Αναζήτηση

Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ

Εβδομαδιαία εθνική εφημερίδα

Κατηγορία

Ο ελληνορωσσικός πολιτιστικός δεσμός

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

 

Χωρίς τίτλο.png

ΜΕΡΟΣ NΕ’

Σε προηγούμενα άρθρα αυτής της σειράς αποπειραθήκαμε να  περιγράψουμε μερικές αφανείς πτυχές της ζωής και των μοναδικών χαρακτηριστικών, γνωστών ή και λίαν αξιοσημειώτων μελών του ρωσικού έθνους, ώστε να  απαρτιωθεί  αδρώς το ιδιάζον ψυχονοητικό  αποτύπωμά του, με σκοπό να καταγραφεί  ακριβέστερον η εκάστοτε τάση και επιλογή του  στο  παγκόσμιο «παίγνιο ισχύος». Στο παρόν θα αποπειραθούμε την μετάπτωση από την αμφιθυμική  ρωσική λαοψυχολογία  και «νοοπολιτική» – στην οποία θα επανέλθουμε αργότερον- σε ζητήματα ρωσικής γεωπολιτικής.

Ίσως ο λόγος για τον οποίο πολλοί άνθρωποι συνηθίζουν να σκέπτονται τους Ρώσους ως ένα ημι-ανατολικό έθνος είναι ότι, έχουν (εσφαλμένα) αντιληφθεί τους Σλάβους, τους Μογγόλους, τους Φινλανδούς και τους Τατάρους περίπου ως μέλη της ιδίας εθνολογικής οικογενείας και έχουν αμελήσει να διαπιστώσουν ότι οι Σλάβοι, μακράν απέχουν από το να είναι Ασιάτες. Δεν είναι διόλου ολιγότερον Ευρωπαίοι απ’ ότι εμείς οι Έλληνες, οι Ιταλοί, οι Γερμανοι, οι  Ιρλανδοί  ή οι  Άγγλοι.

Το πλέον καθοριστικό χαρακτηριστικό της Ρωσίας είναι η αδυναμία της να περιφρουρήσει την συνεκτικότητα του κολοσσαίου εδάφους της, να του «υπεραμυνθεί» στην ολότητά του. Σε αντίθεση με τον πυρήνα των περισσοτέρων κρατών τα οποία είναι σχετικώς «υπερασπίσιμα», η καρδία της Ρωσίας περιορίζεται στην περιοχή του μεσαιωνικού «Μεγάλου Πριγκηπάτου του Μοσχόβου». Δεν προσμετρά τα λοιπά γεωγραφικά στοιχεία, (ποταμούς, ωκεανούς, βάλτους ή όρη) που σηματοδοτούν τα σύνορά της – βασίζεται δε αποκλειστικώς στο σχετικώς αφιλόξενο κλίμα και στα πυκνά δάση της για την άμυνά της. Η ρωσική ιστορία είναι ένα χρονικό αγωνίας για επιβίωση από εισβολής σε εισβολή.

Παραδοσιακώς αυτές οι εισβολές είχαν προέλθει από δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη είναι από τις στέππες, τους ανοιχτούς βοσκοτόπους που συνδέουν την Ρωσία με την γη της Κεντρικής Ασίας και πέραν αυτής – δηλαδή η δίοδος που εχρησιμοποίησαν οι Μογγόλοι. Η δευτέρα είναι από την Βορειοευρωπαϊκή πεδιάδα, η οποία έφερε στην Ρωσία σκληρούς εισβολείς, από τους Τεύτονες ιππότες μέχρι την γερμανική πολεμική μηχανή της εθνικοσοσιαλιστικής περιόδου.

Για την αντιμετώπιση αυτών των τρωτοτήτων, η Ρωσία επεξετάθη σε τρεις φάσεις. Στην πρώτη φάση, επεξετάθη όχι προς τους διαδρόμους εισβολής για να δημιουργήσει «προχώματα», αλλά μακριά από αυτούς ώστε να συγκροτήσει ένα ασφαλές οχυρό. Στα τέλη του 15ου  αιώνος, υπό τον Ιβάν Βασίλιεβιτς τον Γ’ ή «Μέγα», η Ρωσία επεξετάθη  κάπως προς Δυσμάς και αγκιστρώθηκε στα έλη του Πριπέτ, που εχώριζαν την Ρωσία από την περιοχή του Κιέβου. Αλλά το μεγαλύτερο μέρος της επεκτάσεως της Ρωσίας κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν βορείως προς την Αρκτική και βορειοανατολικώς προς τα Ουράλια.

Πολύ ολίγα από τα εδάφη αυτά ημπορούν να ταξινομηθούν ως χρήσιμα – τα περισσότερα ήσαν τάϊγκα [το μεγαοικοσύστημα (διάπλαση) που χαρακτηρίζεται από δάση κωνοφόρων] ή τούνδρα [περιοχή όπου η ανάπτυξη δένδρων εμποδίζεται από τις χαμηλές θερμοκρασίες και βραχύτατες εποχές κατάλληλες για ανάπτυξη δένδρων. Ο όρος τούνδρα προέρχεται από την γλώσσα των Σάμι και σημαίνει «πεδιάδα χωρίς δέντρα»]. Δηλαδή ήσαν  αραιώς και μόνον κατοικημένα – αλλά για την Ρωσία ήταν η μόνη ευχερώς προσαρτήσιμη γη. Επίσης, η περίοδος αυτή εσηματοδότησε μια φυσική οργανική ανάπτυξη του αρχικού Μοσχόβου – περικαλυμμένη ολοσχερώς από δάσος. Ήταν έδαφος υπερασπίσιμο (και άρα αξιόπιστο) στο οποίον είχε πρόσβαση η Ρωσία και αποτελούσε την μόνη ελπίδα της εναντίον των Μογγόλων.

Οι Μογγόλοι ήσαν οι τρομεροί  ιππείς της Κιτρίνης φυλής που εκυριάρχησαν στους ευρασιατικούς λειμώνες με τις ταχύτατες δυνάμεις του ιππικού τους. Η δύναμή τους, αν και ουσιαστική, απομειώθηκε όταν εισήλθαν στα δάση, όπου  η μαχητική αξία της ταχείας ευκινησίας των αλόγων τους, (των «πολλαπλασιαστών ισχύος» τους), επεριορίσθη. Οι Μογγόλοι έπρεπε πλέον να πολεμήσουν κατά δυνάμεων πεζικού εντός των δασών, όπου το πλεονέκτημα ευρίσκετο στην πλευρά του αμυνομένου.

Η δευτέρα φάση επεκτάσεως υπήρξε πολύ πιο επιθετική – και ριψοκίνδυνη. Στα μέσα του 16ου  αιώνος, υπό τον Ιβάν Βασίλιεβιτς τον Δ΄ ή «Τρομερό», τελικώς η Ρωσία μετεκινήθη για να σφραγίσει την διαδρομή της μογγολικής εισβολής. Επεξετάθη νοτίως και ανατολικώς, βαθύτατα εντός των στεπών και δεν εσταμάτησε μέχρις ότου έφθασε στα Ουράλια προς ανατολάς και στην Κασπία Θάλασσα και την οροσειρά του Καυκάσου προς νότον. Στο πλαίσιον αυτής της επεκτάσεως, η Ρωσία κατέλαβε αρκετές στρατηγικώς σημαντικές τοποθεσίες, μεταξύ των οποίων το Αστραχάν στην Κασπία, την γη των Τατάρων – ενός  μακροχρονίου εφίππου εχθρού – και το Γκρόζνι, το οποίον συντόμως μετετράπη σε στρατιωτικό φυλάκιο στους πρόποδες του Καυκάσου.

Επίσης με αυτή την επέκταση, ο Ιβάν ο Δ’ μετετράπη από Μεγάλος Πρίγκηψ της Μόσχας σε Τσάρο Πασών των Ρωσιών, υποδηλών την επερχομένη Αυτοκρατορία. Η Ρωσία, μετασχηματισμένη σε «Ρωσικό Βασίλειο – Τσαράτο»   επέτυχεν τελικώς ένα μέτρο συμβατικής ασφαλείας. Η κατοχή των βορείων κλιτύων του Καυκάσου θα παρείχε πλέον μιαν  εύλογο άμυνα από την πλευρά της Μικράς Ασίας και της Περσίας, ενώ τα εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα των στεπών εγέννησαν μιαν άλλη αμυντική στρατηγική :  εκείνην των «αναχωμάτων».

Η Ρωσία – σύγχρονη, μεσαιωνική ή άλλη – δεν ημπορεί βεβαίως να υπολογίζει μόνον στα φυσικά γεωγραφικά χαρακτηριστικά για την προστασία της. Τα έλη του Πριπέτ ήσαν μικρά και σε πολλές περιπτώσεις θα ημπορούσαν απλώς να παρακαμφθούν. Δεν υπάρχει κανείς που θα επιθυμούσε να επιτεθεί από την Αρκτική. Τα δάση εκαθυστέρησαν τους Μογγόλους ιππείς, αλλά όπως προφανώς απέδειξε ο προκάτοχος του Μοσχόβου – οι Ρως του Κιέβου-, η εμπράγματη κυριολεξία ήταν ότι τους «επεβράδυναν» και όχι «εσταμάτησαν». Οι Μογγόλοι κατέλαβαν και κατέστρεψαν την Ρωσία του Κιέβου κατά  τον 13ον  αιώνα.

Εκείνο το συμβάν κατέλειπε ως πραγματική λύση μόνον τα «αναχώματα». Όσο μια χώρα ελέγχει την περιοχή που την διαχωρίζει από τους εχθρούς της – ακόμη και αν είναι έδαφος ευπρόσιτο για έναν εχθρικό στρατό – ημπορεί να φθείρει  οποιανδήποτε εισβολή μέσω πολέμου φθοράς και επιθέσεων κατά των εφοδιαστικών γραμμών του εισβολέως. Αυτά τα αναχώματα, ωστόσον, εμπεριέχουν ένα «δυνητικώς τοξικό» στοιχείο για τον κάτοχό τους : Έχουν ιθαγενείς πληθυσμούς, οι οποίοι δεν είναι απαραιτήτως πρόθυμοι να χρησιμεύσουν ως ανάχωμα.

Η διατήρηση του ελέγχου αυτών των αναχωμάτων απαιτεί όχι μόνον ένα αρκετά μεγάλο στρατό για την άμυνά τους, αλλά και ένα τεράστιο δίκτυο εσωτερικής ασφαλείας και πληροφοριών για την επιβολή κεντρικού ελέγχου. Βεβαίως  κάθε κρατικό μόρφωμα και ίδρυμα ασφαλείας – πληροφοριών που είναι τόσον σημαντικό για την επιβίωση του κράτους, πρέπει επίσης να ελέγχεται στενότατα. Η δημιουργία και η διατήρηση αναχωμάτων όχι μόνον καθιστά εν τέλει την Ρωσία επιθετική προς τους γείτονές της, αλλά την αναγκάζει επίσης να διεξάγει ενίοτε εκκαθαρίσεις και να εφαρμόζει τρομοκρατία, ακόμη και εναντίον των ιδικών της θεσμών προκειμένου να διατηρήσει την Αυτοκρατορία.

Η τρίτη φάση επεκτάσεως αφορούσε στην τελική διαδρομή εισβολών : Εκείνην από την Δύση. Κατά τον 18ον  αιώνα, υπό τον Μέγα Πέτρο και την Μεγάλη Αικατερίνη, η ρωσική ισχύς επεξετάθη προς Δυσμάς, κατακτώσα την Ουκρανία στα νοτιοδυτικά σύνορα και προωθουμένη έως τα Καρπάθια Όρη. Μετεκίνησε επίσης τα ρωσικά σύνορα προς την Δύση, ενσωματώνουσα τα εδάφη της Βαλτικής και εξασφαλίζουσα  μια ρωσική όχθη στην Βαλτική Θάλασσα. Ο Μόσχοβος και η τσαρική Ρωσία ήσαν πλέον γνωστά ως «Ρωσική Αυτοκρατορία», όπως την ανεκήρυξε και επισήμως το 1721 ο Μέγας Πέτρος, μετά την νίκη του στον «Μεγάλο Βόρειο Πόλεμο» κατά των Πολωνών, Ολλανδών, Άγγλων, Τούρκων και Σουηδών.

