Αναζήτηση

Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ

Εβδομαδιαία εθνική εφημερίδα

Ετικέτα

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Ο δρόμος του Ηρακλή

Ο δρόμος του Ηρακλή

Μια φορά κι έναν καιρό, οι άνθρωποι ζούσαν ελεύθεροι, και δεν χρειάζονταν κανέναν να τους ευαγγελιστεί τι είναι ελευθερία. Ήξεραν ποιές δυνατότητες είχαν, κι αν αυτές δεν τους έφθαναν, σκέφτονταν τρόπους και τις ξεπερνούσαν.  Ήξεραν πότε έπρεπε να περιμένουν σαν τους αίλουρους, και πότε να φύγουν σαν τα ελάφια, και τι έπρεπε να κάνουν για να προχωρήσουν στην ζωή, να ανοίξουν νέους δρόμους ή να περπατήσουν σε αυτούς που ήδη είχαν ανοίξει.

Οι άνθρωποι φύλαξαν την ιστορία του Ηρακλέους με την διττή επιλογή το μεγάλο «ναι» ή το μεγάλο «όχι» γιατί η ανάμνηση της ελευθερίας του να διαλέγεις πού να πας και τι να αφήσεις, είναι τόσο αρχαία, τόσο αναγκαία στην ανθρώπινη ψυχή, που εκεί καταφεύγει, κι από κει, στην ρίζα της ψυχής του, παίρνει τον χρησμό. Σαν όλους τους χρησμούς, κι αυτός δέχεται ερμηνείες. Αυτό είναι το σωστό, γιατί, τι ελευθερία θα ήταν αν χωρούσε μόνο μια απάντηση; Και τι ελεύθερος άνθρωπος θα ήταν κανείς, αν έπρεπε οπωσδήποτε να πάρει τούτον το δρόμο κι όχι τον άλλο;

Ο δρόμος που όλοι βλέπουν, ήταν και είναι ο δρόμος των κοπαδιών όπου τα αμέριμνα πρόβατα προχωρούν βελάζοντας περιστασιακά, εν αναμονή της απόφασης του θηρίου. Θα είναι τάχα τώρα η ώρα τους, ή μήπως το θηρίο τα λυπηθεί και τα καταβροχθίσει τελευταία; Γιατί να είμαστε πρόβατα; Γιατί να περιμένουμε την θέληση του βοσκού ή του λύκου; Το καλοκαίρι είναι η κατάλληλη εποχή να αναρωτηθούμε. Πριν από κάμποσα χρόνια, καλοκαίρι σαν και τώρα, ένα παιδί μου, μου είχε κάνει αυτή την ερώτηση, γιατί οι άνθρωποι περνούν δυστυχισμένοι όλο τον χρόνο, για να ζήσουν την ζωή που πραγματικά επιθυμούν, μερικές μέρες τον χρόνο. Με έκανε να σκεφτώ.

Στην δεκαετία του 1980, εκατοντάδες σύλλογοι ξεφύτρωσαν σε όλη την Ελλάδα, για τον «εκπολιτισμό» των Ελλήνων. Χορευτικοί σύλλογοι, εργαστήρια τοπικών προϊόντων, συνεταιρισμοί και ενώσεις πολιτών δημιουργήθηκαν, και χτίστηκαν δομές αλληλοϋποστήριξης σύμφωνα με την μόδα της εποχής. Οι Αριστεροί συνειδητοποίησαν πραγματιστικά την αναγκαιότητα του «δράσε τοπικά» και επένδυσαν στις τοπικές δομές για να ριζώσουν στις τοπικές κοινωνίες. Βρήκαν νόμους, προσόδους και δρόμους για να χρηματοδοτούν τις δράσεις τους, και κατάφεραν να γίνουν πνευματικό αλλά και επιχειρηματικό καθεστώς.

Η διαφορά με τους Εθνικιστές έγκειται, πέραν της ιδεολογικής αφετηρίας, στο γεγονός ότι οι Αριστεροί, αν και δεν έχουν αντίληψη της κρισιμότητας των περιστάσεων, -δεν θεωρούν, για παράδειγμα, την μεταναστευτική εισβολή, τα κέντρα φιλοξενίας κοκ, επικίνδυνα για τις τοπικές κοινωνίες-, επενδύουν τοπικά, αλληλοβοηθούνται ώστε να εγκατασταθούν στην ύπαιθρο και να προωθήσουν τα προϊόντα τα οποία παράγουν, υλικά και άυλα, με δυο λόγια, κάνουν πράξη όσα οι Εθνικιστές υποστηρίζουν θεωρητικά και εξ ιδεολογίας.

