ συγγραφεύς του βιβλίου «Ο σλαβισμός και ο κόσμος του μέλλοντος». Σε αυτόν οφείλεται η διάσημη φράση: « Κάθε έθνος έχει τον χρόνο του υπό  τον ήλιο του Θεού. Και η φιλύρα (σύμβολο των Σλάβων) ανθίζει όταν η δρυς (σύμβολο των γερμανικών λαών) έχει από μακρού πεθάνει !»

Το πρώτο Κεντρικό Σλαβικό Κομιτάτο, ιδρύθηκε στη Ρωσία το 1845, κι είχε ως στόχο να προσηλυτίσει τους Βουλγάρους στην ιδέα του Ρωσικού Πανσλαβισμού, που θα έκανε πραγματικότητα τα οράματα του Τσάρου Μεγάλου Πέτρου για κάθοδο των Ρώσων στη «ζεστή θάλασσα» όπως ονόμαζαν το Αιγαίο πέλαγος. Κύρια προσπάθειά του, που υπηρετούσε τον πολιτικό στόχο της Ρωσίας, ήταν να πείθει τους Ουνίτες, (δηλαδή τους Ορθόδοξους Χριστιανούς που είχαν ασπασθεί τον Καθολικισμό), στα Βαλκάνια να αναγνωρίσουν την Βουλγαρική Εξαρχία, χρησιμοποιών, κυρίως, ποικίλες ικανές υλικές και χρηματικές απολαβές.

Ο Έλληνας πρέσβης στο Βελιγράδι, σε γραπτή του αναφορά το 1887 αναφέρεται στο ιλιγγιώδες χρηματικό ποσό 4.000.000 φράγκων, το οποίο είχε δοθεί για την εξυπηρέτηση των εθνικών αναγκών της Σερβίας στην Μακεδονία από πλευράς των Ρώσων. [«….Προς εξαγοράν υπέρ των σερβικών υποθέσεων κυρίως Οθωμανών υπαλλήλων, οίτινες υπό των Βουλγάρων επίσης δωροδοκούμενοι, κατεδίωκον τους Σέρβους διδασκάλους…»] Νικόλαος Βλάχος, καθηγητής Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, «Το Μακεδονικόν Ζήτημα ως φάσις του Ανατολικού Ζητήματος : 1878-1908», σελίδες 177-178.] Προκειμένου να επιτύχει  τον σκοπόν της η Ρωσική πολιτική, εβοήθησεν άλλοτε τους Βουλγάρους και άλλοτε τους Σέρβους, αρκετές φορές και τους δύο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 201)

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

ΜΕΡΟΣ ΚΖ’

Yπενθυμίζεται ότι για την ελληνική άρχουσα τάξη του δευτέρου ημίσεως  του 19ου  αιώνος και την ελληνική κοινή γνώμη της εποχής -εξόχως ευαίσθητο περί το αλυτρωτικό ζήτημα της εθνικής ολοκληρώσεως- ο δρόμος προς την πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας δεν εφράσσετο πλέον μόνον από τους Οθωμανούς και τους εκάστοτε υποστηρικτές τους. Ένας νέος και ρωμαλέος αρνητικός παράγων είχεν εμφανισθεί στον αναδιαμορφούμενο γεωπολιτικό ορίζοντα, ως «δυνάμει» υπονομευτικός του μεγαλοϊδεατικού οράματος της εθνικής αποκαταστάσεως: Η ευνοϊκή πολιτική της Αγίας Πετρουπόλεως έναντι των «Σλάβων αδελφών» εφαίνετο στην ελληνική κοινή γνώμη – εν μέρει ορθώς – ότι λειτουργεί καταλυτικώς υπέρ της εθνικής χειραφετήσεως και αναζωογονήσεως των Βουλγάρων, αλλά και υποστηρικτικώς σε σχέση με τις πραξικοπηματικές ενέργειές τους έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου με το «Εξαρχικό ζήτημα». Η υφισταμένη «χρονική απόσταση συμπερασματικής ασφαλείας», η οποία μας χωρίζει από την εν λόγω κρίσιμο περίοδο, μας επιτρέπει βεβαίως την νηφαλιοτέρα και ενδελεχεστέρα κριτική προσώπων, πραγμάτων, δρωμένων και ιδεολογικών ρευμάτων. Η επίσημος πολιτική όσον και η δημοσία – λαϊκή κοινή γνώμη του Ελληνικού Βασιλείου της περιόδου, υπήρξεν ορθώς και ευλόγως εθνικιστική, δίχως συνάμα να είναι αναιτίως και υπερβολικώς σλαβοφοβική. Ηθική τάξη και ορθοτομία της ιστορικής αληθείας  επιβάλλουν την επί τούτω μεθοδική υιοθέτηση μιας λεπτομερούς και «καχυπόπτου» ερμηνευτικής προσεγγίσως.