Γιάννης Πετρίτης

(Φ. 228)

Advertisements

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο

ΜΕΡΟΣ NΔ’

Oμύθος της παρασκηνιακής πολιτικής επιρροής του Ρασπούτιν εδημιουργήθη στους κύκλους της «φιλελευθέρας» αντιπολιτεύσεως. Η αποκάλυψη των τάχα «σκοτεινών δυνάμεων» του ιερομονάχου κατέστη προεξάρχον επαγγελματικό καθήκον  των «αγωνιστών της ελευθερίας» που επεδίωκαν την εξουσία. Το 1912, την παραμονή των εκλογών στην Δούμα, εδιοργανώθη μια σφοδροτάτη επίθεση εφημερίδος  κατά του Ρασπούτιν, ο πραγματικός στόχος της οποίας ήταν, βεβαίως, η δυσπιστία κατά της αυτοκρατορικής εξουσίας. Στην συνέχεια, πρώην πελάτες και φίλοι του Ρασπούτιν, απεμακρύνθησαν από αυτόν για διαφόρους λόγους και το γεγονός αυτό εδιογκώθη περαιτέρω. Μάλιστα ο φίλος του Ιερομόναχος Ηλιόδωρος (Σεργκέϊ Τρουφάνωφ), ο οποίος μετά το 1917 ηρνήθη τον Χριστό, εδημοσίευσε το βιβλίο «Ο Άγιος Διάβολος» για να «εκθέσει» τον Ρασπούτιν. Σε αυτό εστρέβλωσε την αλήθεια με ψεύδη και πλαστογραφημένα αυθεντικά έγγραφα. Ακόμη και ο προσωπικός γραμματεύς του Ρασπούτιν, ο Ρωσοεβραίος (και μελλοντικός σιωνιστής) Σιμανόβιτς στα απομνημονεύματά του τον απεικόνισε ως τάχα «μυστικό άρχοντα της Ρωσίας», …. πνευματιστή, ασεβή και ….«προστάτη των Εβραίων» !

Το αχαλίνωτο των ισχυρισμών σε βάρος του Ρασπούτιν δεν είναι καθόλου περίεργο, ιδίως τώρα, οπότε ζούμε σε μιαν εποχή παγκοσμιοποιημένου και κατευθυνομένου ορθολογικού σκεπτικισμού και πολιτικής ορθότητος, ακολουθούντες την «αρχή της αμφισβητήσεως» των «ιστορικώς καταδικασμένων». Αυτό όμως είναι επίσης καλό και για πραγματικούς αμφισβητίες της καθεστηκυίας – καθεστωτικής αντιλήψεως, ειλικρινείς αναζητητές της αλήθειας, όπως εν προκειμένω ο Ολέγκ Ανατόλιεβιτς Πλατόνωφ  στην έρευνά του γιά το ζήτημα της αληθείας του στερεοτύπου περί Ρασπούτιν («Η ζωή για τον Τσάρο – Η αλήθεια περί Γκρηγκόρι Ρασπούτιν»).

Σημειωτέον πως όλοι ανεξαιρέτως οι «απομνηματογράφοι» της προεπαναστατικής περιόδου, τόσον οι συμπαθούντες την τσαρική οικογένεια όσον και οι αντίπαλοί της, είχαν την ίδια στάση απέναντι στον Ρασπούτιν και τον περιέγραψαν με όμοια λόγια: …. Ένας μέθυσος με απεριόριστο σεξουαλική ζωή, ένας ανεξέλεγκτος και εγωιστικός αιρετικός «Χλύστυ». Τι ημπορούσαν όμως να γνωρίζουν γιά αυτόν, εκτός από χυδαίες φήμες, οι υψηλόβαθμοι μασόνοι της Δούμας Μιλιουκόφ και Κερένσκι, οι ….ποιητές Ζιναΐς Γκίππιους  και Αλέξανδρος Μπλοκ ή και ο ….. Άγγλος πρεσβευτής Τζέϊμς Μπιουκάναν; Όλοι αυτοί οι σφοδροί κριτές του έγραψαν στα απομνημονεύματά τους: «Ουδέποτε  εζήτησα συνάντηση με τον Ρασπούτιν, καθώς δεν θεωρούσα απαραίτητο να δημιουργήσω μια προσωπική σχέση μαζί του».

Ευτυχώς όμως έγραψαν απομνημονεύματα και άλλοι άνθρωποι. Ο στρατηγός Πάβελ Γκρηγκόροβιτς Κουρλώφ εδημοσίευσε το βιβλίον του με τίτλο «Η πτώση της αυτοκρατορικής Ρωσίας» γερμανιστί (ή «Ο θάνατος της αυτοκρατορικής Ρωσίας» ρωσιστί) στο Βερολίνο το 1923. Ο στρατηγός δεν ανήκε ποτέ στον κύκλο του Ρασπούτιν έτσι ώστε οι εχθροί του δεν ημπορούσαν να κατηγορήσουν τον στρατηγό ότι ήταν προκατειλημμένος. Επιπλέον, ήταν επαγγελματίας αστυνομικός, διευθυντής του Αστυνομικού Τμήματος, επικεφαλής της Γενικής Διεύθυνσης Φυλακών και φίλος του Υπουργού των Εσωτερικών. Είχε τεραστία εμπειρία με ανθρώπους εγκληματικών προθέσεων και πράξεων, και αυτή ήταν  η εικόνα που εδημιουργήθη για τον Ρασπούτιν στο ευρύ κοινό. Δεν είχε λόγους να τον υπερασπισθεί, όπως και την οικογένεια του Τσάρου μετά το 1911, καθώς μετά την δολοφονία του μεγάλου Εθνικιστή Στολύπιν, η ζωή και η καριέρα του κατεστράφησαν.

Ο Κουρλόφ περιέγραψε τον Ρασπούτιν όπως τον είδεν ο ίδιος:

«Ήμουν στο γραφείο του υπουργού, όταν ο μεταφορεύς υπηρεσίας έφερε μέσα τον Ρασπούτιν. Ένας λεπτός υψηλόκορμος μουζίκος με μια σκοτεινή γενειάδα και εύστροφα, έξυπνα έξυπνα μάτια επλησίασε τον υπουργό. Εκάθισε δίπλα σε μια μεγάλη στρογγυλή τράπεζα με τον Στολύπιν και άρχισε να του εξηγεί ότι όλες αυτές οι κατηγορίες εναντίον του ήσαν ψευδείς και ήταν απλώς ένας ακίνδυνος, θρησκευόμενος άνθρωπος … Στην συνέχεια, είπα στον υπουργό την εντύπωσή μου για αυτόν. Εσκέφτηκα ότι ο Ρασπούτιν ήταν αυτός ο τύπος ενός παμπόνηρου Ρώσου μουζίκου και δεν έδειχνε τσαρλατάνος »

«Ομίλησα γιά πρώτη φορά μαζί του  τον χειμώνα του 1912 στην οικία ενός από τους γνωστούς μου … Είχα την ίδια εντύπωση περί της εμφάνισεώς του όπως όταν τον είχα ιδεί στο γραφείον του Υπουργού … Ο Ρασπούτιν με αντιμετώπισε με μεγάλη δυσπιστία γνωρίζων ότι υπηρετούσα υπό τον αποθανόντα Υπουργό τον οποίον δεν ημπορούσε αναιτίως να σκεφθεί ως εχθρό του … Αυτήν την φορά εντυπωσιάσθηκα με την βαθεία γνώση του για την Αγία Γραφή και τα θρησκευτικά ζητήματα. Ήταν συγκροτημένος και ουδέποτε ανεφέρθη στην στενή του σχέση με την οικογένεια του Τσάρου. Δεν παρετήρησα κανένα σημάδι της υπνωτικής του δυνάμεως και μετά από την συνομιλία μας εσκέφθην ότι οι περισσότερες φήμες (για τις οποίες η Πετρούπολη είναι πάντα τόσον άπληστη) περί επιρροής του στους ανθρώπους γύρω του δεν ήσαν αληθινές ».

Την επόμενη φορά που συνηντήθη με τον Κουρλώφ «ο Ρασπούτιν έδειξε έντονο ενδιαφέρον για τον πόλεμο, διότι μόλις είχα επιστρέψει από το πεδίον μάχης. Εζήτησε την γνώμη μου για την πιθανή έκβαση και ετόνισε ότι εθεώρει τον πόλεμο με την Γερμανία ως  τεραστία καταστροφή για τη Ρωσία … Ων ενάντιος στον πόλεμο εθεώρει όμως ότι έπρεπε να ολοκληρωθεί και με μεγάλο πατριωτισμό ομίλησε για τον Θεό επίκουρο του Τσάρου και της Ρωσίας … Αυτό σημαίνει ότι οι κατηγορίες εναντίον του Ρασπούτιν για εσχάτη προδοσία είναι ψευδείς, όπως και οι κατηγορίες εναντίον της Τσαρίνας … Συνομίλησα με τον Ρασπούτιν αρκετές φορές τους τελευταίους μήνες. Τον συνάντησα στου Μπαντμάεφ και εντυπωσιάσθηκα από την έμφυτη διάνοιά του και την πρακτική κατανόησή του  των τρεχόντων πολιτικών θεμάτων » (15, σ.318).

Η δολοφονία του μοναχού στις 17 Δεκεμβρίου 1916 ήταν το πρωτότυπο της δολοφονίας στο Αικατερίνεμπουργκ στις 17 Ιουλίου 1918. «Ω αυτή η τρομερά 17η !», έγραψε η Τσαρίνα στους συγγενείς της από την εξορία. Πράγματι, το Επαναστατικό Μανιφέστο εδημοσιεύθη στις 17 Οκτωβρίου 1907. Ο Στάρετς Γκρηγκόρι εβασανίσθη και εδολοφονήθη στις 17 Δεκεμβρίου 1916. Στις 17 Ιουλίου εδολοφονήθησαν ο Τσάρος Νικόλαος Β’ και η οικογένειά του. Πυροβολισμοί και βασανιστήρια, τομές και μώλωπες στο σώμα των παιδιών, ρίψη των σωμάτων στο πηγάδι των ορυχείων και αργότερον απομάκρυνση των σωμάτων και καύση τους στις τερατώδεις τελετουργικές πυρκαγιές … Όλα αυτά εσυνοδεύθησαν από μια περίφραση στίχων του μεγάλου Γερμανοεβραίου  ποιητή Χάϊνε στην γερμανική: «Αυτή τη νύκτα ο Λευκός Τσάρος δολοφονήθηκε από τους υπηρέτες του!». Δίπλα υπήρχε μια καμπαλιστική επιγραφή: «Εδώ, με διαταγή των μυστικών δυνάμεων, ο Τσάρος θυσιάστηκε για την καταστροφή του κράτους. Όλα τα έθνη ενημερώθηκαν γιά αυτό». Όλα όσα υπέστη η τσαρική οικογένεια τα υπέστη πρώτος ο «Άγιος άνθρωπος». Εδολοφονήθη τρεις φορές, εβασανίσθη με μάχαιρες και έπειτα το σώμα του ερρίφθη στον ποταμό, κατόπιν περιχύθηκε με βενζίνη και πυρπολύθηκε. Οι δύο επιγραφές επιβεβαιώνουν τον τελετουργικό χαρακτήρα της δολοφονίας. Δεν υπήρξαν τάφοι ούτε του Γρηγκόρι ούτε της οικογενείας του Τσάρου. Η Τσαρίνα εγνώριζε πως θα υποστεί την ίδια μοίρα από την προφητεία μιας αγίας μοναχής η οποία έριξε εμπρός στα πόδια της οκτώ κούκλες, τις περιέλουσε με κόκκινο υγρό και τις επυρπόλησεν! (Όπως καταγράφει η «Μεγαλόσχημος μοναχή»  («σχημονάχινα»)  του Νικολάου, Τατιάνα Ιβάνοβνα Γκρογιάν στο βιβλίον της: «Μάρτυρας για τον Χριστό και για τον Τσάρο : Ο άνθρωπος του Θεού Γκρηγκόρι – Προσευχητάριο  για την Αγία Ρωσία και την αγιασμένη της νεολαία».)