Πράγμα παράδοξο, οι Εθνικιστές είμαστε η πλειοψηφία αυτού του τόπου, -γιατί οι Έλληνες αν απεκδηθούν την επιβεβλημένη ρητορική της πολιτικής ορθότητας, είναι βαθιά Εθνικιστές-, αλλά παραμένουμε ατομικιστές, σπαταλώντας σε άκαρπους ηλεκτρονικούς διαξιφισμούς και αδιέξοδους θυμούς, χρόνο, σκέψη και ενέργεια. Καθώς, αγαπητοί αναγνώστες, πολλοί εξ υμών θα οδεύετε σε λίγο προς τα χωριά και τις εξοχικές σας κατοικίες, ας φανταστούμε πώς θα διαμορφωνόταν η πραγματικότητα του καθενός, του Κινήματος και της Πατρίδας, εάν οι Εθνικιστές επένδυαν ο ένας στον άλλο. Πώς θα ήταν να δημιουργούσαμε δίκτυα μέσα από τα οποία Εθνικιστές θα παρήγαγαν και θα προωθούσαν τα προϊόντα τους. Εκατοντάδες Ελληνικές οικογένειες θα έπαιρναν δύναμη, θα ζούσαν καλύτερα, και τα χρήματα των Εθνικιστών θα πήγαιναν σε Εθνικιστές, δημιουργώντας τις βάσεις για ένα υγιές συντεχνιακό πρότυπο.

Η απροσδιόριστη «εθνική αναγέννηση» θα ξεκινούσε να γίνεται πράξη. Εργασία, εκπαίδευση, κατοικία, νεολαία, δημογραφικό, ασφάλεια της μεθορίου, θέματα που απασχολούν και το Εθνικιστικό πρόγραμμα και τον λαό μας, θα έκαναν βήματα προς το να βρουν λύσεις. Χρειάζεται γι’ αυτό να μειώσει τον χρόνο που αφιερώνει καθείς στην σκέψη του καταναλωτικού προτύπου. Χρειάζονται σύντροφοι με τους οποίους να μπορεί να μοιραστεί το ίδιο όραμα. Για τα αδιέξοδα δεν φταίει μόνον η εξουσία αλλά και ο παθητικός τρόπος με τον οποίο αναμασούμε την απέχθειά μας προς αυτήν.

Χρειάζεται να συνειδητοποιήσουμε πως το σφάλμα βρίσκεται στα γυαλιά με τα οποία μάθαμε να θωρούμε τον κόσμο, το πρότυπο μέσα στο οποίο ζούμε, και το οποίο έχει αποτύχει παταγωδώς. Είναι μια επιλογή ούτε εύκολη, ούτε γρήγορη. Είναι όμως εποικοδομητική και οπωσδήποτε πιο ευχάριστη από το να κοιτάζει κανείς το κενό του ακαλύπτου της πολυκατοικίας του.

Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι πιθανώς να μας προ- λάβουν τα διαστημόπλοια, και οι ομάδες οι οποίες διαγκωνίζονται για την σωτηρία των Ελλήνων. Ακόμα κι έτσι, ας διευκολύνουμε τις αόρατες δυνάμεις, βάζοντας οι ίδιοι ένα χεράκι, όχι από διάθεση για επίδειξη και εντυπωσιασμό, που μπορεί αύριο να αλλάξει αποδέκτη, αλλά με την απόφαση να αλλάξουμε την οπτική και την ζωή μας.

Προσδιορίζοντας τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας, μπορούμε να θέσουμε τοπικά τις βάσεις της νέας Ελλάδας που οραματιζόμαστε. Όσο δεν ξέρουμε τι θέλουμε, δεν μπορούμε να αλλάξουμε, αλλά άθελά μας παραχωρούμε το δικαίωμα να λαμβάνουν αποφάσεις για την ζωή μας σε πρόσωπα έξω από εμάς, στους πολιτικάντηδες και τους εκμεταλλευτές που μας χειραγωγούν πνευματικά, και δίνουμε στα αρπακτικά τον πρώτο λόγο στην ζωή μας.

Μαθαίνοντας το τι θέλουμε, μαθαίνουμε το πού θέλουμε, και το πώς μπορούμε να κινήσουμε τον τροχό της δράσεως. Τότε θα συναντήσουμε στον δρόμο μας ανθρώπους που μοιράζονται το ίδιο με μας όραμα, ακόμα και αν δεν έχουν τώρα συνείδηση του Εθνικισμού τους, οι οποίοι με την εμπειρία τους θα βοηθήσουν στην υλοποίηση των οραμάτων μας. Για να γίνει όμως αυτό πρέπει να ξεκινήσουμε ενεργώντας μεταξύ μας, συζητώντας μεταξύ μας, χωρίς ανακοινώσεις και φανφάρες, τοπικά και συντροφικά. Το καλοκαίρι είναι η κατάλληλη εποχή.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΠΑ

(Φ. 209)

Advertisements

ΕΓΕΡΘΗΤΙ: Δυνατοί – Εθνικιστές – Έλληνες

Δυνατοί - Εθνικιστές - Έλληνες

Εδώ και καιρό, η «Δεξιά» προετοιμάζει ένα (ακόμη) «ακροδεξιό», «πατριωτικό», και όπως αλλιώς μπορεί να το ονομάσει, ανάχωμα, με σκοπό να σταματήσει τους Έλληνες από το να πάρουμε την Πατρίδα μας πίσω. Αυτή η «Δεξιά» που μετρά κουκιά για μετεκλογική εξαφάνιση των Πατριωτών, δεν διαφέρει σε τίποτε από την Αριστερά η οποία στήνει τα παρακλάδια της σαν αυτό της ΠΟΣΠΕΡΤ, προκειμένου να εμποδίσει τον Λόγο και τις Ιδέες των Ελλήνων Εθνικιστών από το να φθάσουν στους ακροατές και τους τηλεθεατές της δημόσιας ραδιοφωνίας και τηλεοράσεως.