Ουδέποτε το σύνολον των αρχόντων και διανοητών του τότε Βασιλείου της Ελλάδος «ενετάχθη» τάχα  στην τροχιά ενός εμπαθούς αντισλαβισμού.  Περίτρανη απόδειξη τούτου είναι ότι, σε αντίθεση με τους Επαμεινώνδα Δεληγιώργη και Δημήτριο Βούλγαρη, ο πολιτικός που έδωσε τον κύριο τόνο στην εν λόγω κρίσιμο περίοδο, ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, παρέμεινε αμετακινήτως προσηλωμένος στην ιδέαν της παραδοσιακής συμμαχίας με την ομόδοξο αυτοκρατορική Ρωσία, ενώ και ο Χαρίλαος Τρικούπης ως Υπουργός Εξωτερικών την 26η Αυγούστου 1867 συνυπέγραψε με τους Σέρβους την μυστική «Συνθήκην Αμυντικού Πολέμου» στο Φεσλάου  της Αυστρίας. Η συνθήκη προετάθη από τον Έλληνα υπουργό εξωτερικών Χαρίλαο Τρικούπη και υπεγράφη από τον λόγιο και διπλωμάτη Πέτρο Ζάνο και τον πρίγκηπα Μιχαήλο Γ΄ Ομπρένοβιτς της Σερβίας. Ήταν η πρώτη προσπάθεια μιας συμμαχία μεταξύ Βαλκανικών χωρών ενναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι δύο χώρες συνεφώνησαν στα εδάφη που η καθεμία από αυτές θα κατελάμβανε  μετά από έναν επιτυχή πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Συνθήκη δεν ετέθηκε ποτέ σε ισχύ, επειδή ο πρίγκηψ Μιχαήλο εδολοφονήθηκε ολίγον αργότερον.

Ως «Αντικειμενικός Σκοπός» της συμφωνίας είχεν ορισθεί  η απελευθέρωση όλων των χριστιανικών πληθυσμών της Ευρωπαϊκής Τουρκίας και του Αιγαίου ή κατ’ ελάχιστον η προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Ηπείρου στην Ελλάδα και της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης στην Σερβία. Προεβλέφθη ότι η προσάρτηση της Κρήτης από την Ελλάδα δεν θα έδιδε δικαιώματα στην Σερβία. Μετά την απελευθέρωση, οι πληθυσμοί θα απεφάσιζαν με δημοψήφισμα την ένωση με την Ελλάδα ή την Σερβία ή την ανεξάρτητη ένταξή τους σε μια Βαλκανική Ομοσπονδία.

Ούτε βεβαίως ο συναγερμός της ελληνικής κοινής γνώμης απέναντι στο φάσμα μιας βουλγαρικής καθόδου στο Αιγαίον (ποδηγετουμένης μάλιστα από την Ρωσία) εστερείτο νοήματος, όπως αποδεικνύει η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, (εν μέρει βεβαίως εξουδετερωθείσα από τις Δυτικές δυνάμεις). Ενωρίτερον, η επιτυχής παρέμβαση του εθνικού μας ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγοπούλου στον Γερμανό χαρτογράφο Χάϊνριχ Κίπερτ για το πρόβλημα της εθνολογικής χαρτογραφήσεως της Βαλκανικής πιστοποιεί το εφικτόν της σζεύξεως επιστημονικής εγκυρότητος και πατριωτικής εγρηγόρσεως.

Με τον μέγα Παπαρρηγόπουλο – που συνεχίζει να συκοφαντείται και να βάλλεται από Δεξιά και Αριστερά υποκείμενα της εθνοαποδομήσως-  εγκαινιάζεται μια παράδοση συμμετοχικής παρουσίας των επαγγελματιών ιστορικών και πανεπιστημιακών καθηγητών ιστορίας στα εθνικά πολιτικά πράγματα. Αυτή η παράδοση που εσυνεχίσθη κυρίως με τους αειμνήστους  Σπυρίδωνα Λάμπρο και Παύλο Καρολίδη. Ο Παπαρρηγόπουλος ησχολήθη ενεργώς με την πολιτική δημοσιογραφία σε δύο περιπτώσεις : το 1847 εξέδωσε την «Εθνική» και το 1858 εξέδωσε τον «Έλληνα». Επρόκειτο για βραχύβια μεν εγχειρήματα που επέτυχαν όμως την στήριξη πολιτικών φίλων του ευρισκομένων σε δεινή πολιτική θέση: του Ιωάννη Κωλέττη στην πρώτη περίπτωση και του βασιλέως Όθωνος στην δευτέρα.

Ο ιστορικός ήταν ιδιαιτέρως ευαίσθητος στο θέμα της εικόνος της Ελλάδος στη διεθνή κοινή γνώμη, συμμετείχε δε στην συντακτική επιτροπή του περίφημου «Spectateur de l’Orient», του περιοδικού που ήταν βήμα των ελληνικών θέσεων γιά το Ανατολικόν Ζήτημα, κατά την εποχήν του Κριμαϊκού πολέμου. Επισημαίνεται επίσης η συμμετοχή του ως Προέδρου τόσον στην παραστρατιωτική οργάνωση «Εθνική Άμυνα», όσον και στο ημιεπίσημο όργανο της ελληνικής πολιτιστικής προπαγάνδας, τον «Σύλλογον προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων», καθώς και ο ενεργός ρόλος του στην ίδρυση και λειτουργία του περιφήμου Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός».