Τα βασανιστήρια και η δολοφονία του Γκριγκόρι Γεφίμοβιτς εξυπηρετούσαν τους Εβραίους ανατροπείς και τους υποστηρικτές τους με πολλούς τρόπους. Με την κατάχρηση και σπίλωση του ονόματος του φίλου του Τσάρου, επέτυχαν την σπίλωση του ίδιου του Τσάρου. Οι απλοί άνθρωποι ήσαν συγκλονισμένοι από το ότι «ένας κακός άνθρωπος, όπως ο Ρασπούτιν» ημπορούσε να είναι φίλος του Τσάρου και της Τσαρίνας και έτσι έπαυσαν να πιστεύουν στην μοναρχία. Ταυτοχρόνως, η απαξίωση του Γκριγκόρι Γεφίμοβιτς από τους Ιουδαίους έπρεπε να οδηγήσει τον Τσάρο να πιστεύσει τις ψευδείς κατηγορίες και να τον απομακρύνει από την αυλή. Όταν όμως οι προσπάθειες για «πνευματική δολοφονία» του Γρηγκόρι απέτυχαν, προέβησαν στην φυσική του εξόντωση, διότι χωρίς αυτήν τη δολοφονία οι ανατρεπτικές σιωνιστικές δυνάμεις δεν θα ημπορούσαν να καταστρέψουν τον Τσάρο της Ρωσίας.

Γιάννης Πετρίτης

(Φ. 227)

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο.png

ΜΕΡΟΣ NΓ’

Aκόμη και ένας ιστορικός εμπειρογνώμων είναι δύσκολο να διακρίνει την αλήθεια από τους σωρούς των ψευδών και συκοφαντιών, της προπαγανδιστικής απάτης και του οργισμένου χλευασμού, τα οποία στις αρχές του 20ου αιώνος εξελήφθησαν ως αλήθειες. Γιά την αποκάλυψη της ουσίας αυτού του πολιτικού φαινομένου δεν αρκεί να γνωρίζει κάποιος μόνον τα γεγονότα και να διαθέτει λογική, (αν και αυτά είναι βεβαίως αναγκαία). Για την πλήρη κατανόηση των προεπαναστατικών δραστηριοτήτων, είναι απαραίτητο να ανακαλύψουμε και τους ψυχολογικούς λόγους για τους οποίους στην Ρωσία επί μία περίπου δεκαετία εξηπλώθη μια ψυχονοητική συνομωσία τύπου μαζικής ψυχώσεως. Κύρια επιθυμία των αντι-κυβερνητικών κύκλων υπήρξε η επιθυμία να συντρίψουν την απολυταρχία και να επιτύχουν την ανατροπή του Ορθοδόξου Τσάρου, οπότε έγινε χρήση οποιουδήποτε προς αυτά μέσου. Με την επιταγή του Ευαγγελίου να αναγνωρίζουμε το δένδρο από τους καρπούς του, ημπορούμε τώρα, συμφώνως με τα επελθόντα αποτελέσματα, να κρίνουμε ποίος ήταν σωστός και ποίος έσφαλε κατά την τραγική αντιπαράθεση των προ-επαναστατικών χρόνων.

Το τέλος του Γκρηγκόρι Γεφίμοβιτς Ρασπούτιν υπήρξεν επεισοδιακόν όπως η ζωή του: Την νύκτα της 29ης προς 30ην  Δεκεμβρίου 1916, ο εξ αγχιστείας ανηψιός του Τσάρου, Πρίγκηψ Φελίξ Φελίξοβιτς Γιουσούποφ, προσεκάλεσε στην οικία του τον Ρασπούτιν και του προσέφερε δηλητηριασμένο κρασί και γλυκά. Ενώ ήπιε το δηλητηριασμένο κρασί και έφαγε τα γλυκά, δεν έδειξε ίχνος αδιαθεσίας. Τότε, ο Γιουσούποφ τον επλησίασε και τον επυροβόλησε στην καρδιά. Ο Ρασπούτιν εκατόρθωσεν όμως να συρθεί ωρυόμενος μέχρις την αυλή, όπου ο συνωμότης βουλευτής Βλαντιμήρ Μητροφάνοβιτς Πουρίσκεβιτς άδειασε επάνω του ολόκληρο γεμιστήρα πιστολίου. Κατόπιν μαζί με τον Μεγάλο Δούκα Ντιμίτρι Πάβλοβιτς ετύλιξαν το σώμα του σε ένα ύφασμα, προσέδεσαν ένα βαρίδι και τον εφόρτωσαν σε ένα αμάξι για να τον ρίψουν στον ποταμό Νέβα. Καθώς τον εξεφόρτωναν διεπίστωσαν ότι εκινείτο ακόμη! Την επομένη ημέρα διεπιστώθη ότι ο Ρασπούτιν απέθανε από πνιγμό! Έτσι εδημιουργήθη περί αυτού ένας θρύλος και οι δεισιδαίμονες χωρικοί έτρεμαν το στοιχειωμένο πνεύμα του.

Περί του βίου και της πολιτείας του μουζίκου  «αγίου», που η παρουσία του εσφράγισε  την νεωτέρα ρωσική ιστορία, έχουν γραφεί πάμπολλα. Ήταν ένας ανηλέης τυχοδιώκτης ο οποίος εξεμεταλλεύετο αδιστάκτως τις ανθρώπινες αδυναμίες ή ένας αφοσιωμένος στον Θεό εμμονικός μοναχός, με διαρκή πρόθεση να βοηθά και να προσφέρει στο γενικό καλό; Εξαπατούσε την θρησκόληπτο και νευρωσική Τσαρίνα Αλεξάνδρα ή ήταν πράγματι ο μοναδικός άνθρωπος που ηδύνατο να προσφέρει ηρεμία και πρωτίστως θεραπεία στον μικρό Τσάρεβιτς Αλεξέϊ, διάδοχο του θρόνου των Ρομανώφ; Διασκέδαζε φρενήρως και μεθούσε κτηνωδώς, βυθιζόμενος σε φιλήδονες και ακόλαστες πράξεις ή προσεπάθει επιμόνως να εξαγνισθεί αντιμετωπίζων αμέσως την αμαρτία;

Ο Μητροπολίτης Αγίας Πετρουπόλεως και Λαντόγκας Ιωάννης (Σνιτσέφ) γράφει στο βιβλίον του «Υπερβαίνοντες τα προβλήματα» (Αγία Πετρούπολη, 1995): «… Πρέπει να ομιλήσουμε για τον Ρασπούτιν. Ποιος είναι ο πραγματικός ρόλος του; Όλα πρέπει να μελετηθούν και αυτό απαιτεί χρόνο.

Στην Συνοδική Επιτροπή για την Αγιοκατάταξη, στην οποία μετέχω, ανετέθη να πραγματοποιήσει ακριβώς  τις απαραίτητες προπαρασκευαστικές εργασίες.»

Ακόμη και η προέλευση του ιδίου του ονόματός του δημιουργεί αντιθέσεις: Προήρχετο από την λέξη  «ρασπούτιε» που σημαίνει σταυροδρόμι σε ανάμνηση της θέσεως του χωριού του στην Σιβηρία ή από την λέξη «ρασπούτνικ», που σημαίνει ακόλαστος άνθρωπος;

Για μερικούς Ρώσους, ο «μοναχός» παρέμεινε σύμβολο των πτωχών τάξεων, ενώ πιστεύουν ότι αυτά που ελέγοντο εναντίον του ήσαν κακόβουλες φήμες. Μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, κάποιοι προσεπάθησαν να αποκαταστήσουν την φήμη του, προτείνοντες έως και … αγιοποίησή του (!). Σχολιάζων, το 2003, το αίτημα αγιοποίησέως του, ο τότε Πατριάρχης Μόσχας Αλέξιος o B’ είπε: «Αυτό είναι παράνοια! Ποίος θα ήθελε να παραμείνει σε μιαν Εκκλησία η οποία τιμά ομοίως τους δολοφόνους με τους μάρτυρες, τους ακολάστους με τους Αγίους;»

Ήδη από το 1912 συνεκλήθη μια ειδική διάσκεψη στην Βασιλεία της Ελβετίας, όπου απεφασίσθη ότι όλες οι ανατρεπτικές κατά του Τσάρου προσπάθειες πρέπει να επικεντρωθούν στην δυσφήμιση, απαξίωση και ηθική εξόντωση του Ρασπούτιν. Αναφερόμενος στις συκοφαντικές επιθέσεις εναντίον του και τις ποικίλες  δυσκολίες που του προεκάλεσαν, ο Ρασπούτιν έγραψε στον Μητροπολίτη της Αγίας Πετρουπόλεως Αντόνιο Βαντκόφσκυ ο οποίος εσταμάτησε την επικοινωνία μαζί του : «Σεβασμιώτατε, όλα αυτά συμβαίνουν επειδή συμπαρίσταμαι στην οικογένεια του Τσάρου μας. Για τούτο και υποφέρω». Έγραψε επίσης στον Μητροπολίτη του Κιέβου Αντόνιο Χραποβίτσκυ, ο οποίος επίστευε τις κατηγορίες εναντίον του: «Σεβασμιώτατε, μην είσαστε αγενής μαζί μου. Δεν θα σας βλάψω και εάν εξέπεσα στα μάτια σας, παρακαλώ  προσευχηθείτε, προσευχηθείτε για τον Γκρηγκόρι και αφήστε τους Εβραίους να με επικρίνουν εφ’ όσον  το επιθυμούν ».

Στην νεοσύστατο Δούμα ο αντισημίτης εκπρόσωπος της «Εθνικιστικής Δεξιάς» Βλαντιμήρ Μητροφάνοβιτς Πουρίσκεβιτς ετάχθη κατά του Ρασπούτιν ως κατ’ εξοχήν αιτίας της φθοράς της μοναρχίας. (Η θρυλική εχθρότης του Πουρίσκεβιτς  έναντι των Εβραίων εδράζετο στην παγία αντίληψή του ότι αποτελούσαν την «φανατική πρωτοπορία του επαναστατικού κινήματος». Ήθελε να εξορισθούν συλλογικώς στην περιοχή της Κολύμα. Επίστευεν ότι «οι Καντέ, οι σοσιαλιστές, η διανόηση, ο τύπος και τα συμβούλια των πανεπιστημιακών καθηγητών» ήσαν όλα υπό τον έλεγχο των Εβραίων.) Συνεδέετο με προσωπική  γνωριμία με τον Σάμιουελ Χόαρ επικεφαλής της Αγγλικής Μυστικής Υπηρεσίας  στην Πετρούπολη.

Ήταν βεβαίως εύκολο να κερδίσει κανείς κατά του καλογήρου και  τους άλλους δύο γνωστούς πολιτικούς ηγέτες, επειδή τόσον ο κεντρώος Μιλιουκόφ όσον και ο αριστερός Κερένσκι ήσαν ενεργοί μασόνοι, παρεστέκοντο με συνέπεια στην φυλή της απωτέρας καταγωγής τους και διατηρούσαν τις καλύτερες σχέσεις με τον αγγλικό πρεσβευτή ήδη πριν από τον πόλεμο. Ο Μιλιουκόφ επίσης εχρησιμοποιούσε διαρκώς και εμπαθώς την προμετωπίδα – σύνθημα «δημοκρατία», το οποίον επενεργεί στις μάζες ωσάν μια αποχαυνωτική βόμβα οπίου, ενώ ο  εγωκεντρικός Κερένσκι, ο συκοφάντης και ναρκισσιστής θεατρίνος, υλοποίησε την άμετρο ματαιοδοξία του να ερμηνεύσει έναν λαμπρό ρόλο στο μέλλον.