Και στην αίθουσα του δικαστηρίου, αλλά και στην κοινωνία, οι Έλληνες Εθνικιστές οφείλουν να απαιτήσουν τον σεβασμό του δικαιώματος της τρίτης πολιτικής δυνάμεως της χώρας, και μέσω αυτής όλων των Ελλήνων που την στηρίζουν, στην ελευθερία της Σκέψεως και του Λόγου. Κανένας «εργατοπατέρας» δεν μπορεί να αφεθεί να πιστεύει πως «δικαιούται» να καταστρατηγεί αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματά μας, ιδιαιτέρως μέσω διαύλων που αποτελούν ιδιοκτησία όλων μας, και όχι βεβαίως των αυτόκλητων «δημοκρατών» που φιμώνουν αντιδημοκρατικά τους πολιτικούς και ιδεολογικούς αντιπάλους τους.

Εάν αυτό συμβεί, εάν η αυθαιρεσία και η εμπάθεια αφεθούν από την Δικαιοσύνη να υποκαταστήσουν τα θεμελιώδη θέσφατα, τότε όποιος διαθέτει πρόσβαση σε ένα μοχλό εξουσίας, θα μπορεί να επεμβαίνει στην εύρυθμη λειτουργία της ιδιωτικής και της δημόσιας ζωής συνελλήνων με τους οποίους δεν συμφωνεί. Και επειδή όπως λέει ο σοφός λαός «έχει ο καιρός γυρίσματα», κανείς δεν θέλει να ισχύσει το «όταν ακούς τον γείτονά σου, περίμενε και τα δικά σου».

Σε ό,τι αφορά τους Εθνικιστές, οι σημερινοί πρωτοπόροι της ανάστασης του Έθνους, και αυριανοί ηγέτες του, δεν έχουν δικαίωμα στους φόβους τους. Από την θέση ισχύος που έχουν κερδίσει στην καρδιά και τον νου των Ελλήνων, έχουν καθήκον να εργαστούν για ένα κίνημα που θα διέπεται και θα αγκαλιάζει όσους ενστερνίζονται τις θεμελιώδεις Αρχές που ενώνουν το Έθνος μας.
Το δίλημμα των καιρών μας, το έχουμε ξαναγράψει, δεν είναι «Αριστερά ή Δεξιά». Βεβαίως, η πατριδοκάπηλη Νέα Δημοκρατία γνωρίζει τις πολιτικές συμπεριφορές των πελατών της και αναλόγως ψαρεύει στον πατριωτικό χώρο είτε μέσω πολιτευτών είτε μέσω παραποτάμων οι οποίοι κατά καιρούς κατασκευάζονται και χρηματοδοτούνται, για να απορροφηθούν μετά την εκμετάλλευσή τους.

Το προς αποφυγήν παράδειγμα της «Εθνικής Παράταξης» του Στ. Στεφανόπουλου είναι πάντοτε επίκαιρο. Θα πρέπει να θυμίσουμε ότι η ηγεσία της «Δεξιάς», από τον «Εθνάρχη» που ανέδειξε το «κόμμα του εγκλήματος και της προδοσίας» κατά Γεώργιο Παπανδρέου σε κοινοβουλευτικό εταίρο, ως τον προσφάτως εκλιπόντα πρωθυπουργό, στον οποίον οφείλουμε να πιστώσουμε την εξάλειψη κάθε ψευδαίσθησης πως υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην «Δεξιά» και την «Αριστερά», ήδη από την συγκυβέρνηση ΝΔ-ΚΚΕ του 1989, μέχρι και τον σημερινό μνημονιακό συνεργάτη του ΣΥΡΙΖΑ, ανέκαθεν υπεκλήθη στην ιδεολογική κυριαρχία της Αριστεράς, έρμαιο των μετεμφυλιοπολεμικών συμπλεγμάτων της, και αυτουργός της προδοσίας όσων έδωσαν την ζωή τους για να παραμείνει η Ελλάδα έξω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα και την εξαθλίωση της Σοβιετίας.

Σε αυτήν την «Δεξιά» και τα κατά καιρούς αναχώματα που στήνει, δεν μπορεί ο λαός να έχει καμία εμπιστοσύνη. Υπάρχουν όμως και αυτοί για τους οποίους οι υποκριτικές συμπεριφορές όσων επί δεκαετίες διήρεσαν τον λαό μας, την ίδια ώρα που συνέτρωγαν και νέμονταν την εξουσία, δεν έχουν καμία πραγματική ισχύ. Σήμερα που ο κατά φύσιν τρόπος ζωής μέσα σε έναν κόσμο που παραδέρνει άσκοπα, αποτελεί πράξη επαναστατική, σκοπός μας πρέπει να είναι η σύμπηξη μιας βάσης αυθεντικής συνεννόησης, στηριγμένης στις αρχές του εθνικού ριζοσπαστισμού, μια αναγκαιότητα που θα προκύψει μέσα από το χάος της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας.