Ο ίδιος θα επισήμαινε πάντως ότι εξεπλήρωσε «το προς την πατρίδα καθήκον» κυρίως με δύο ενέργειες:

Με την έκδοση της Histoire de la civilisation hellenique (Παρίσι 1878) –της γαλλικής μεταφράσεως της συνοπτικής εκδοχής της πεντατόμου «Ιστορίας» του, γνωστής ως «Επίλογος»–και

Με  την προσπάθεια επηρεασμού του περιφήμου χαρτογράφο Κίπερτ στο πλαίσιο του συνεδρίου του Βερολίνου, προκειμένου η χαρτογράφηση της Μακεδονίας να εξυπηρετήσει τις δίκαιες ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις.

Παρά ταύτα οι παράμετροι του ιδεολογικοπολιτικού φαινομένου που απεκλήθη Πανσλαβισμός  μάλλον δεν εξετιμήθησαν δεόντως από τις ελληνικές άρχουσες και την κοινή γνώμη της Ελάδος, η οποία ευρίσκετο σε αλληλοδιαδραστική σχέση με το «Κέντρον» του αλυτρώτου – υπόδουλου Ελληνισμού, την Κωνσταντινούπολη. Η νεοτέρα μαρξιστική / διεθνιστική και νεοφιλελεύθερη / οικουμενιστική ιστοριογραφία λησμονεί ή υποτιμά τον ακριβή ρόλο του δεύτερου αυτού εθνικού κέντρου στην καλλιέργεια της συνεγέρσεως έναντι της πανσλαβιστικής «συνωμοσίας».

Βεβαίως το πλέγμα των ιδεών οι οποίες συμπεριελήφθησαν υπό τον γενικόν όρο «Πανσλαβισμός» δεν έχει ρωσικήν προέλευση. Οι ρίζες του πρέπει να αναζητηθούν ανάμεσα στους δυτικούς και νότιους Σλάβους των αρχών του 17ου αιώνος, που τελούσαν σαφώς υπό την κυρίαρχο πνευματική επιρροή του Ρωμαιοκαθολικισμού. Διόλου τυχαίως ο συγγραφεύς του πρώτου πανσλαβιστικού έργου, «Το Βασίλειον των Σλάβων» («Il regno degli Slavi», Πεζάρο, 1601), ήταν ο Δαλματός καθολικός ιερέας Μάβρο Ορμπίνι, ενώ και ο Γιούρι Κρίζανιτς, συγγραφεύς του εκδοθέντος ολίγες δεκαετίες αργότερον πονήματος «Ιστορία του σλαβισμού» (1661, Μόσχα), ο οποίος κατεγράφη στην Ιστορία των πολιτικών ιδεών ως εισηγητής του Πανσλαβισμού, ήταν Κροάτης και, όπως ο Ορμπίνι, Ρωμαιοκαθολικός ιερεύς.

Στην Ρωσία, η πρώτη πολιτική ομάς με σαφές πανσλαβιστικό πρόγραμμα υπήρξεν η «Εταιρεία των Ενωμένων Σλάβων», την οποία συνεκρότησαν μέλη της φιλελευθέρας συνωμοτικής ομάδος των περιβοήτων «Δεκεμβριστών». Μετά την αποτυχία της εξεγέρσεως των Δεκεμβριστών, την διάπυρο σκυτάλη του Πανσλαβισμού παρέλαβεν ο υπεσυντηρητικός καθηγητής του Πανεπιστημίου της Μόσχας Μιχαήλ Πετρόβιτς Πογκόντιν, ο οποίος θα διατελέσει πρόεδρος της κύριας πανσλαβιστικής οργάνωσης στην Ρωσία  «Μοσχοβίτικο Σλαβικό Φιλανθρωπικό Κομιτάτο». Αυτό ιδρύθη το 1858 με επισήμως δηλούμενο στόχο την συνδρομή σχολείων, βιβλιοθηκών και Εκκλησιών στις σλαβικές χώρες αλλά, κατ’ ουσίαν, την προώθηση πολιτικών στόχων.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 200)

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ ΚΣΤ’

Το δόγμα της «Συλλογικότητος» και ο όρος που εχρησιμοποιήθη για να αποδώσει την οργανική ενότητα και απαρτίωση της λαϊκης κοινότητος, επενοήθη από τους Ιβάν Βασίλιεβιτς Κιρέεφσκυ (1806-1856), και  Αλεξέϊ Στεπάνοβιτς Χομιακώφ (1804-1860).  Σκοπό τους ήταν να περιγραφεί η «κοινότης πλήθους συζώντων ανθρώπων» και να τονισθεί η  επιτακτική ανάγκη της χριστιανικής διανθρωπίνης συνεργασίας εις βάρος του ατομισμού. Η αντίληψη αυτή εστηρίχθη στην προτεινομένη εύλογο λύση της οίας  αντιθέσεως μεταξύ ομάδων διά της «οιονεί ειρήνης» μεταξύ τους, αφού εστιάσουν ενεργώς στα κοινά τους χαρακτηριστικά, τα κατανοήσουν και τα καλλιεργήσουν συνεργικώς.