[Ο Πάβελ Νικολάγεβιτς Μιλιουκόφ (1859 –1943) ήταν ιστορικός και φιλελεύθερος πολιτικός. Υπήρξε ιδρυτής, ηγέτης και το πλέον εξέχον μέλος του Συνταγματικού Δημοκρατικού κόμματος (γνωστού ως «Καντέτ»). Στην Ρωσική Προσωρινή Κυβέρνηση, ο Μιλιουκόφ ήταν υπεύθυνος για την εξωτερική πολιτική και προσεπάθησε εντόνως να αποτρέψει την έξοδο της Ρωσίας από τον Πόλεμο.

Ο Αλεξάντρ Φιοντόροβιτς Κερένσκι (1881- 1970) ήταν δικηγόρος και πολιτικός, ο οποίος υπηρέτησεν ως ο δεύτερος Πρωθυπουργός της Ρωσικής Προσωρινής Κυβερνήσεως από τον Ιούλιο έως τον Νοέμβριο του 1917. Ηγέτης των μετριοπαθών σοσιαλιστών («Τρουντοβική φράξια») του Σοσιαλ-Επαναστατικού Κόμματος, ο Κερένσκι είναι κομβική μορφή της αντεθνικής «ρωσικής» επαναστάσεως. Η μητέρα του, Ναντέζντα Άντλερ, ήταν κόρη ενός Ρωσο-Γερμανού Εβραίου, του Αλεξάνδρου Άντλερ, επικεφαλής του Τοπογραφικού Γραφείου της Στρατιωτικής Περιοχής του Καζάν. Ο πατέρας του Κερένσκι ήταν καθηγητής του Λένιν, ενώ τα μέλη των οικογενειών Κερένσκι και Ουλιάνοφ ήταν φίλοι. Το 1912 ο Κερένσκι εξελέγη στην Τέταρτη Δούμα ως μέλος των «Τρουντόβικων», ενός μετριοπαθούς, μη μαρξιστικού εργατικού κόμματος που συνεργαζόταν με το Σοσιαλ-Επαναστατικό Κόμμα και ενετάχθη σε μια μασονική ομάδα, η οποία συνένωνε όλες τις αντιμοναρχικές δυνάμεις που προετοίμαζαν την ανατροπή του Τσάρου και την «δημοκρατική ανανέωση» της Ρωσίας.]

Ο Αντρέϊ Αλεξάντροβιτς Ιβάνωφ, ιστορικός από την Αγία Πετρούπολη, πιστεύει ότι «… απεδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι στην δολοφονία του Ρασπούτιν υπήρξε συμμετοχή από εκπροσώπους της βρετανικής διπλωματικής αποστολής στην Αγία Πετρούπολη και πρόσωπα που συνδέονται με βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών». Τότε διάφορα δημόσια πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου του Κοινοβουλίου Μιχαήλ Ροντζιάνκο, επίστευαν ότι ο θάνατος του Ρασπούτιν επυροδότησε την επανάσταση.

Επ’ ουδενί ημπορεί να αμφισβητηθεί ο πολιτικός ρόλος που έπαιξαν οι Ελευθεροτέκτονες στα επαναστατικά γεγονότα. Στην Ρωσία, το κίνημα του Τεκτονισμού εδήλωνε πως είχε αποστολή να βοηθήσει στην «προοδευτική ανάπτυξη» της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της «πολιτικής μεταρρυθμίσεως» και περιέλαβε πολλούς ισχυρούς αντιπολιτευόμενους βουλευτές. Τόσον οι φιλελεύθεροι πολιτικοί όσον και οι σοσιαλδημοκράτες ανήκαν στην Στοά. Ο Νικολάϊ Σεμιόνοβτς Τσκέϊντζε, ένας τέκτων, ήταν μέλος του κοινοβουλίου πριν από την επανάσταση, και το 1917 έγινε ο πρώτος πρόεδρος του «Σοβιέτ των εργαζομένων και των αντιπροσώπων των στρατιωτών της Πετρουπόλεως». Αυτός ο θεσμός έθεσε τα θεμέλια για το σοβιετικό καθεστώς.

Γιάννης Πετρίτης

(Φ. 226)

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο.png

ΜΕΡΟΣ NΒ’

Kατά την έκπτυξη της παρούσης αρθρογραφικής σειράς εξεπτύχθησαν πολυποίκιλα ζητήματα και δεδομένα που αφορούν  στο ομόπιστο και συνορθόδοξό μας ρωσικό έθνος, την ιστορία του και τις μοναδικές του ιδιαιτερότητες, με σκοπό να ψηλαφήσουμε τα εν τω βάθει χαρακτηριστικά του, ώστε να κατανοήσουμε αρτιότερον τις διεθνοπολιτικές του συλλήψεις. Εξετάζουμε διάφορα σπουδαία πρόσωπα της ρωσικής ιστορίας που αμέσως ή εμμέσως εσφράγισαν με την παρουσία και το έργον τους τις θεωρητικές αναζητήσεις και την ιστορία της ανθρωπότητος. Λίαν προσφάτως έγινε αναφορά στην αφοσιωτική λατρεία του ρωσικού έθνους στην πληθώρα των αγίων, αναχωρητών και εν Χριστώ σαλών, που σημασιοδοτούν την ιδιότυπο βαθυτάτη θρησκευτικότητά του. «Κατοπτρικώς», παρατίθεται εδώ και η «altera pars»  της μυστικοπαθούς ρωσικής ψυχής : Σπανίως στην παγκόσμιο ιστορία καθίσταται το όνομα κάποιου προσώπου συνώνυμο με το κακό και την ακολασία, προφανώς όμως αυτό δεν συμβαίνει κατά τύχην. Απαιτείται ένας ιδιαίτερος χαρακτήρ για να γίνει κάποιος ο διαβόητος Ρασπούτιν, μια από τις πλέον αινιγματικές και συνάμα συναρπαστικές μορφές της ρωσικής ιστορίας.

Ο μυστηριώδης Γκριγκόρι Γιεφίμοβιτς Ρασπούτιν, ένας μουζίκος-χωρικός ο οποίος ισχυρίζετο πως είχε θεραπευτικές δυνάμεις και ότι ημπορούσε να προβλέψει το μέλλον, κατά τους επικριτές του ένας αχαλίνωτος γυναικομανής και επίμονος ρέκτης ηδονών, ένας άνθρωπος που ουδεμία σχέση είχε με την ατομική υγιεινή, υπήρξε …. προσωπικός στενός  φίλος της αυτοκρατορικής οικογένειας της Ρωσίας και στενός συμβουλάτωρ της Τσαρίνας.

Η αριστοκρατία και οι ευγενείς δεν ηνέχοντο έναν μουζίκο σε τόσον υψηλή θέση. Οι χωρικοί και ο πτωχός λαός δεν ημπορούσαν να παραδεχθούν πως η συνύπαρξη του «μοναχού» με την Τσαρίνα δεν υπέκρυπτε και στοιχεία ψόγου. Συνεπώς ο Ρασπούτιν εθεωρείτο από όλους, αριστοκρατία και λαό, ως μια μορφή «σκοτεινής δυνάμεως» η οποία κατέστρεφε την Μητέρα Ρωσία.

Η αλήθεια για τον Ρασπούτιν είναι απλή και εύληπτη, αλλά με τον τρόπο της, τόσον αξιοσημείωτη όσον οτιδήποτε έχουμε εξετάσει μέχρι στιγμής περί την ρωσική ιδιαιτερότητα. Σε αντίθεση με τους περισσοτέρους μάγους, δεν επέδειξε  κανένα χαρακτηριστικό τσαρλατάνου. Ήταν ένας  θρησκευτικός μυστικιστής  ίδιου τύπου με τον λουθηρανό θεολόγο Γιάκομπ Μπέμε ή τον Άγιο Μαρτίνο.

Υιός ενός σιβηριανού αγρότη, ίσως απόμακρος απόγονος σιβηριανών σαμάνων, ο  Γκριγκόρι Γιεφίμοβιτς υπήρξε αδιαμφισβητήτως ένας μυστικιστής που ήσκησε τεραστία επίδραση στο ύστατο ρωσικό αυτοκρατορικό ζεύγος, του Τσάρου Νικολάου Β’ και της Τσαρίνας Αλεξάνδρας. Οι θρησκευτικές αναζητήσεις του Σιβηριανού μουζίκου από το Ποκρόβκογιε, τον οδήγησαν σε ηλικία 18 ετών σε μονή, όπου εμυήθη στην διδασκαλία των «Μαστιγουμένων» (Χλύστυ), μίας αιρέσεως, τα μέλη της οποίας εκαλούντο επίσης και «πειθαρχούμενοι», «κουκουλοφόροι» ή «δερόμενοι» και εμαστιγούντο προς  μετάνοια ή εξιλέωση. Ο Ρασπούτιν, διαστρεβλώσας τα κηρύγματα της αιρέσεως, διετύπωσε το ιδικόν του δόγμα, συμφώνως προς το οποίον η σεξουαλική εξάντληση ήταν το κάλλιστο μέσον επιτεύξεως της «θείας αταραξίας» του πιστού, ώστε αυτός να ευρεθεί εγγύτερον του Θεού.Το 1901 εγκατέλειψε την οικογένειά του για να γίνει προσκυνητής, και διήλθε  μεγάλο διάστημα περιπλανώμενος μέχρι το Άγιον Όρος και τα Ιεροσόλυμα. Τότε ζούσε από τις δωρεές των χωρικών ως αναχωρητής. Εντός δύο ετών αφ’ ότου έφυγε από το Ποκρόφσκογε, έγινε γνωστός για τις υποτιθέμενες θεραπευτικές του δυνάμεις, αλλά και για την σκανδαλώδη σεξουαλική του συμπεριφορά.

To 1903, ο Ρασπούτιν έφθασε στην Αγία Πετρούπολη. Εκεί, χάρη στην μανία της υψηλής κοινωνίας για τον μυστικισμό και τον αποκρυφισμό, κατάφερε να αποκτήσει φανατικούς θαυμαστές σε αριστοκρατικούς κύκλους. Η Αγία Πετρούπολη στην οποία ήλθε  ο Ρασπούτιν ήταν ίσως το μυστικιστικό κέντρο του κόσμου εκείνης της περιόδου. Ήταν γεμάτη αποκρυφιστές, πνευματιστές, αστρολόγους και αφοσιωμένους ακολούθους και μαθητές του Τολστόϊ, του Ντοστογιέφσκι και του Σολοβιώφ.

Η πρώτη επαφή του Ρασπούτιν με το αυτοκρατορικό ζεύγος επήλθε το φθινόπωρον του 1905, όταν διεδραματίζοντο τα τραγικά γεγονότα της εξεγέρσεως εναντίον της μοναρχίας, ενώ την αυτοκρατορική οικογένεια είχε κλονίσει και η ανακάλυψη ότι ο διάδοχος Αλεξέϊ ήταν αιμοροφιλικός.

Ο Ρασπούτιν, κατόρθωσε με παραφάρμακα ιδικής του εμνεύσεως να απαλύνει το πρόβλημα υγείας του αγοριού και με το περιστατικό αυτό ήρχισε η δεκαετία της κυριαρχίας του στις υποθέσεις της τσαρικής οικογένειας και ακολούθως του κράτους, καθώς είχε πείσει το εύπιστο και δύστυχο αυτοκρατορικό  ζεύγος ότι η επιβίωση του Τσάρεβιτς εξηρτάτο από τον αυτόν. Το 1906 όταν  τρείς  σοσιελεπαναστάτες δολοφόνοι ανετίναξαν την αγροικία του μεγάλου μεταρρυθμιστή εθνικιστή πρωθυπουργού Πιότρ Αρκαντίεβιτς Στολύπιν (αυτού για τον οποίον ο Λένιν είχε ειπεί στους μπολσεβίκους του: «ή ο Στολύπιν ή εμείς») η Τσαρίνα έστειλε στην οικογένειά του τον θεραπευτή μοναχό.