Αυτόν τον νέο κόσμο τον κουβαλούν ήδη μέσα τους πολλοί άνθρωποι που δεν ανήκουν στον παρηκμασμένο, εφησυχασμένο όχλο των προς σφαγήν προβάτων. Σε αυτούς, η εσωτερική αντιπαράθεση με τον καθωσπρεπισμό και τον συμβιβασμό, θα καθοδηγήσει τις πράξεις τους. Τις πράξεις εκείνων των γενναίων που σε κάθε εποχή διαλέγουν να «ανεβούν στην ράχη του τίγρη» κατά Έβολα, και για να αποφύγουν τη θανατερή του ανάσα, μα και, αν πετύχουν να κρατηθούν γερά επάνω του, να τον καθοδηγήσουν προς τον δικό τους προορισμό.

Για να το επιτύχει βεβαίως αυτό, θα πρέπει ο αναβάτης να έχει την αναγκαία διαίσθηση, την επιμονή και την αποφασιστικότητα, αλλά και μια σχετική απόσταση από την διαδικασία της σήψεως. Γι’ αυτό και υπακούει όχι σε νόμους που αλλάζουν, και νομοθέτες που διαφθείρονται και διαφθείρουν, αλλά σε κώδικες εναρμονισμένους με την Δύναμη της Ζωής. Πρέπει να έχει την ενεργητικότητα που θα του επιτρέψει να σκοπεύσει μακριά, μέσα στις εχθρικές γραμμές, και όχι να χτυπά άσκοπα γύρω του «αγανακτισμένος», επειδή δεν έχει την δύναμη να χτυπήσει τους εχθρούς του.

Όποιος αποδέχεται τις αρχές μιας εξουσίας με σκοπό την Εθνική Ανεξαρτησία και την Κοινωνική Δικαιοσύνη, -και δημοκρατικότερη από αυτήν των Εθνικιστών δεν υπήρξε και δεν υπάρχει-, ανήκει στις γραμμές των Εθνικιστών αγωνιστών. Και για να τελειώνουμε με τους επιθετικούς προσδιορισμούς που επιβάλλουν οι αντίπαλοι και συχνά υιοθετούν και οι Εθνικιστές, και πολλοί «χλιαροί» Έλληνες: Τις Ιδέες, τους σκοπούς και την δημοκρατικότητά μας, δεν θα την κρίνουν οι πολιτικοί αντίπαλοί μας, οι ορκισμένοι εμπαθείς, αδιάντροποι και ανήθικοι εχθροί μας που εύχονται, προπαγανδίζουν και απεργάζονται την πολιτική αλλά και την φυσική μας εξόντωση.

Αν οι Έλληνες θέλουν να ζήσουν, πρέπει να σταματήσουν να ομφαλοσκοπούν παίζοντας το παιχνίδι του κόμματος των πολιτικών κομμάτων, που μολύνει με τις λεπρώδεις σάρκες του τον εθνικό βίο. Και αντί να χτυπά εκεί που οι αντιπατριώτες και ανθέλληνες του υποδεικνύουν από τα ΜΜΕ, ας δει τι μπορεί να κάνει –αν μπορεί να κάνει…- για να σωθεί η Πατρίδα, με ή χωρίς από μηχανής θεό.

Οι Εθνικιστές είναι εδώ και είναι η μοναδική ελπίδα Ελευθερίας του Ελληνικού Εθνους.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΠΑ

(Φ. 203)

ΕΓΕΡΘΗΤΙ: Ελληνικός Όρθρος

Ελληνικός Όρθρος

“Οι λαοί ζούνε με μύθους, ζουν απάνω σε μύθους, ωσάν απάνω σε ρίζες. Είναι και οι μύθοι ρίζες. Και είναι συχνά ιστορία οι μύθοι, ιστορία μυθοποιημένη”. Έτσι ξεκινά ο πρόλογος στον Ελληνικό Όρθρο (1963) του Θανάση Πετσάλη-Διομήδη (1904-1995), την εξιστόρηση του Όρθρου της Επανάστασης, που έφερε «δι’ ευχών και διά έργων» την ελευθερία της Ελλάδος. Πόσο γεμίζει υπερηφάνεια την καρδιά η σκέψη των Ελλήνων προγόνων που έβαλαν τα στήθη, και τα κεφάλια, και τα χέρια τους απέναντι στον Τούρκο, πουλώντας την ζωή τους ακριβά για να κατακτήσουν ένα μέτρο τόπο ελληνικό, μιας ώρας ελεύθερη ζωή. Πόσο με οργίζει που Έλληνες στο όνομα μπακαλεύονται όσα ελευθέρωσαν εκείνοι! Πόσο με θλίβει η χαώδης ασυνέπεια αυτού του λαού που μέσα σε εκατό χρόνια από τότε που ελευθέρωσε Ήπειρο και Μακεδονία, με ποταμούς αίματος και εκατόμβες θυσιών, επιτρέπει τώρα πρόθυμα και αδιαμαρτύρητα να του αρπάζουν την γη του με την δική του υπογραφή. Πόσο ράθυμος, πόσο παραδομένος στην ξενομανία έγινε ο λαός που ξέκρινε τον Έλληνα από τους βαρβάρους;