Οι Χομιακώφ και Κιρέεφσκυ εχρησιμοποίησαν αρχικώς τον όρο «Σύναξη» (Ρξαξ΄π – «Σομπόρ») για να ορίσουν την συνεργασία εντός της ρωσικής «Κοινότητος» (Ξαωθνΰ – «Ομπτσίνα») ανθρώπων ηνωμένων με εθνική καταβολή, με ευρεία σειρά κοινών πεποιθήσεων και με τις Χριστιανικές Ορθόδοξες αξίες, σε αντίθεση με την λατρεία του διασπαστικού εγωκεντρικού ατομικισμού στην Δύση. Συμφώνως προς τον Χομιακώφ, η Ορθόδοξος Εκκλησία συνδυάζει οργανικώς στους κόλπους της τις αρχές της ελευθερίας και της ενότητος, ενώ η Καθολική Εκκλησία αξιώνει μεν την  ενότητα χωρίς όμως ελευθερία. Αντιθέτως, ο Προτεσταντισμός / η «Διαμαρτύρηση», εμπεριέχει την ελευθερία, αλλά δίχως ενότητα.

Όμως η εν  λόγω σαγηνευτική περί «Συλλογικότητος» προσέγγιση είχεν ήδη καταδικασθεί ως εκκλησιολογική αίρεση από την «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως» (1872) με αφορμή τα δρώμενα και γεγονότα που απέρευσαν από την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας  συσταθείσης [στις 28 Φεβρουαρίου (γρηγοριανό ημερολόγιο) / 12 Μαρτίου 1870], ως αυτονόμου Ορθοδόξου Εκκλησίας της βουλγαρικής «κοινοτητος», με σουλτανικό φιρμάνι, κατά παράβαση των χριστιανικών διατάξεων και δίχως την σύμφωνο γνώμη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έχουσα ως έδρα την Κωνσταντινούπολη.

Το φιρμάνι αυτό ανεγνώριζε ουσιαστικώς την διαμορφωθείσα κατάσταση στην περιοχή της μετέπειτα Βουλγαρίας, μετά την βαθμιαία αφύπνιση του βουλγαρικού εθνικισμού, που είχεν αρχίσει να εμφανίζεται περί το 1840 και την εκδίωξη αργότερον των Ελλήνων κληρικών από την περιοχή, μετά την επάνδρωσή της με Βούλγαρους ιεράρχες. (Βεβαίως η σύσταση της Εξαρχίας απετέλεσε τον «δούρειον ίππο» του ρωσικού πανσλαβισμού στην Βαλκανική, εμείωσε δε την ισχύν του Πατριαρχείου και έδρασεν ως το κύριο εργαλείο και μέσον της βουλγαρικής ανεξαρτησίας όσον και της εκδηλώσεως του άκρατου βουλγαρικού μίσους κατά των Σέρβων, Ρουμάνων και ιδιαιτέρως κατά  των Ελλήνων.)

Συνεπώς, μετά το πόρισμα της Συνόδου εκρίθη ότι, η απόκλιση προς μιαν οποιανδήποτε εθνική προσέγγιση, δυνητικώς θα ημπορούσε να οδηγήσει σε σοβαρές εκκλησιολογικές παρεκκλίσεις, αλλά και σε επικίνδυνες για την ενότητα της Εκκλησίας εθνικούς εμμονικούς εγωισμούς. αν μάλιστα υιοθετηθεί επισήμως ή υποστηριχθεί ακρίτως από μία ή περισσότερες σλαβόφωνες αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, για να προβληθεί ή να επιβληθεί ο ιδιαίτερος ρόλος τους στην όλη οργάνωση και λειτουργία όχι μόνον των διορθοδόξων, αλλά και των διεκκλησιαστικών σχέσεων.

Σημειωτέον ότι η εν λόγω Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως του 1872, δεν κατέστη «Πανορθόδοξος» αλλά «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» λόγω αρνήσεως συμμετοχής της Εκκλησίας της Ρωσίας, συνήλθε δε στον ιερό ναό Αγίου Γεωργίου των Πατριαρχείων, σε τρεις συνεδρίες, (η πρώτη στις 29 Αυγούστου, η δευτέρα στις 12 Σεπτεμβρίου και η τρίτη στις 16 Σεπτεμβρίου) όπου και επραγματοποιήθη η επικύρωση του Όρου της Συνόδου. Μεταξύ των προσελθόντων ήταν και ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Κύριλλος, ο οποίος  παρασυρόμενος από τον δαιμόνιο και ραδιούργο Ρώσο πρέσβη Ιγνάτιεφ, ανεχώρησε εκτάκτως προφασιζόμενος ότι θα επεσκέπτετο  το Πατριαρχείον Ιεροσολύμων  ο Ρώσος Μέγας Δούκας Νικόλαος, δίχως να ορίσει κάποιον αντιπρόσωπόν του για να υπογράψει.