Θρυλείται και διεσπάρη ευρέως από τους εχθρούς του ότι ο Ρασπόυτιν ζων στην Πετρούπολη και κηρύσσων ότι η σωματική επαφή μαζί του είχε εξαγνιστικά – θεραπευτικά αποτελέσματα, κατόρθωσε να αποπλανήσει πάμπολλες γυναίκες. Οι αναφορές για την αθλία διαγωγή του έφταναν στον Τσάρο που δεν τις επίστευε, τιμωρούσε δε με πολιτικούς διωγμούς εκείνους που τις μετέφεραν. Μέχρις το 1911 η συμπεριφορά του είχε προσλάβει διαστάσεις σκανδάλου, ενώ οι ερωτικές φημολογίες για τον ακόλαστο αυτό «καλόγερο» ήσαν διαδεδομένες. Τελικώς, κατόπιν πιέσεων του κλήρου, ο Τσάρος τον εξόρισε, αλλά λόγω επιμονής της Τσαρίνας Αλεξάνδρας, ολίγους μήνες αργότερον, ηναγκάσθη να ανακαλέσει την απόφασή του, μη διατεθειμένος να θέσει σε κίνδυνο την ζωή του υιού του ή να δυσαρεστήσει την φανατικώς πιστή του Ρασπούτιν σύζυγό του.

Εν πολλοίς παρέμεινε άγνωστο στο ευρύ κοινό ότι έγινε απόπειρα να δολοφονηθεί ο Ρασπούτιν στο γενέθλιο χωριό του Ποκρόβσκογιε ακριβώς την ίδια στιγμή κατά την οποίαν εδολοφονήθη ο διάδοχος του αυστροουγγρικού θρόνου Αρχιδούξ Φερδινάνδος την 28η  Ιουνίου 1914. Ο άνθρωπος του οποίου ο θάνατος προεκάλεσε τον Πρώτο Μεγάλο Πόλεμο και ο άνθρωπος που ενδεχομένως θα ημπορούσε να αποτρέψει τον πόλεμο, επλήγησαν την ίδια στιγμή. Η σύμπτωση είναι εκπληκτική, όπως όλες εκείνες οι αμφίσημες ιδιαιτερότητες που αφορούν στον βίο και την πολιτεία του Γκριγκόρι Γιεφίμοβιτς, όπως καταγράφει ο αντισιωνιστής και εθνικιστής ιστορικός και οικονομολόγος Ολέγκ Ανατόλιεβιτς Πλατόνωφ, γενικός διευθυντής του «Ινστιτούτου Ιστορίας τοτ Ρωσικού Πολιτισμού», ο οποίος εκφράζει μια ρηξικέλευθο απολογητική υπέρ του Ρασπούτιν άποψη. Ανάλογη  υποστηρικτική του μοναχού κειμενογραφία παρέχουν και οι ιστοριογραφούντες Σεργκέϊ Φόμιν και Τατιάνα Μιρόνοβα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο μοναχός είχε συμβουλεύσει δυο φορές τον Τσάρο να μην προχωρήσει σε πόλεμο για τα Βαλκάνια τα οποία διεκδικούσε ποικιλοτρόπως η Αυστροουγαρία, ώστε να μην διαταραχθούν οι ρωσογερμανικές σχέσεις. Η παρεμβατική δύναμη του μοναχού έφθασε στο απόγειόν της όταν ο Τσάρος έφυγε για το μέτωπο κατά την διάρκεια του Α’ Μεγάλου Πολέμου, (όταν είχε αναλάβει προσωπικώς την ηγεσία του στρατού επειδή ο Ρασπούτιν είδε σε όραμα, ότι σε αντίθετο περίπτωση θα εχάνετο ο πόλεμος). Με την απουσία του Τσάρου, η Τσαρίνα ευλόγως διεδραμάτισε ενεργότερο ρόλο στην διακυβέρνηση, οπότε ο Ρασπούτιν κατόρθωσε να εξασκεί σημαντικοτάτη επιρροή, χειριζόμενος εμμέσως το κρατικό προσωπικό κατά τις επιθυμίες του.

Η ισχύς του τον οδηγούσε ενίοτε να εξαναγκάζει πολλούς να εξευτελίζονται κολακεύοντές τον. Έφθασε έτσι, διαρκούντος του πολέμου, να ασκεί πράγματι τεραστία επίδραση στην Αυλή και να καθορίζει την εσωτερική πολιτική της χώρας μέσω της θρησκολήπτου και νευρωτικής Τσαρίνας. Ο Ρασπούτιν εδιόριζεν επίσης τα μέλη της Ιεράς Συνόδου, καθώς και ανώτερους διοικητικούς υπαλλήλους, ακόμη και υπουργούς. Εναντίον του εξυφάνθη συνωμοσία, στην οποίαν συμμετείχαν πρόσωπα του αμέσου περιβάλλοντος του Τσάρου, με σκοπό να τερματισθούν τα συνεχή παθήματα της μοναρχίας. Η συνωμοσία και η απότοκος της δολοφονία του, συνδέεται βαθέως και εκτενώς  με όλη την περαιτέρω πορεία της δυναστείας των Ρομανώφ, της Αγίας Ρωσίας και την κυριαρχία των μπολσεβίκων, αξίζει δε εμβριθεστέρα προσέγγιση και αφήγηση.

Γιάννης Πετρίτης

(Φ. 225)

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο.png

ΜΕΡΟΣ NΑ’

Σε ουδένα άλλο μέρος του χριστιανικού κόσμου συναντάται τόσον πυκνώς όπως στην Ρωσία  η ειδική κατηγορία αγίων, οι λεγόμενοι «τρελοί του Θεού», που εκτιμούνται από τους πιστούς για την ιερά τους  «σαλότητα». Ο εν Χριστώ Σαλός Άγιος ή «γιουρόντιβυ» είναι η ρωσική εκδοχή της «αφοσιωτικής ενθέου φρενίτιδος», μια ιδιότυπη μορφή του ανατολικού Ορθοδόξου ασκητισμού. Ο γιουρόντιβυ είναι ένας άγιος παράλογος, ο οποίος ενεργεί ενώπιον των ανθρώπων σκοπίμως με εμφανή ανοησία. Ο όρος συνεπάγεται συμπεριφορά «που δεν προκαλείται ούτε από λάθος ούτε από αδυναμία, αλλά είναι σκόπιμη, ενοχλητική και προκλητική.» [Sergey Ivanov, «Holy Fools in Byzantium and Beyond», Oxford University Press, 2006].

Ο Ιβάνωφ υπεστήριξε ότι, αντιθέτως προς το παρελθόν, οι σύγχρονοι «εν Χριστώ σαλοί» γνωρίζουν γενικώς ότι φαίνονται θλιβεροί στους άλλους ανθρώπους. Επιδιώκουν να προλάβουν αυτήν την περιφρόνηση με υπερβολική αυτοταπείνωση και μετά αφήνουν να γίνει γνωστόν ότι η συμπεριφορά τους ήταν σκηνοθετημένη και ότι σκοπός τους ήταν να συγκαλύψουν την ανωτερότητά τους έναντι του ακροατηρίου τους. Η Ανατολική Ορθόδοξος Εκκλησία υποστηρίζει ότι οι σαλοί άγιοι λαμβάνουν  εθελουσίως το πρόσχημα της παραφροσύνης, ώστε να αποκρύψουν την τελειότητά τους από τον κόσμο, και έτσι να αποφύγουν τον έπαινο.

Μερικά χαρακτηριστικά που ενεφανίσθησαν συνήθως στους ιερούς σαλούς ήσαν ότι περιεφέροντο ημίγυμνοι, ήσαν άστεγοι, ομιλούσαν με αινίγματα, επιστεύοντο δε ως προορατικοί και προφήτες, ενώ περιστασιακώς ήσαν διεγερτικοί, αποδιοργανωμένοι και προκλητικοί έως του σημείου φαινομενικώς να ομοιάζουν ανήθικοι.Οι «ανοητεύοντες  για τον Χριστό» συχνά λαμβάνουν τον τίτλο του Ευλογημένου «μπλαζένυ», που σημαίνει ότι το άτομο αναδεικνύει τις ευλογίες του Θεού που πιστεύεται ότι έχει αποκτήσει.

Η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία καταγράφει την Ισίδωρα Μπαράνκις της Ταβένης (στην μονή που ίδρυσε ο Άγιος Παχώμιος στην νήσο Ταβάνα της αιγυπτιακής Άνω Θηβαΐδος το 369) μεταξύ των πρώτων Σαλών Αγίων. Ωστόσον, ο όρος ήταν άγνωστος μέχρι την έλευση του Συμεών της Εμέσης, θεωρουμένου προστάτου Αγίου των «ανοήτων αγίων». Στην ελληνική γλώσσα, ο ακριβής όρος για τον «προς Χριστόν ανοητεύοντα  Άγιον» είναι σαλός.

Η ασκητική αυτή πρακτική ανεγνωρίσθη στην αγιογραφία του Βυζαντίου του 5ου  αιώνος και υιοθετήθη εκτενώς στην Μοσχοβική Ρωσία, πιθανώς τον 14ον  αιώνα. Η φρενίτις του Σαλού Αγίου ήταν αμφίσημος, διφορουμένη και ημπορούσε να είναι πραγματική ή προσομοίωση. Αυτός (ή αυτή) επίστευε ότι ήταν θεϊκώς εμπνευσμένος και επομένως ήταν ικανός να ειπεί αλήθειες (που οι άλλοι άνθρωποι κανονικώς δεν ημπορούσαν) με την μορφή εμμέσων παραλλαγών ή παραβολών. Διατηρούσε ένα ιδιαίτερο καθεστώς όσον αφορά στους Τσάρους, ως πρόσωπο που δεν υπέκειτο σε γήινο έλεγχο ή κρίση.

Ο πρώτος αναφερόμενος «εν Χριστώ σαλός» στην Ρωσία ήταν ο Άγιος Προκόπιος του Ουστιούγκ και της Λυβέκης, Γερμανός ο οποίος ήρθε από την Λυβέκη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στο Νόβγκοροντ, μετεκόμισε στην συνέχεια στο Ουστιούγκ προσποιούμενος διαρκώς ότι ήταν ανόητος και διήγε έναν ασκητικό τρόπο ζωής (γυμνός στις αυλές των εκκλησιών προσηύχετο καθ’ όλην τη νύχτα και ελαμβανε φαγητό μόνον από τους φτωχούς). Επροπηλακίσθη και εδάρη πλειστάκις, αλλά τελικώς εκέρδισε τον καθολικό σεβασμό του ρωσικού λαού και αγιοποιήθηκε μετά τον θάνατό του.

Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία αριθμεί 36 γιουροντίβιε  μεταξύ των αγίων της, αρχής γενομένης με τον Προκόπιο του Ουστιούγκ και κυρίως τον Βασίλειο τον Θαυματουργό Ευλογημένο (Βασίλυ Μπλαζένυ), ο οποίος έδωσε το όνομά του στον περιβόητο καθεδρικό ναό του Αγίου Βασιλείου στην Μόσχα. Ένα από τα γνωστότερα σύγχρονα παραδείγματα στην Ρωσική Εκκλησία είναι ίσως η Αγία Ξένια της Αγίας Πετρουπόλεως, η οποία αγιοποιήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου του 1988.