Κάθε φορά που ακούω κάποιον ανιστόρητο και συμπλεγματικό συμπατριώτη μας να διαμαρτύρεται πως «δεν θα γίνουμε Ευρωπαίοι», εμείς, οι γεννήτορες του ευρωπαϊκού πολιτισμού, θυμούμαι «το ευγενέστερο και πλέον υπερήφανο είδος του Έλληνα», καταπώς περιγράφει τον Περικλή Γιαννόπουλο ο Δημήτρης Πικιώνης. «Η ξενομανία είναι χωριατιά. Είναι προστυχιά. Είναι κουταμάρα. Είναι αφιλοτιμία. Είναι αφιλοπατρία. Και είναι ξιπασιά. Και είναι αμάθεια», γράφει ο ωραιότερος των Νέων Ελλήνων. Πόσο υπολογισμένο ήταν το σχέδιο του ξεριζωμού του λαού μας από την γη του, από την υπνοβατική κάθοδό του στην ηθική χαλάρωση και την εκπόρνευση ψυχών και σωμάτων, ως την τωρινή απάθεια των μαζών, ώστε μέσα σε δυο γενιές ο Ελληνας να καταντήσει άπατρις και περιπλανώμενος, ως φοιτητής, δημόσιος υπάλληλος, «δια βίου εκπαιδευόμενος» από το Σύστημα διαχείρισης του νου και της ζωής του, ξεριζωμένος και έρμαιο στους αέρηδες της Ιστορίας, δίχως μια χούφτα χώμα δικό του στο δισάκι του! «Κοσμοπολίτες γίνονται εκείνοι που κουράστηκαν να παλεύουν με τους ανθρώπους κι ευρίσκουν πιο βολικό να ζουν όσο μπορούν πιο ασυλλόγιστα (χωρίς σκοτούρες δηλαδή), γράφει ο Ίων Δραγούμης, στο «Ο Ελληνισμός μου και οι Έλληνες».

Μετά την Καταστροφή της Σμύρνης, γράφει ο Διομήδης, «Έσβησε η Μεγάλη Ιδέα από τη μια μέρα στην άλλη, η Ιδέα που έθρεφε ως τότε τις γενεές του Νέου Ελληνισμού, έσβησε τραγικά στη Σμύρνη μεσ’στο λυκόφως των φλογών, των καπνών και της στάχτης. Τα παιδιά των Ελλήνων παράδερναν άξαφνα δίχως φάρους, δίχως Πολικό Αστέρα. Τα πήρε κι αυτά τότε ο άνεμος που φυσούσε από τ’ ανοιχτά. Γινήκανε συνθήματα και Σειρήνες ο Κοσμοπολιτισμός, η φυγή, το Ταξίδι. Κ’ ήταν μαζί –παράλληλα και παράταιρα- μια κούραση, της ψυχής κούραση, που καταντούσε σε πολλούς αρρώστεια, αρρώστεια αληθινή. Ήταν η Ανία». Σαν να γράφηκαν χθες οι λέξεις του.

Κούραση και ανία έχει τυλίξει τους Έλληνες σαν το πουκάμισο του Νέσσου τον Ηρακλή και σχίζει και ξεκολλά τις σάρκες τους με πόνο ατελέσφορο που δεν οδηγεί σε καμία λύτρωση. Ο μύθος, αιώνιος κι αθάνατος, είναι αυτός που δίνει την απάντηση και πάντα δικαιώνεται. Φωτιά! Σαν την φωτιά στην οποία έπεσε ο Ηρακλής, για να αποθεωθεί στην αγκαλιά του Ολύμπου, ο μέγιστος των Ηρώων. Φωτιά! Σε τούτο τον κόσμο που ποτίζει δηλητήριο τις σάρκες του Έθνους! «Φωτιά και τσεκούρι» στους συμβιβασμένους, στους προσκυνημένους, στους μωρούς.

Οι φλόγες θα καθαρίσουν τους νεκρούς κορμούς που σήκωσαν η θύελλα κι η καταστροφή. Θα καταλαγιάσει το χώμα μας, κι εκείνα τα παράδοξα της Φύσης, τα περιπλανόμενα σπερματόφυτα, γονιμοποιημένα από την Μνήμη που κουβαλούν, κρατώντας την σφιχτά στην αγκαλιά τους, μες στους στροβίλους της Ιστορίας, θα γίνουν οι σπόροι που θα βλαστήσουν την νέα γενιά. Κι η νιότη θα ξεπροβάλλει εκεί που καμιά λογική των ανθρώπων της ανίας, δεν θα το περιμένει. «Τι Παλάτι θα ηθέλατε; Κλείσετε τα μάτια σας και φαντασθήτε. Έπειτα ανοίξετε τα μάτια σας: Το έχετε εμπρός σας, ωραιότερον του ωραιοτέρου ονείρου. Είναι η ΓΗ ΣΑΣ.» (Π. Γιαννόπουλος, «Ελληνικόν Χρώμα», 1904). «Τότε μόνο γίνεται η ιστορία κοινό κτήμα ενός λαού και ενεργό στοιχείο της ύπαρξής του που κυκλοφορεί σαν αίμα μέσα στις φλέβες του και τροφοδοτεί την ψυχή του, όταν γίνει μύθος ή θρύλος».