Ο όρος της Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως ανεγνώσθη επισήμως σε όλους του ιερούς ναούς και ανεκοινώθη σε όλες τις τότε Αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Όλες ανεγνώρισαν την ορθότητα και κανονικότητα της πράξεως του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως εκτός της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ρωσίας, η οποία παρότι ήταν η πρώτη που είχε χαρακτηρίσει τους Βουλγάρους ιεράρχες ως «σχισματικούς», εν συνεχεία υπό την πίεση των πανσλαβιστών, δεν ηκολούθησεν την Πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Ο Ρώσος στοχαστής Κονσταντίν Νικολάγεβιτς Λεόντιεφ εγεννήθη το 1831 στο χωριό Κουντίνοβο της επαρχίας Καλούγκα και απεβίωσεν ως μοναχός Κλήμης το 1893 στην μονή της Αγίας Τριάδος του Σεργκέγιεφ Ποσσάντ. Υπήρξε μια πολυτάλαντη προσωπικότης με εξόχως πολυσχιδή δράση: Πολυγράφος λογοτέχνης, πολιτικός αναλυτής, διπλωμάτης και φιλόσοφος (με έκδηλες και σαφείς αισθητιστικές και φυσιοκρατικές / νατουραλιστικές τάσεις, οι οποίες εξώθησαν τον θρησκειοφιλόσοφο Νικολάϊ Αλεξάντροβιτς Μπερντιάεφ να του αποδώσει το προσωνύμιον «ο Ρώσος Νίτσε»). Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιον της Μόσχας και υπηρέτησε ως στρατιωτικός ιατρός στον Κριμαϊκό πόλεμο. Από το 1863-1873, δηλαδή επί μία δεκαετία, διετέλεσε διπλωματικός υπάλληλος του «Τμήματος Ασιατικών Υποθέσεων» του ρωσικού Υπουργείου των Εξωτερικών, θέση με προοπτική εξελίξεως, από την οποία και αποχώρησε οικιοθελώς καθώς διεφώνησε επί της ακολουθητέας πολιτικής στο βουλγαρικό ζήτημα με τους πολιτικούς προϊστάμενους του, με τον διάσημο (ή διαβόητο) Νικολάι Πάβλοβιτς Ιγνάτιεφ (τον «μεντέρ πασά» ή «αναπληρωτή σουλτάνο», όπως τον αποκαλούσαν οι εχθροί του), πρεσβευτή της Ρωσίας στην Πύλη (1864-1877), και τον κόμη Αλεξάντρ Μιχαΐλοβιτς Γκόρτσακοφ, υπουργό των Εξωτερικών και καγκελάριο του τσάρου Αλεξάνδρου Β΄. Με την διπλωματικήν ιδιότητά του ευρέθη να υπηρετεί σε μια σειρά ελληνικών περιοχών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας κατά το δεύτερον ήμισυ του 19ου  αιώνος, όπως η Κρήτη, η Αδριανούπολη, τα Ιωάννινα, η Άρτα, η Θεσσαλονίκη και η Κωνσταντινούπολη, όπου και επωφελούμενος της εκ του σύνεγγυς μελέτης του ελληνικού τρόπου ζωής, απετύπωσε το πενταπόσταγμα των εμπειριών του σε διηγήματα, όπως τα «Χαμίντ και Μανώλης», «Χρήστος» (αφήγημα από την κρητική ζωή), «Παλληκάρ Κωστάκη», «Ασπασία Λαμπρίδη», «Καπιτάν Ηλία» και το μυθιστόρημα «Οι αναμνήσεις του Οδυσσέως Πολυχρονιάδου».

Το σπουδαιότερον έργο του είναι ο τόμος δοκιμίων «Ανατολή, Ρωσία και ο Σλαβισμός (σλαβικός κόσμος)» (1885). Η σκέψη του ανεπτύχθη στην βάση μιας θρησκευτικής εμπειρίας υπερβολικής αυστηρότητος, η οποία υπερέβαινε τις αρχικές, ιδιαζόντως αισθησιοκρατικές και αμοραλιστικές, νιτσεϊκού τύπου θέσεις του. Έχων την τάση να παρατηρεί τα πάντα από την σκοπιά του υπερβατικού και της λυτρώσεως, ο Λεόντιεφ απέκρουσε κάθε «προοδευτικό» ιδανικό της κοινωνίας και της Ιστορίας. Μάλιστα δε θεωρούσε την εξέλιξή τους ως μια διεργασία η οποία από την αρχική της απλότητα μετέρχεται μια φάση διαφοροποιήσεως και καταλήγει στην ελεεινή φάση της «εξισωτικής ισοπεδώσεως», η οποία είναι προεξάρχουσα ένδειξη παρακμής. Θεωρείται εκπρόσωπος του Πανσλαβισμού, της τάσεως δηλαδή των λοιπών Σλάβων και ιδιαιτέρως των Ρώσων διανοουμένων η οποία επρέσβευε την εθνική αφύπνιση των σλαβικών λαών, αφύπνιση όπου ο ρόλος του ρωσικού πολιτισμού και της μεγαλειώδους ρωσικής θρησκευτικής και πολιτικής εμπειρίας θα ήταν καθοριστικός. Ιδιαιτέρα θέση στις αναλύσεις του κατέχουν η ρωσική ορθοδοξία και το Βυζάντιον, και βαρύνουσα σημασία έχει το βιβλίον του «Βυζάντιον και Σλαβισμός» (1875).