Γιάννης Πετρίτης

(Φ. 224)

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο.png

ΜΕΡΟΣ N’

Με την παρούσα σειρά άρθρων αποπειρώμεθα να περιγράψουμε αδρά την διαδικασία σχηματοποιήσεως, την ιστορική τροχιά και τις ιδιαίτερες  ιστορικοπολιτιστικές  (παροδικές ή πάγιες) υφές του ρωσικού έθνους, καθώς και  ιχνεύουμε τις οιεσδήποτε διαδραστικές αποτυπώσεις του με το Ελληνικό Έθνος. Από την θρησκευτική ενατένιση και την φιλοσοφική κοσμοθεώρηση, έως την πολιτική θεωρία και την γεωπολιτική. Σε αυτήν την προσπάθεια προχωρούμε αναλυτικά και με  την χρήση «απανθισμάτων» σημαντικών δεδομένων.

Ορισμένα χαρακτηριστικά γεγονότα τα οποία χαράσσουν την ιδιαιτερότητα του ρωσικού έθνους συνέβησαν  αποκλειστικώς και μόνον στην Ρωσία. Σε καμίαν άλλη χώρα ο κυβερνών Αυτοκράτωρ δεν μετεβλήθη περιστασιακώς σε «κουρέα», ώστε να κόψει (…και ιδιοχείρως) τις γενειάδες των ευγενών Βογιάρων. Το έπραξεν όμως ο Μέγας Πέτρος Aλεξέγεβιτς, που εξύρισε αυτοπροσώπως τις γενειάδες των Βογιάρων και τους εξηνάγκασε να μην φέρουν τα «ανατολίτικα» ωσάν καφτάνια επανωφόρια και τα χαρακτηριστικά τους κωνικά πηλίκια.

Στις 5 Σεπτεμβρίου 1698 ο Πέτρος  επέστρεψε από την εκπαιδευτική του περιοδεία στις μητροπόλεις της Ευρώπης στην Μόσχα. Βεβαίως, όλοι οι σημαντικοί αξιωματούχοι, όλοι οι ευτελείς κόλακες αλλά και όλοι όσοι ήλπιζαν ότι ο Τσάρος θα τους προσφέρει κάποιο δώρο ή χάρισμα, συγκεντρώθηκαν στην αυλή το επόμενο πρωί. Όμως αντί να τους μιλήσει για το πολιτικό μέλλον της Ρωσίας, ο Πέτρος έκανε κάτι εντελώς απροσδόκητο. Έσυρε αιφνιδίως ένα μακρύ κοφτερό ξυράφι από την τσάντα του και άρχισε να ξυρίζει τον …. αρχηγό του στρατού. Αυτός ήταν ολότελα εμβρόντητος ώστε δεν προσεπάθησε  να αντιδράσει. Ακολούθησε ο επόμενος κατά σειράν, ένας σημαντικός πολιτικός, ένας Βογιάρος  προερχόμενος από την παλαιοτέρα και ευγενεστερη ρωσική οικογένεια. Ακολούθως εξυρίσθηκαν αλληλοδιαδόχως όλοι οι Ρώσοι ευγενείς, εκτός από τρεις ανθρώπους: Ο Πέτρος άφησε  μόνον τον Πατριάρχη, έναν  υπέργηρο ευγενή και τον φρουρό του.

Κατόπιν ο Αυτοκράτωρ καθιέρωσε «φόρο γενειάδας» για να ευθυγραμμίσει την ρωσική κοινωνία με τα πρότυπα της Δυτικής Ευρώπης. Για να επιβάλλει την απαγόρευση των γενειάδων, εξουσιοδότησε την αστυνομία να ξυρίσει βιαίως και δημοσίως όσους ηρνήθησαν να πληρώσουν τον φόρο. Η αποστροφή προς το ξύρισμα ήταν ευρέως διαδεδομένη, καθώς πολλοί επίστευαν ότι ήταν θρησκευτικό καθήκον για έναν άνδρα να φέρει γενειάδα. Ο επιβαλλόμενος φόρος εξηρτάτο από το καθεστώς του γενειοφόρου ανδρός: Αυτοί που ανήκαν στον αυτοκρατορικό δικαστικό, στρατιωτικό ή κυβερνητικό κορμό, εχρεώθησαν 60 ρούβλια ετησίως, οι πλούσιοι έμποροι 100 ρούβλια ετησίως, ενώ οι άλλοι έμποροι και λοποί κάτοικοι που παρέμεναν με την παραδοσιακή γενειάδα, 60 ρούβλια ετησίως. Οι Μοσχοβίτες εχρεώθησαν 30 ρούβλια ετησίως, ενώ οι χωρικοί επλήρωναν ένα καπίκι κάθε φορά που εισήρχοντο γενειοφόροι σε μια πόλη.

Ο Πέτρος Αλεξέγεβιτς δεν ήταν μόνον ένας ιδιότροπος νεωτεριστής «στυλίστας», αλλά  υπήρξε και  αδίστακτος τύραννος και δήμιος όταν  έκρινε πως απαιτείται : Eίχε απομακρυνθεί από την Ρωσία επί σχεδόν 18 μήνες όταν έφθασαν στην Βιέννη δυσφορικά νέα ότι, τέσσερα συντάγματα των «μουσκετοφόρων σκοπευτών» φρουρών Στρέλτσυ της Μόσχας είχαν προβεί σε εξέγερση. Ο Τσάρος διευθέτησε τάχιστα τις υποθέσεις του στην πρωτεύουσα της Αυστρίας και έσπευσε στην Μόσχα, όπου διεπίστωσε πως  η εξέγερση     είχε ήδη καταρρεύσει. Ως αποτέλεσμα της αρχικής ανακριτικής ερεύνης, είχαν ήδη εκτελεσθεί αμέσως 57 Στρέλτσυ.

Μετά την ταχεία επιστροφή του, στις 25 Αυγούστου 1698, ο Πέτρος διέταξε άλλη μία ευρεία συμπληρωματική έρευνα. Από τον Σεπτέμβριο του 1698 έως τον Φεβρουάριο του 1699, εξετελέσθησαν 1.182 Στρέλτσυ και ακόμη 601 κτυπήθηκαν έως αναισθησίας με το κνούτο (ένα εξαιρετικά σκληρό δερμάτινο μαστίγιο που αποτελείται από πολλά συνεστραμμένα σκέλη), εσημαδεύτηκαν με πυρωμένο σίδηρο ή (κυρίως οι νέοι) απελάθηκαν. Η έρευνα και οι εκτελέσεις εσυνεχίσθησαν μέχρι και το 1707. Αργότερον διελύθησαν και τα οκτώ συντάγματα της Μόσχας, τα οποία δεν είχαν συμμετάσχει στην εξέγερση, αφού πρώτα διεσπάρησαν  στο Κίεβο, στο Μπελγκορόντ και στο Σεβσκ. Εν τέλει όλοι οι εναπομείναντες Στρέλτσυ και τα μέλη των οικογενειών τους απεμακρύνθησαν μονίμως από την Μόσχα.

Ωστόσον, επειδή δεν  ήταν πεπεισμένος ότι η ανταρσία είχε κατασταλεί και εξαλειφθεί ολοσχερώς, ο Πέτρος επροχώρησε στην μεταφορά όλων των επαναστατών Στρέλτσυ σε ένα από τα προαστιακά παλάτια του για περαιτέρω «μεθοδική» ανάκριση. Η φωτιά και το κνούτο (το παραδοσιακό ρωσικό σκληρό δερμάτινο μαστίγιο) ήσαν τα προτιμώμενα μέσα «εξαγωγής» ομολογιών, σε μια διαδικασία που απέβη ένα ακατάπαυστο όργιο κτηνώδους βίας και τιμωρίας.

Ο Πέτρος διέταξε χρήση σκληρών βασανιστηρίων ενώ διερευνούσε το περιστατικό. Πολλοί ύποπτοι κτυπήθηκαν μέχρις θανάτου με το κνούτο. Πολλοί διετάθησαν μέχρι να σπάσουν τα άκρα τους. Ειδικές σιδηρές δακτυλοκάκες εφαρμόσθηκαν στα δάκτυλα αρκετών κρατουμένων, ενώ σε άλλους έψησαν αργά την ράχη τους ή εξέσκισαν τα πλευρά τους και τα πέλματά τους  με  πελώριες πυρωμένες ηλάγρες. Έτσι, ο Πέτρος οδήγησε αλληλοδιαδόχως τους «υπόπτους» να κατονομάσουν τους συνεργούς τους σε έναν σχεδόν ατέλειωτο κατακλυσμό αναγκαστικών και πιθανότατα ψευδών ομολογιών.

Επί σχεδόν δύο χρόνια οι δράστες της εξεγέρσεως ανεκρίνοντο διαρκώς και σκληρότατα σχετικώς με την έκταση και το βάθος της συνωμοσίας εναντίον του τσάρου. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο ίδιος ο Πέτρος εβασάνισε πολυάριθμα ατυχή θύματα. Παρόλον που ουδέποτε απεκαλύφθη μια ευρυτέρα συνωμοσία, ο Πέτρος επέλεξε να χρησιμοποιήσει ως αρνητικό παράδειγμα το σύνολο αυτών των ανδρών, που ίσταντο ως μια ζωντανή προσωποποίηση της παραδοσιακής παλαιάς Ρωσίας την οποία προσπαθούσε να αλλάξει. Οι Στρέλτσυ συνετρίβησαν δημοσίως στον τροχό, οι κεφαλές τους καρφώθηκαν σε πασσάλους και τα πτώματά τους παρέμειναν εκτεθειμένα επί πολλούς μήνες.

Ουδείς άλλος λαός πλην των Ρώσων επροσηλυτίσθη αβιάστως σε μια νέα θρησκεία αποκλειστικώς εξ αιτίας της ωραιότητος των ναών και των τελετών της. Το έπραξαν όμως οι Ρώσοι των οποίων οι πρέσβεις στο Βυζάντιον όταν επεσκέφθησαν την Αγία Σοφιά στην Κωνσταντινούπολη, έμειναν ενεοί από την «θεϊκή ομορφιά» που αντίκρυσαν, ώστε είχαν την εντύπωση ότι δεν ευρίσκοντο στην γη, αλλά στον ουρανό.

Το έτος 987, μετά μιαν εκτενή  διαβούλευση με τους κορυφαίους Βογιάρους  του, ο Βλαντιμίρ έστειλε απεσταλμένους για να μελετήσουν τις θρησκείες των διαφόρων γειτονικών εθνών, οι εκπρόσωποι των οποίων τον παρότρυναν να εγκολπωθεί τις αντίστοιχες πίστεις τους. Από τους μουσουλμάνους Βούλγαρους του Βόλγα, οι απεσταλμένοι ανέφεραν ότι δεν υπάρχει χαρά μεταξύ τους, παρά μόνον θλίψη και «…μια μεγάλη δυσωδία». Στις σκοτεινές εκκλησίες των Γερμανών οι απεσταλμένοι του Βλαντιμίρ δεν είδαν κάποιαν ομορφιά. Όμως στην Αγία Σοφία, όπου ο πλήρης λειτουργικός μηχανισμός της Βυζαντινής Εκκλησίας ετέθη σε κίνηση για να τους εντυπωσιάσει, συνήντησαν  το ιδανικό τους: «Δεν εγνωρίζαμε πλέον εάν είμεθα στον ουρανό ή στην γη», ανέφεραν, «ούτε έχουμε ιδεί πάλιν τέτοιαν ομορφιά, και δεν ξέρουμε πώς να την περιγάψουμε» – «Πρώτο Χρονικό», έτος 6495 (987)

[Το Πρώτο Χρονικό είναι ένα αφηγηματικό κείμενο, γραμμένο στην αρχαία σλαβική γλώσσα, το οποίον περιγράφει την ιστορία των Ρώσων από το 850 έως το 1110. Συνετέθη περί το 1113 στο Κίεβο και ο πρωτότυπος τίτλος του είναι «Ιστορία των Περασμένων Χρόνων». Πιθανότερος δημιουργός του είναι ένας μοναχός ονόματι Νέστωρ, γι’ αυτό απαντάται και ως «Νεστοριανό Χρονικό». Για την συγγραφή του Χρονικού εχρησιμοποιήθησαν πολλές διαφορετικές πηγές: τοπικοί θρύλοι, σκανδιναβικές σάγκες (έπη), παλαιότερα (σήμερον χαμένα) σλαβικά κείμενα, τα χρονικά των Βυζαντινών Ιωάννη Μαλάλα και Γεωργίου Αμαρτωλού, βυζαντινά θρησκευτικά κείμενα, συμφωνίες του Κράτους των Ρως με την Κωνσταντινούπολη, προφορικές αφηγήσεις στρατιωτικών και εξερευνητών. Το πρωτότυπο χειρόγραφο θεωρείται χαμένο, όπως και τα δύο παλαιότερα γνωστά αντίγραφά του (ο Λαυρεντιανός και ο Υπατιανός Κώδιξ). Η γνώση μας περί  του Πρώτου Χρονικού περιορίζεται στα διασωθέντα αντίγραφα των δύο τελευταίων, συνεπώς είναι αδύνατον να γνωρίζουμε κατά λέξη το περιεχόμενό του.Παρ’ όλους τους υποκειμενισμούς του Νέστορος και των μετέπειτα αντιγραφέων του, παρά την εκτενή μίξη μυθολογικών και ιστορικών πηγών, την αποδεδειγμένη ανακρίβεια των ημερομηνιών που αναφέρει, καθώς και την γνώση του περιεχομένου του μόνον μέσω αντιγράφων, το Πρώτο Χρονικό αποτελεί την μοναδική πρωτογενή πηγή για την μελέτη του ανατολικού σλαβικού κόσμου προ του 12ου  αιώνος. Είναι όντως πολύτιμο και ως πρώιμον δείγμα της αρχαίας σλαβικής λογοτεχνίας.]