Ο μύθος είναι ο «όρθρος Αληθείας» της Φυλής που αναγεννάται. Είναι η Δοξολογία που και καταλήγει στην Θυσία, φως εκ φωτός, σαρξ εκ της σαρκός, το θείο Αίμα. Απάνω στους μύθους, που είναι ιστορία, όπως οι μύθοι που μεταφέρει το σώμα των αγωνιστών της Χρυσής Αυγής, πάνω στις ρίζες που ξεπετούν Λεωνίδες και Παλαιολόγους, Ηλιάκηδες αλλά και Γέροντες, που θα διασταυρώνονται με τον Θάνατο φωνάζοντας «Ζήτω η Χρυσή Αυγή!», έχει ανάγκη να σταθεί ο Ελληνισμός.

Και θα σταθεί, όσο είμαστε Πιστοί σε νόμους που δεν γράφονται σε πλάκες που σπουν, μα σε θελήσεις που είναι πρωταρχικές κι αιώνιες, σε ψυχές που ζητούν την Αλήθεια και την Ελευθερία. Όσο είμαστε πρόθυμοι να πούμε ξανά το «και ου φεισόμεθα της ζωής ημών». Από τα γκρεμίσματα της Πόλης και τους βράχους των Ιμίων θα ακουστεί ξανά ο κρωγμός «Εγώ είμ’ εκείνο το πουλί που στη φωτιά σιμώνω, καίγομαι, στάχτη γίνομαι, και πάλι ξανανιώνω».

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΠΑ

(Φ. 202)

Aκόμα τούτη η Άνοιξη, τούτο το καλοκαίρι

Χωρίς τίτλο.jpg

Η ελευθερία είναι η αρχή του παντός, το θεμέλιο διαμόρφωσης του χάους σε κόσμο και η ζωηφόρος πηγή του «κατ’ αλήθειαν υπάρχειν». Δηλαδή το νόημα της αληθινής ζωής.

Η ελευθερία είναι σχέση. Μια σχέση λυτρωτική για τον άνθρωπο, που παραπέμπει στις οντολογικές αφετηρίες θέσμισης του κοινωνικού γεγονότος, με τον μοναδικό τρόπο του «κατ’ αλήθειαν βίου» που εισήγαγαν οι Έλληνες στην ιστορία. Της ανθρώπινης δηλαδή συμβίωσης με τρόπον εναρμονισμένο με την κοσμιότητα και την τάξη της οικουμένης.

Η ελευθερία, είναι ο άσπονδος εχθρός της καταθλιπτικής αντικειμενικότητας και της εγωτικής περιχαράκωσης, που γέννησε πολύ αργότερα ο διαφωτισμός και ο υλισμός.

Η σχέση ελευθερίας και γέννησης των εθνών είναι νομοτελειακή και αμφίδρομα αιτιώδης, αφού το ένα προϋποθέτει το άλλο. Δεν μπορεί να υπάρξει ελεύθερος ο άνθρωπος έξω από το Έθνος, γιατί ελευθερία για αυτόν σημαίνει μετοχή στην πραγματικότητα με τρόπο που μπορεί να κοινωνείται από όλους με κατά λόγον σχέσεις. Και τέτοια εμπειρία μπορεί να αναζητήσει μόνον εντός του Έθνους.

Το Έθνος δηλαδή προέκυψε ως φυσικό φαινόμενο, όταν οι άνθρωποι που ανήκαν στην ίδια φυλή, μετά από μακρά συμβίωση και κοινούς αγώνες, διαμόρφωσαν μια συλλογική μνήμη, φθάνοντας σε ένα οριακό σημείο συνοχής, συνείδησης και πολιτισμού, αποτιμώντας ως κυριότερη ανάγκη τους την ελευθερία αυτής της συλλογικότητας που ονομάσθηκε Έθνος.

Ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει στην Ασκητική: «Η ράτσα σου είναι το μεγάλο σώμα, το περασμένο, το τωρινό και το μελλούμενο. Εσύ είσαι μια λιγοστιγμή έκφραση, αυτή είναι το πρόσωπο. Εσύ είσαι ο ίσκιος, αυτή η σάρκα. Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας το καθήκον σου στη ράτσα, είναι να νιώσης μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσης την ορμή τους και να συνεχίσης το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσης στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράση».

Δηλαδή για τον Καζαντζάκη, η βούληση διαφύλαξης της φυλετικής ιδιομορφίας, είναι καθήκον ιερό απέναντι στη φύση και τον πολιτισμό. Αν επομένως κάποιος λαός δεν υπερασπίζεται ελεύθερα τη φυλετική του φυσιογνωμία, δεν του αξίζει να τη διατηρεί.

Αλλά ενώ αυτό το καθήκον, προφανώς σε καμιά περίπτωση δεν νομιμοποιεί φυλετικές διώξεις, από την άλλη, δεν επιτρέπει ούτε και την θεσμοθέτηση με αστυνομικές διατάξεις την κατάργηση της ετερότητας.

Για τον εθνικισμό, ένα κράτος που δεν υπηρετεί το Έθνος είναι ένα υπαρκτικά μεταλλαγμένο μόρφωμα. Ένα υβρίδιο που ντροπιάζει το παρελθόν του και δεν μπορεί να γεννήσει το μέλλον του. Είναι δηλαδή μια οντότητα εξ ορισμού καταδικασμένη σε θάνατο.