Ως πολιτικός αναλυτής ο Λεόντιεφ εγκαινίασε την δράση του εγκύπτων ακριβώς στο ζήτημα του Πανσλαβισμού και δη της ελληνοβουλγαρικής εκκλησιαστικής διενέξεως. Τον Ιανουάριον του 1873 απέστειλε από την Κωνσταντινούπολη (συγκεκριμένως από την Χάλκη, όπου διέμενε) στην Μόσχα  στο περιοδικόν του υπερσυντηρητικού δημοσιογράφου – και φίλου τοτ Τσάρου Αλεξάνδρου του Γ’ – Μιχάλι Νικηφόροβιτς Κατκόφ («Ρώσσος Αγγελιοφόρος») δύο άρθρα του για δημοσίευση, το πρώτον εκ των οποίων είχε τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ο Πανσλαβισμός και οι Έλληνες», ενώ το δεύτερο «Ο πανσλαβισμός στον Άθω».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 199)

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ ΚΕ’

Ωστόσον, ενώ μετά τον Α΄ Μεγάλο Πόλεμο (1914-18) ο πάπας Πίος ο ΙΑ΄ (1922-1939) απέρριψε απεριφράστως με παπική Εγκύκλιο («Mortalium animos» / «Οι νόες των θνητών» -1928) οποιανδήποτε πρόταση για ένα διεκκλησιαστικό διάλογο συνεργασίας, αμέσως μετά από τον Β΄ Μεγάλο Πόλεμο (1939-1945) η σοβιετική κυβέρνηση επέβαλε σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες υπό κομμμουνιστικά καθεστώτα την αξίωσή της να καταδικάσουν απεριφράστως στην «Συνάντηση της Μόσχας» (1948) οποιανδήποτε σχετικήν πρωτοβουλία ως «προδοσίαν της Ορθοδοξίας».

Βεβαίως, το Οικουμενικό πατριαρχείο και οι άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες όχι μόνο αγνόησαν τις άσχετες προς την αποστολήν της Εκκλησίας και προφανώς απαράδεκτες διακηρύξεις της «Συναντήσεως της Μόσχας», αλλά συνέβαλαν συγχρόνως τα μέγιστα στην ίδρυση του «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών» (1948) και στην «Οικουμενική Κίνηση για την Ενότητα των Χριστιανών». Αυτές οι επιλογές έτυχαν της ομοθύμου υποστηρίξεως όλων των ρωσικών και λοιπών σλαβοφώνων ορθοδόξων κοινοτήτων της Διασποράς, οι οποίες βεβαίως παρέμεναν πάντοτε πιστές, στην ενδιάθετο λατινοφιλία των Σλαβοφίλων και συνεπώς απετέλουν οικείον θεολογικό τόπο για τον αναγκαιο πλέον διάλογο με την λιαν εμπερίστατο Ορθόδοξο Εκκλησία. Άλλωστε, η επίσημος πλέον υιοθέτηση της θεολογίας του Μέλερ από τον πάπα Πίο ΙΒ΄ (1939-58), στην περίφημο Εγκύκλιο «Mystici corporis Christi» / «Περί του μυστικού σώματος του Χριστού» (1943), κατέστησεν σαφέστερες και ελκυστικότερες τις θεολογικές προτάσεις των Σλαβοφίλων θεολόγων, μέχρις και στις βαθύτερες εσωτερικές θεολογικές ζυμώσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ιδιαιτέρως δε με την πολύσημο, εν πολλοίς ασαφή ή και αντιφατική «Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία» του περιφήμου πλέον Σλαβοφίλου θεολόγου, Πατρός Νικολάϊ Νικολάγιεβιτς Αφανάσιεφ.

Την ιδέα της «Ευχαριστιακής Εκκλησιολογίας» την εισηγήθη πρώτος ο Ρώσος θεολόγος, Πρεσβύτερος Αφανάσιεφ, ο οποίος υπεστήριξεν ότι η Εκκλησία είναι «πλήρης και καθολική» οπουδήποτε τελείται το Μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Μιά τοπική Εκκλησία, όταν συνέρχεται σε ευχαριστιακή σύναξη και έχει αποστολική διαδοχή, είναι αυτομάτως η «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», διότι ο Χριστός είναι όλος παρών στό Μυστήριον της Ευχαριστίας της. Η Εκκλησία, κατά τον Πρεσβύτερον Αφανάσιεφ, «είναι στην πληρότητά της εκεί όπου τελείται η ευχαριστιακή σύναξη».

Η Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία αναμφιβόλως έχει πολλά και σημαντικά θετικά στοιχεία, παρουσιάζεται δε ελκυστική, συναρπαστική και ορθόδοξος, έχουσα ως κέντρον της την Θεία Ευχαριστία. Έτσι δεν γίνεται ευκόλως αντιληπτή η αντορθόδοξος επικίνδυνη μονομέρειά της. Μάλιστα, οι υποστηρικτές της απαξιώνουν ασυζητητί κάθε επικριτική προς αυτήν γνώμη, και την αποδίδουν σε επίδραση τάχα του «δυτικού σχολαστικισμού», τον οποίον θεωρούν πρωτεύοντα εχθρό της θεωρίας τους.