Γιάννης Πετρίτης

(Φ. 223)

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο.png

ΜΕΡΟΣ ΜΘ’

«Σήμερα, η Pωσία έχει συνειδητοποιήσει ότι η Kωνσταντινούπολη μας ανήκει… Σήμερα είναι αδύνατο να θεωρούνται οι Pωμιοί ως οι αποκλειστικοί κληρονόμοι του Bυζαντίου : Θα ήταν πάρα πολύ για αυτούς εάν τους επιτρέπαμε να κληρονομήσουν ένα τόσο σπουδαίο σημείο της Yδρογείου…»

Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Nτοστογιέβσκυ

«Hμερολόγιον ενός συγγραφέως» (Iουνιος 1876)

Ο Αλέξαντρ Γκέλιεβιτς Ντούγκιν είναι ένας σπουδαίος σύγχρονος Ρώσος γεωπολιτικός, οπαδός της ιδέας του Ευρασιανισμού. Είναι ένας κομβικός και πολυμαθής Εθνικιστής στοχαστής, ο οποίος προΐσταται του ρωσικού οργανισμού «Αρκτογαία» που κατατρίβεται ενδελεχώς με γεωπολιτικά, κοσμοθεωρητικά και μυστικιστικά θέματα. Στα έργα του εκφράζει απόψεις συνοψίζουσες την πολυεπίπεδο και πολυσύνθετο γεωπολιτική της Ρωσίας. Επίσης οι προσεγγίσεις του  ερμηνεύουν την ανθρώπινη ιστορία ως διαλεκτική αλληλεπίδραση θαλάσσης – γης και αντιστοίχως ναυτικών-ηπειρωτικών δυνάμεων.

Ο Ντούγκιν ορθώς φρονεί πως υφίσταται μια διαχρονική δυναμική αντιπαράθεση μεταξύ θαλάσσης και γαίας. Η θάλασσα και οι πολιτισμοί που αναπτύχθηκαν παραθαλασσίως ενσαρκώνουν την κινητικότητα και την διαρκή ροή της θαλάσσης. Η θάλασσα δεν έχει σύνορα, παρά μόνον τις περιβάλλουσες χερσαίες μάζες. Τουναντίον η γη και οι πολιτισμοί που ανεπτύχθησαν στις ηπειρωτικές περιοχές, ενσαρκώνουν την σταθερότητα, την απολυτότητα και την «ολοκλήρωση». Η γη εκφράζει την τάξη, ενώ η θάλασσα το χάος. Στεριά σημαίνει παράδοση, ενώ θάλασσα εκσυγχρονισμός. Η γη εκφράζει την άρρενα αρχή, ενώ η θάλασσα την θήλεια. Εν ολίγοις Γη σημαίνει Ανατολή και Θάλασσα σημαίνει Δύση.

Κατά τον 20ον  αιώνα η διαχρονική αντιπαράθεση ξηράς-θαλάσσης προσέλαβε την τελική της μορφή κατά  την πλανητικής κλίμακος ψυχροπολεμική αντιπαράθεση της ΕΣΣΔ («Ευρασία») με τις ΗΠΑ («Ατλαντισμός»). Η θάλασσα εξέφανε την τελική της έκφραση στις ναυτικές δυνάμεις της Δύσεως, στο πλέγμα των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, ενώ η γη εξεφράσθη από τις σοσιαλκομμουνιστικές χώρες της Ανατολής και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας.

Είναι πλέον καταφανές ότι ο 20ος αιών ετελείωσε με την συντριπτική  νίκη της θαλάσσης επί της γής. Με γεωπολιτικούς όρους η κατάρρευση του «Σοβιετικού μπλοκ» εσήμανε την νίκη της «Θαλασσοκρατίας» επί της «Τελλουροκρατίας» (Tellurocracy), την νίκη της Δύσεως επί της Ανατολής και του Κεφαλαίου επί της Εργασίας.

Συμφώνως προς τον Ντούγκιν στην «Ανατολή» (Γαία / Ξηρά) εκτιμάται τα μάλιστα η Εργασία, ενώ στην Δύση (θάλασσα) εκτιμάται το Κεφάλαιο και ο Πλούτος. Η Εργασία είναι σταθερά, ενώ το Κεφάλαιο ρευστό. Η Εργασία στην Ανατολή «δημιουργεί» και σφυρηλατεί αξίες, ενώ το Κεφάλαιο στην Δύση «δημιουργείται» από την συλλογική εκμετάλλευση και την ατομική αποξένωση. Ο πολιτισμός της θαλάσσης ρέπει εγγενώς προς τον φιλελευθερισμό και τον ατομισμό, ενώ ο πολιτισμός της ξηράς προς τον σοσιαλισμό και την συλλογικότητα. Κατά τον Ντούγκιν οι έννοιες Γη-ξηρά, Ανατολή, Ευρασία και Εργασία είναι σχεδόν ταυτόσημες, όπως αντιστοίχως ισχύει  με τις έννοιες Θάλασσα, Δύση, Κεφάλαιο και Φιλελευθερισμός.

Ο Ρώσος γεωπολιτικός θεωρεί ότι το λεγόμενο «έθνος της Δύσεως» είναι Ρωμανο-Γερμανικό και Αγγλοσαξονικό, ενώ το «έθνος της Ανατολής», οι Ευρασιάτες, είναι μια μοναδική σύνθεση Ρώσων, Σλάβων, Γερμανών, Ούγγρων, Ιρανών και Τούρκων. Το αξιοπερίεργο  στοιχείο είναι ότι οι Γερμανοί επηρεάζουν  εντόνως και τα δύο εθνοπολιτιστικά συγκροτήματα, υπό την έννοιαν ότι, ενώ αποτελούν μια παραδοσιακώς χερσαία – ηπειρωτική δύναμη, ευρέθησαν μεταψυχροπολεμικώς στο στρατόπεδο των νικητριών τους, των ναυτικών δυνάμεων της Δύσεως.

Κατά την εκτίμηση του Ντούγκιν αυτή η κατάσταση είναι «αυτοκτονική» για την Γερμανία, της οποίας ο φυσικός γεωπολιτικός προσανατολισμός είναι η συνάρθρωση ενός άξονος με την επίσης χερσαία δύναμη Ρωσία. Άλλωστε αυτό υπήρξεν η επιθυμία του αναδημιουργού της Γερμανίας «Σιδηρού Καγκελαρίου» Μπίσμαρκ και το όνειρο του κομβικού Γερμανού γεωπολιτικού στον 20ο αιώνα, του στρατηγού Καρλ Χάουσχοφερ, ο οποίος επίστευεν εμπαθώς ότι, μόνον ο «Ηπειρωτικός άξων» Βερολίνου-Μόσχας-Τόκιο ηδύνατο να ανακόψει την παγκόσμιο κυριαρχία των πλουτοκρατικών αγγλοσαξωνικών – αγγλοαμερικανικών «ναυτικών δυνάμεων».

Οσονδήποτε  παράδοξον και αν φαίνεται, όντως υφίσταται μια μακροχρόνιος τάση συγκλίσεως των Ρωσσο-Γερμανικών γεωπολιτικών συμφερόντων, κατ’ αρχήν στον χώρο της Ανατολικής Ευρώπης και κατόπιν σε ολόκληρο τον μείζονα ευρασιατικό χώρο. Μια σύγκλιση του τύπου αυτού στρέφεται εμφανώς και αμέσως  κατά των αγγλοαμερικανικών συμφερόντων, ενώ ταυτοχρόνως αποτελεί την οργίλη έκφραση διαμαρτυρίας κατά των εκπεσόντων «αιωνίων ρωμαϊκών» ιδεωδών, μιαν αιωνία διαμαρτυρία κατά των ασπονδύλων Δυτικών, σφετεριστών ψευδοκληρονόμων της Ρώμης.

Στο δοκίμιόν του «Ενατενίσεις ενός απολίτικου» («Betrachtungen eines Unpolitischen», 1918), o Γερμανός φιλόσοφος Tόμας Μανν, έγραφε για την Γερμανο-ρωσική συνεννόηση: «Εάν τα εν γένει ψυχολογικά και διανοητικά ζητήματα οφείλουν και δύνανται να λειτουργήσουν ως βάση και νομιμοποίηση πολιτικών συμμαχιών ισχύος, τότε η Γερμανία και η Ρωσία συνανήκουν. Από την αρχή του πολέμου αισθάνθηκα στην καρδιά μου και ονειρεύθηκα την παρούσα συμφωνία τους, την μελλοντική τους συμμαχία. Και αυτή η συνεννόηση και συμμαχία τους είναι περισσότερον από επιθυμητή, είναι μια παγκοσμία πολιτικοπνευματική αναγκαιότης, εάν η ένωση του Αγγλοσαξονικού κόσμου αποδειχθεί ανθεκτική  και μάλλον θα αποδειχθεί».

Ανέκαθεν στην Ρωσία εξ αιτίας της γεωπολιτικής της θέσεως ενδημούσε ασχημάτιστος και «σπερματική» η ιδεολογία του Ευρασιανισμού. Στον αντίποδα των Δυτικοφίλων (Zapadniki), αλλά και των εκτενώς παρουσιασθέντων στην παρούσα σειρά άρθρων Σλαβοφίλων (Slavojanofili), ευρίσκοντο οι Ανατολιστές (Vostochniki), που μετεξελίχθησαν στους σημερινούς Ευρασιανιστές.

Ως γεωπολιτική θεωρία ο Ευρασιανισμός αποτελεί μια δραστική σύνθεση, όπου συνυπάρχουν η εθνικιστική και η κομμουνιστική ιδεολογία, καθώς και μία ακραία «ζηλωτική» μορφή Χριστιανικής Ορθοδοξίας. Ως πνευματικό συγκρότημα ο Ευρασιανισμός παριστά μια μορφή αρτίας αντιστάσεως ενάντια στην επέλαση των διαλυτικών κοσμοπολιτικών και υλοφρόνων «Δυτικών αξιών», καθώς και στην υπαρξιακή απειλή που συνιστούν αυτές για την «ρωσική ψυχή» με την ευρεία συναισθηματική τρωτότητα.