Χωρίς πραγματική ελευθερία δηλαδή, άρα και εθνική ετερότητα δεν μπορεί να προκύψει τίποτε καλό για τον κόσμο, οι κοινωνίες των ανθρώπων διαλύονται και επιστρέφουν στην ακοσμία και το χάος.

Ο φυσικός δηλαδή νόμος της ανομοιοφορφίας και της αρμονικής συνύπαρξης των αντιθέσεων και του πολιτισμού, διέπει και τον κόσμο των φυλών, άρα και των εθνών, ως γεγονός μη επιδεχόμενο τη βία του επιβαλλόμενου δικαίου.

Όπως ο Μαρξ δηλαδή δεν ανακάλυψε τις κοινωνικές τάξεις αλλά έδωσε μια ερμηνεία για τον ρόλο τους, έτσι και οι εθνικιστές δεν επινόησαν μια θεωρία περί Έθνους, αλλά απλά περιέγραψαν μια υπαρκτή ιστορική κατηγορία, κάτι που θεμελιώνεται πάνω στο έμφυτο πατριωτικό αίσθημα.

Αυτή όμως η ελευθερία δεν χαρίζεται, κατακτιέται. Είναι εκείνη που ο ποιητής λέει ότι γνωρίζει από την κόψη του σπαθιού την τρομερή.

Που προχωράει αμίλητη και αγέρωχη, μέσα από αίμα και δάκρυα, στολισμένη με ένα φως απόκοσμο. Αυτό που θα τον κάνει να πει:

Α! Το φως που σε στολίζει,

σαν ηλίου φεγγοβολή,

και μακρόθεν σπινθηρίζει,

δεν είναι, όχι, από τη γη.

Είναι η στιγμή που ο ελεύθερος άνθρωπος διαλέγει την μια και μοναδική στιγμή που θα αντικρύσει το νόημα της ζωής του κατάματα. Μια στιγμή που για αυτόν είναι όλη η αιωνιότητα. Είναι η στιγμή που:

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη

χείλος, μέτωπο, οφθαλμός

φως το χέρι, φως το πόδι

κι’ όλα γύρω σου είναι φως.

Το φως του ηθικού χρέους προς τους προγόνους, την δική του γενιά και τις γενιές που έρχονται. Η φωνή του αίματος που γεννά την ανάγκη για ελευθερία, που τον κάνει να μην βλέπει τίποτε άλλο παρά μόνο αυτήν. Όπως οι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου, που ενώ είναι πολιορκημένοι, γίνονται παγκόσμιο σύμβολο ελευθερίας. Γιατί διαλέγουν την τύχη τους σαν ελεύθεροι άνθρωποι και ο πόθος τους μόνο σ’ αυτήν την ιδέα υπακούει:

Ουρανός γι’αυτούς δεν είναι,

ουδέ πέλαγο, ουδέ γη

γι’ αυτούς όλους το παν είναι

μαζωμένο αντάμα εκεί.

Με το αίμα και το δάκρυ των παιδιών του δημιουργήθηκε και κραταιώθηκε το κατά τον Αριστοτέλη Βαλαλαωρίτη: «ραχητικόν και παράμορφον έκτρωμα» του ελληνικού κράτους, σε πείσμα της ανεπάρκειας των ηγετών του και των προδοτικών δογμάτων του ιστορικού υλισμού.

Και σε ρόλο ασκημένων μαντρόσκυλων για τη φρούρηση του «ποιμνιοστασίου», το ξενόδουλο ανθελληνικό συνονθύλευμα που κυβερνάει αυτόν τον τόπο.

Φιλοτομαριστές, νεοταξίτες, ελευθεραγορίτες, άθεοι, αριστεροί κάθε συνομοταξίας, επαγγελματίες ανθρωπιστές, πάσης φύσεως πατριδοκάπηλοι και κάθε καρυδιάς καρύδι, πλέκουν τον καμβά της πολύχρωμης ιδεολογικής κουρελούς που αυτοαποκαλείται: «συνταγματικό τόξο». Αυτής της κουρελούς με την οποία προσπαθούν να κουκουλώσουν τη γαλανόλευκη για την οποία τόσο αίμα χύθηκε.

Όμως το ανέσπερο φως που σπινθηρίζει σαν ηλίου φεγγοβολή στις ψυχές των Ελλήνων, τουλάχιστον εκείνων που μένουν ακόμη «ζωντανοί», δεν έσβησε και δεν θα σβήσει, όσο υπάρχει έστω και ένας Χρυσαυγίτης σε αυτόν τον τόπο.

Η ώρα της ελευθερίας για την οποία τόσοι πρόγονοί μας αγωνίστηκαν δεν αργεί. Τα αφεντικά των μαντρόσκυλων πνέουν τα λοίσθια και πολύ σύντομα θα υπάρξουν παγκόσμιες εξελίξεις που θα ανατρέψουν άρδην την κατάσταση που τώρα φαίνεται δεδομένη, αμετάκλητα παγιωμένη και μη αναστρέψιμη.

Πολύ σύντομα ο Ελληνισμός θα έχει μια μοναδική ιστορική ευκαιρία να ανακτήσει την ελευθερία του και να ξαναβγεί στο προσκήνιο της ιστορίας, να ξαναϋπάρξει.

Ακόμη τούτη η άνοιξη, τούτο το καλοκαίρι !