Η θεωρία (άνευ υπερβολής) στηρίζεται σε λίαν ασταθή θεµέλια: Κάποιες διάσπαρτες εκφράσεις του αποστόλου Παύλου, ολίγα λόγια από τον άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας, ολίγα αντίστοιχα του αγίου Μαξίµου, καθώς και ένα κείµενο του αγίου Νικολάου Καβάσιλα, όλα παρερµηνευόµενα και οδηγούµενα σε έννοιες τις οποίες δεν ενέχουν αυτούσιες καθ’ εαυτά. Οι υποστηρικτές φέρουν όμως και µιαν άλλην «απόδειξη»: λέγουν πως η λαϊκή έκφραση «πάω στην Εκκλησία», ταυτίζει αμέσως και αδόλως την Εκκλησία µε την Ευχαριστία, συνεπώς φανερώνει ότι η θεωρία τους είναι αληθινή!

Δεν υπάρχει όμως ούτε ένα πατερικό κείµενο που να ομιλεί για τέτοια θεωρία. Άλλωστε απουσιάζουν από την επιχειρηµατολογία τους όλοι οι µεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας: Δεν υπάρχουν οι Κύριλλος Αλεξανδρείας, Κύριλλος Ιεροσολύµων, Αθανάσιος, Βασίλειος, Γρηγόριος, Χρυσόστοµος, Γρηγόριος Νύσσης, Δαµασκηνός, Συµεών ο Νέος Θεολόγος και  Γρηγόριος Παλαµας.

Μάλιστα ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαµάς αποβάλλεται εν ψυχρώ, διότι µετά τον σχολαστικισµο, δεύτερος µεγάλος εχθρός της θεωρίας είναι ο Μοναχισµός, µε την µονοσήµαντο τάχα ερµηνεία του Ησυχασµού και της θεολογίας του Γρηγορίου Παλαµά. Έτσι η αδίστακτος και προκρούστεια Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία αποπειράται να εξοστρακίσει διαρρήδην τον Μοναχισµό από την ζωή της Εκκλησίας, και συνάμα αρνείται την θεολογική διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαµα, (η οποία ανέκαθεν υπήρξε διαρκές ράπισμα  για τους Παπικούς).

Ωστόσον είναι σηµαντικότατον ότι, εν αντιθέσει προς την Ορθόδοξο θεολογία, η οποία αρνείται να δεχθεί την θεωρία αυτήν, ο Παπισµός την έχει αποδεχθεί πλήρως! Διότι βεβαίως ο λόγος για τον οποίο την επινόησε ο Αφανάσιεφ είναι η διευκόλυνση της επανενώσεως των Εκκλησιών.

Κατ΄αυτόν, επειδή µε τους θεολογικούς διαλόγους,  ουδέποτε θα παραχθεί κάποιο θετικό αποτέλεσµα, αλλά αναξέονται απλώς οι παλαιές πληγές, προς τούτο η κάθε Εκκλησία πρέπει να αναγνωρίσει στις άλλες την καθολικότητα, µόνον όμως µε την προϋπόθεση ότι τελούν µε αποστολική διαδοχή την θεία Ευχαριστία. Έτσι, κατά τον Πρεσβύτερον Αφανάσιεφ, οι κεχωρισµένες Εκκλησίες «ηµπορούν να ενωθούν διά της Αγάπης», δίχως απαραιτήτως να συµφωνήσουν στα θέµατα της Πίστεως. Η κάθε Εκκλησία θα κρατήσει τα δογµατά της µόνον για τον εαυτόν της!

Μετά την περίφημο Εγκύκλιο «Mystici corporis Christi» / «Περί του μυστικού σώματος του Χριστού» (1943), από τον πάπα Πίο ΙΒ΄ (1939-58), οι θεολογικές προτάσεις των Σλαβοφίλων θεολόγων κατέστησαν ελκυστικότερες μέχρις και στις βαθύτερες εσωτερικές θεολογικές ζυμώσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Κυρίαρχο επ΄αυτού επίδραση είχε  η πολύσημος «Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία» του Σλαβοφίλου θεολόγου, Πατρός Νικολάϊ Νικολάγιεβιτς Αφανάσιεφ, ο οποίος υπεστήριξεν ότι, η Εκκλησία είναι «πλήρης και καθολική» οπουδήποτε τελείται το Μυστήριον της θείας Ευχαριστίας ! Η Εκκλησία, κατά τον Πρεσβύτερον Αφανάσιεφ, «είναι στήν πληρότητά της εκεί όπου τελείται η ευχαριστιακή σύναξη». Μιά τοπική Εκκλησία, όταν συνέρχεται σε ευχαριστιακή σύναξη και έχει αποστολική διαδοχή, είναι αυτομάτως η «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», διότι ο Χριστός είναι όλος παρών στό Μυστήριον τής Ευχαριστίας της.