Βεβαίως οι μεγαλόπνοες οραματιστές του Ευρασιανισμού, εθεώρουν την Ρωσία ως τον ρηξικέλευθο και ρωμαλέο φορέα ενός νέου πολιτισμού: « Είναι καθήκον μας να δημιουργήσουμε έναν εντελώς νέο πολιτισμό, τον ιδικό μας πολιτισμό, ο οποίος δεν θα ομοιάζει με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό…Όταν η Ρωσία παύσει να είναι  μια παραμορφωμένη αντανάκλαση του ευρωπαϊκού πολιτισμού και καταστεί πάλιν  ο εαυτός της ….. H Ρωσία-Ευρασία είναι ο συνειδητός απόγονος και φορεύς της μεγάλης κληρονομίας του Τζενγκίς Χαν», έγραφε στην δεκαετία του 1920 ο γλωσσολόγος και ιστορικός, Πρίγκηψ Νικολάϊ Σεργκέγιεβιτς Τρουμπετσκόϊ -με την απωτάτη Λιθουανική καταγωγή- στο βιβλίον του «Η κληρονομία του Τζενγκίς Χαν και άλλα δοκίμια γιά την ρωσσική ταυτότητα» (1921).

Καθόλου λοιπόν δεν είναι παράξενο πως για τους Ευρασιανιστές ο Τσάρος Πέτρος Αλεξέγεβιτς, ο «Μέγας Πέτρος» υπήρξεν ένας προδότης του λαού του, ενώ αντιθέτως για τους Δυτικοφίλους ο σπουδαιότερος εθνικός ήρως και δημιουργός της συγχρόνου Ρωσίας. Αυτή η «διπολικότης» είναι ένα ουσιώδες συστατικό του ρωσικού εθνικού χαρακτήρος, που πρέπει να λαμβάνεται πάντοτε υπόψιν.

Γιάννης Πετρίτης

(Φ. 222)

Ο ελληνορωσικός πολιτιστικός δεσμός

Χωρίς τίτλο.png

ΜΕΡΟΣ ΜH’

Η Ρωσία είναι παραδοσιακώς μια χώρα φέρουσα προδήλως ισχυρά οράματα «οικουμενικής αποστολής» και «παγκοσμίου επιρροής». Μετά την σοβιετική κατάρρευση ανανήπτει κλιμακηδόν και καθίσταται πάλιν ισχυρά, τόσον υλικώς όσον και πνευματικώς. Είναι λοιπόν παράταιρο και επιπόλαιο να την περιφρονεί κάποιος πνευματικώς, όσον και να την διαγράφει ευχερώς από τον χάρτη των υπερδυνάμεων. Η ίδια της η ιστορία μας διδάσκει ότι η ιδιότροπος σημερινή της πορεία και η αυξομειουμένη της κρίση,  ουδέν το πρωτότυπον έχει. Η μεθοδική και μη ευχολογιακή ή δαιμονολογική της προσέγγιση μας οδηγεί στην ψύχραιμο πρόβλεψη, ότι η μεγάλη αυτή χώρα θα ορθοποδήσει πλήρως και πάλιν, έχουσα προηγουμένως θυσιάσει στον βωμόν της εθνικής ανορθώσεως δύο ή τρεις μετασοβιετικές γενεές.

Επί περισσότερα από 1000 έτη η Ρωσία είναι μια βαθύτατα Ορθόδοξη χριστιανική χώρα, η οποία μάλιστα σε κάποιες ιστορικές περιόδους εφιλοδόξησε να καταστεί το «πρότυπο» ορθόδοξο-χριστιανικό βασίλειο. Η  Μόσχα δεν έπαυσε να ερωτοτροπεί με την ιδέα ότι ήταν η «Τρίτη Ρώμη». Η βαθεία θρησκευτικότης του ρωσικού λαού, διάχυτη σε όλη την ιστορία του και αποπνέουσα μιαν αίσθηση στωϊκού μαρτυρικού μεγαλείου, τροφοδοτεί αυτό το υπερβατικό αυτοκρατορικό του όραμα με έναν ιδιότυπο «χριστιανικό ηρωισμό» και με μύχια λατρεία της θυσίας, κοινή άλλωστε στους ορθοδόξους λαούς. Επ΄αυτού ο μέγας Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι γράφει χαρακτηριστικώς : « (…) Το μεγάλο σχολείον του Χριστιανισμού, από το οποίον επέρασε ο λαός μας, είναι οι αιώνες των αναριθμήτων παθών και δοκιμασιών που αναφέρει η ιστορία του. Οι αιώνες κατά τους οποίους ο λαός είχεν εγκαταλειφθεί και κατασυντριβεί από τους πάντες, αλλά αυτός συνέχισε να εργάζεται για όλους και για όλα (…)»

Όμως η τεραστία δύναμη της Ρωσίας δεν έγκειται τόσον στον λαό της με τον αφοσιωτικό ζήλο, όσον στην μοναδική γεωγραφία της. Ευρικομένη στην καρδία της Ευρασίας και καταλαμβάνουσα  περίπου το ένα τρίτον της γιγαντιαίας αυτής  εκτάσεως, εφαίνετο εξ αρχής ότι η Ρωσία διέθετε όλα τα προσόντα ώστε να καταστεί χώρα με πραγματικώς οικουμενική αποστολή. Αυτό κατεδείχθη σαφέστερον από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου, όταν η χώρα ήδη εξετείνετο από την Βαλτική έως τον Ειρηνικό και από τον Αρκτικό ωκεανό έως τον Εύξεινο Πόντο. Αλλά δεν ήταν μόνον το όντως τεράστιο γεωγραφικό μεγεθός της, το οποίον  «εξ αντικειμένου» την έκανε όπως προφητικώς έγραψε περί αυτής ο διπλωμάτης, πολιτειολόγος και ιστορικός Υποκόμης Αλέξης Ντε Τοκβίλ το 1835  «…να φαίνεται προορισμένη από τον Θεό να ορίσει την μοίρα του μισού πλανήτη». Ήταν επίσης η σχεδόν ιδεώδης γεωπολιτική θέση της («σχεδόν», διότι δεν διέθετε επαρκείς εξόδους σε θερμές θάλασσες), η οποία την καθιστούσε γεωστρατηγικώς σχεδόν άτρωτη, εφ’ όσον ουδείς ημπορούσε να την απειλήσει σοβαρώς, ενώ εκείνη ημπορούσε να απειλήσει  άπαντες.

Το 1904 ο Βρετανός γεωγράφος σερ Χάλφορντ Τζων Μακίντερ διατύπωσε την θεωρία ότι η «περιοχή έστωρ (άξων) του κόσμου», [που αργότερον απεκλήθη «Καρδιογαία» (Heartland / «Κεντροχώρα» ή «Καρδιακή Χώρα»)], εντοπίζεται στην περιοχή της ευρωπαϊκής Ρωσίας και της δυτικής Σιβηρίας. Η Καρδιογαία περιβάλλεται από ένα «Κρηπίδωμα» (έναν «Δακτύλιο» / Rimland), το οποίον ανακόπτει τις προσβάσεις της προς τις ανοικτές θάλασσες. Η Καρδιογαία ομού με το Κρηπίδωμα συναποτελούν την λεγομένη «Παγκοσμία Νήσο», η οποία συνίσταται από την Ευρασιανή μεγαήπειρο και την Αφρική. Η «Παγκοσμία Νήσος», καταλαμβάνει τα 2/3 της ξηράς, κατοικείται από το 85% του παγκοσμίου πληθυσμού και κατέχει το 70% της παγκοσμίου οικονομίας. Συνεπώς όποιος κυριαρχεί επ’ αυτής, ελέγχει γεωπολιτικώς τον πλανήτη μας.

Η θεωρία του Μακίντερ, συμπληρωθείσα από τον Γερμανό γεωπολιτικό Καρλ Χαουσχόφερ, απετέλεσε το θεμέλιον της συγχρόνου γεωπολιτικής σκέψεως. Μάλιστα επηρέασε καθοριστικότατα και την πολιτική της Δύσεως, η οποία αξιολόγησε την Ρωσία ή την κληρονόμο της ΕΣΣΔ ως «Μεγάλη Ηπειρωτική Δύναμη» ικανή να κατακτήσει όλο τον κόσμο. Η γεννήτρια «μακιντεριανή» συλλογιστική αυτής της αξιολογήσεως ήταν σαφεστάτη : «Όποιος κυριαρχεί στην Καρδιογαία ελέγχει την Παγκοσμία Νήσο και όποιος κυριαρχεί στην Παγκοσμία Νήσο ελέγχει όλο τον πλανήτη!»

Κατά τους δύο τελευταίους αιώνες το ενδεχόμενον εξόδου της τρομεράς «ρωσικής άρκτου» στις ανοικτές θάλασσες υπήρξεν ο μόνιμος φόβος των ναυτικών δυνάμεων της Δύσης. Διότι εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, αυτομάτως θα ισοδυναμούσε με παγκόσμιο ρωσική κυριαρχία. Μέχρις και σήμερον η «ανάσχεση της Ρωσίας» αποτελεί τον κυρίαρχο άξονα της εξωτερικής πολιτικής και γεωπολιτικής της Δύσεως, ιδιαιτέρως δε των ΗΠΑ, μιας μη ευρασιατικής δυνάμεως, βασιζούσης την παγκόσμιον ηγεμονία της στον έλεγχο της Ευρασίας.

Η σημερινή μετασοβιετική Ρωσία του Προέδρου Πούτιν, η οποία ανεδύθη από την κατακερματισμένη και τοξική,  «σοσιαλιστική» ουτοπία της ΕΣΣΔ (ένα κτηνώδες «κάτεργο» των υπηκόων λαών), αναζητεί εργωδώς την νέα της  ταυτότητα, ενώ ταυτοχρόνως αναπροσδιορίζει τους στρατηγικούς της γεωπολιτικούς στόχους με υπόβαθρο την παραδοσιακή ρωσική γεωπολιτική κοσμοαντίληψη, κατα την οποίαν η χώρα διαθέτει όλα τα θεμέλια αυτοκρατορικά χαρακτηριστικά της ηπειρωτικής – χερσαίας «Μεγάλης Δυνάμεως» με παγκόσμιο διηπειρωτική αποστολή.

Το 1994, σε μιαν εκτενή συνέντευξή του στο έγκριτο ιταλικό πολιτικοοικονομικό περιοδικό L’ Espresso, ο πρώην Αντιπρόεδρος της Ρωσίας, «εθνικομπολσεβίκος» Αλεξάντρ Bλαντιμήροβιτς Ρουτσκόϊ, εδήλωσε χαρακτηριστικώς: «Όταν εξετάζουμε την γεωπολιτική κατάσταση της χώρας μας, είναι εμφανές πως η Ρωσία αντιπροσωπεύει την μοναδική γέφυρα μεταξύ  Ασίας και Ευρώπης. Όποιος καταστεί κυρίαρχος αυτού του χώρου, θα καταστεί κυρίαρχος ολοκλήρου του κόσμου». Παρά το γεγονός ότι η Ρωσία είναι «γέφυρα» ήτοι «διβασική», άρα δυνητικώς και «διχασμένη» χώρα, ταυτοχρόνως είναι ο  πυρήν του ευρασιατικού χώρου, αποτελούσα το διαχρονικό αντίπαλο δέος του θαλασσοκρατικού Ατλαντισμού.

Η μετασοβιετική Ρωσία πρέπει να υπολογίζεται ως ο κυρίαρχος μείζων παίκτης στην γεωπολιτική σκηνή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, δεδομένο που πρέπει να λαμβάνουν σοβαρότατα υπόψη τους οι περιφερειακές χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, όπως η Πατρίδα μας και η Κύπρος, έχουσες πάντα κατά νουν ότι η διεθνής πολιτική δεν αφορά σε κάποια «μηδενική εξίσωση». Δηλαδή οι απώλειες του ενός εμπλεκομένου (π.χ. ζημίες της Τουρκίας στο Κουρδικό ζήτημα) δεν συνεπάγονται απαραιτήτως κέρδη και ωφέλειες για κάποιον άλλο συμμετέχοντα ή αντίπαλο (όπως η Ελλάς).

Γιάννης Πετρίτης

(Φ. 221)

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