Υπό την έννοια αυτή, ο θαυμαστής του και διαπρεπής Γάλλος ρωμαιοκαθολικός θεολόγος Υβ Μαρί Ζοζέφ Κονγκάρ, (1904 –1995 / Δομηνικανός μοναχός και καθολικός ιερεύς, διάσημος γιά την ισχυρά του επιρροή στην Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο του Βατικανού και για την αναζωπύρωση του θεολογικού ενδιαφέροντος περί της επιδράσεως του Αγίου  Πνεύματος στην ζωή των πιστών και στην Εκκλησία. Εχρίσθη Καρδινάλιος το 1994) διεκήρυσσε, αφ’ ενός μεν ότι, αν ζούσε το 1943 ο Αλεξέϊ Στεπάνοβιτς Χομιακώφ, θα προσυπέγραφεν αβιάστωςς την παπική Εγκύκλιο, αφ’ ετέρου δε ότι ο Πρεσβύτερος Αφανάσιεφ θα ημπορούσε να προσφέρει το «θεάρεστον ορθόδοξον άρωμα» της Ευχαριστιακής Εκκλησιολογίας του στο «Δογματικόν Σύνταγμα περί Εκκλησίας» (με τίτλον «Lumen gentium» / «Φως των Εθνών») της Β΄ Βατικανής Συνόδου (1962-65), γι’ αυτό ο Κονγκάρ προέτεινε και επέτυχε την επίσημο πρόσκληση του Αφανάσιεφ στην Σύνοδο, μάλιστα με θετική εκ μέρους του συνεισφορά στην προβληματική των εκεί αναζητήσεων.

Βεβαίως, η θεολογία των Σλαβοφίλων Ρώσων θεολόγων,  έχουσα ως πυρήνα της την ευχαριστιακή εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος, ενέχει σοβαρές θεολογικές και εκκλησιολογικές αδυναμίες. Οι αδυναμίες αυτές ήσαν προφανώς συμβατές προς τις αντίστοιχες αδυναμίες της ρωμαιοκαθολικής θεολογίας, ενώ αντιθέτως, δεν ήσαν συμβατές προς την κοινή πατερική παράδοση της περιόδου των Οικουμενικών συνόδων, οπότε ευλόγως στην Δύση (τόσον στην ρωμαιοκαθολική, όσον και στην προτεσταντική θεολογία) η θεολογία των Σλαβοφίλων υπήρξεν προτιμοτέρα της ορθοδόξου πατερικής Παραδόσεως.

Συνεπώς,  η αναντίρρητη βαθυτέρα σχέση της θεολογίας των Ρώσων Σλαβοφίλων θεολόγων και  διανοητών με την φιλελευθέρα ρωμαιοκαθολική θεολογία του Μέλερ, υπήρξεν ιδιαιτέρως σημαντική για την ευρυτέρα προβολή της ακτινοβολίας της ορθοδόξου παραδόσεως στους εγγύς και τους μακράν (ανεξαρτήτως της οποιασδήποτε θετικής ή αρνητικής αξιολογήσεως των κοινών θεολογικών προτάσεων Σλαβοφίλων – Μέλερ). Άλλωστε, η θεολογία των Σλαβοφίλων κατέστη ακρίτως ανεκτή και στην ορθόδοξο θεολογία, παρά τις όποιες επί μέρους (ευνόητες) αρνητικές κρίσεις ή επιφυλάξεις περί των εκκλησιολογικών της συγχύσεων (αφ’ ενός μεν επειδή  δεν μετεξελίχθη σε μιαν αυτοτελή – συστηματική πρόταση συνιστώσα αίρεση, αφ’ ετέρου δε διότι ενετάχθη ως μία απλή θεολογική πρόταση εντός της πολυεπίπέδου ποικιλίας των τρόπων ερμηνείας της δυναμικής αλληλεξαρτήσεως μυστηριακής εμπειρίας και πνευματικής ζωής των μελών του εκκλησιαστικού σώματος).

Εν τούτοις, η Σλαβόφιλος θεολογία τονίζει με την ιδική της ερμηνεία μιαν ιδιάζουσα και εν μέρει  αντιφατική εκκλησιολογική πρόταση,  ειδικότερον σε ό,τι αφορά στην σχέση τους με το Μυστήριον, τόσον της θείας Ευχαριστίας, όσον  και της Εκκλησίας.

Είναι λοιπόν ευνόητον, ότι αμέσως μετά την διάλυση της κομμουνιστικής Σοβιετικής Ενώσεως (1991) και την αποσάθρωση – κατάρρευση των τυραννικών καθεστώτων του ανυπάρκτου «υπαρκτού σοσιαλισμού», ανερριπίσθη ο ζηλωτικός ενθουσιασμός της έκαπαλαι σχέσεως της Σλαβοφιλίας με την εθνοφυλετική αναζήτηση, έτυχε δε της προθύμου και ποικιλοτρόπου υποστηρίξεως της ρωσικής κυβερνήσεως, όσο και πολλών ευπόρων ευεργετών και των λοιπών ομοϊδεατών τους.

Ωστόσον, η απ΄ αρχής ενδιάθετος τάση αυτονομήσεως της σλαβοφίλου θεολογίας από την ορθόδοξο Πατερική παράδοση, αλλά και από την χριστοκεντρική οντολογία της Εκκλησίας, ώστε να προβληθεί τα μάλιστα η ιδιαιτερότης της σχετικής ρωσικής θεολογικής προτάσεως της «Συλλογικότητος» («Σομπόρνοστ») στις ποικίλες εκφάνσεις της, θα ημπορούσε να εξελιχθεί μεταλλασσομένη σε μίαν ενεργό κοσμοθεώρηση, μια δραστική μορφή ενθέου εθνοφυλετικής ιδεολογίας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 198)

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