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ

(Φ. 202)

ΕΓΕΡΘΗΤΙ: Η Λευτεριά είναι κάστρο

Η Λευτεριά είναι κάστρο

Aλλοι τέσσερις νεκροί Αξιωματικοί, κι άλλες μαύρες κορδέλλες, κι άλλα «μας κάνετε υπερήφανους». Ρεπορτάζ με ανούσιες λεπτομέρειες για την πτώση του ελικοπτέρου, και κραυγές περηφάνιας για τους ανθρώπους των Ενόπλων Δυνάμεων που εκτελούν το καθήκον τους σε αντίξοες συνθήκες. Τα ίδια ακούμε και όταν πέφτει στο καθήκον ένας Αστυνομικός ή ένας Πυροσβέστης. Μετά, όχι πριν.

Γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται να κυνηγήσει διεξοδικά και να δώσει λύσεις στο «γιατί» και το πώς, παρά το πάρτυ των εξοπλιστικών και τα αστρονομικά ποσά που δίνονται για εξοπλισμούς αγορασμένους από τις συμμάχους ΗΠΑ και Γερμανία, οι άνδρες και οι γυναίκες των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας εξακολουθούν να πετάνε με ελικόπτερα του Βιετνάμ, να αγοράζουν οι ίδιοι τον εξοπλισμό για την προστασία τους, ενώ ως κοινωνία έχουμε την απαίτηση να ενεργούν και πέραν του καθήκοντος, με ακατάλληλα μέσα.

Σαν να μην ήταν μόλις χθες που από τους ίδιους τηλεοπτικούς σταθμούς οι υποτιμητικώς αποκαλούμενοι «ένστολοι» λες και είναι κρουπιέρηδες σε καζίνο ή πορτιέρηδες σε ξενοδοχείο πολυτελείας, καθυβρίζονταν ως προνομιούχοι από τους χρυσοπληρωμένους προπαγανδιστές των μνημονιακών πολιτικών. Λοιπόν, δεν χρειαζόμαστε άλλη «ανατριχίλα» από την μαρτυρία πονεμένου συγγενούς, ούτε άλλη συγκίνηση από τον οδυρμό των κηδειών. Το ριάλιτυ των δελτίων ειδήσεων καλλιεργεί τον εθισμό και την αναισθησία. Με νεκρωμένα τα αντανακλαστικά από την υπερπροσφορά τηλεαισθημάτων, σε δυο μέρες τα περιστατικά έχουν ξεχαστεί, οι νεκροί θα λείπουν μόνον από τους συναδέλφους τους που θα κληθούν να συμπληρώσουν το κενό που αφήνουν, και οι οικείοι θα κοιτάζουν αποσβολωμένοι την άδεια καρέκλα τους στο τραπέζι, περιμένοντας το αν θα λάβουν την σύνταξη για να επιβιώσουν οι οικογένειες αυτών που το κράτος έστειλε γυμνούς στα αγκάθια. Κανείς δεν θα οργιστεί αρκετά, δεν θα ενεργήσει αρκετά, δεν θα απαιτήσει αρκετά.

Όπως οι 8 όμηροι της ένοπλης ληστείας στην τράπεζα στον Πειραιά, δεν θα απαιτήσουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους την παραίτηση του κ. Τόσκα που τους άφησε έρμαια των ληστοσυμμοριών προστατευόμενων «καλόπαιδων» που «απαλλοτριώνουν» τράπεζες, και εισαγόμενων εγκληματιών που έχουν βρει στην Ελλάδα την γη της ατιμωρησίας. Όσο για τις ιαχές «καλύτερα να είχαμε πόλεμο», μάλλον περιφρόνησης χρήζει η έλλειψη φρόνησης και η υπερχειλίζουσα υποκρισία. Πόλεμο έχουμε, αλλά την λύτρωση που δεν τολμούμε να δώσουμε μόνοι μας, δεν θα μας την δώσει άλλος. Οι διαρρηγνύοντες τα ιμάτιά τους, αυτοί που βρίζουν σκαιώς τους πολιτικούς και καταριόνται τον γείτονά τους, μετά την πρώτη έξαψη κοιτάζουν την δουλίτσα τους, ανακουφισμένοι που το χέρι του Χάρου δεν έκοψε την κλωστή της δικής τους ζωής.

Έτσι στοιβάζονται ξεχασμένα τα κόκκαλα των νεκρών, έτσι οι τούρκοι συνεχίζουν «απτόητοι» την δράση τους στο Αιγαίο. Από τι άραγε να πτοηθούν; Από τα αεροπλάνα δίχως καύσιμα, ή την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του «Αι Σιχτίρ»; Λοιπόν, η Πατρίδα δεν χρειάζεται άλλους να «ξεσπούν». Δεν χρειάζεται άλλα συλλυπητήρια των ηθικών αυτουργών για αυτούς που έστειλαν να πέσουν άσκοπα και άδοξα. Γιατί οι χήρες μπορεί να «πάρουν τον πισινό τους να δουλέψουν», όπως του είπαν να λέει ο δημοσιογράφος των Ιμίων. Γιατί μπορεί κάποιοι να φίλησαν ποδιές για να αποκτήσουν τα γαλόνια τους, αλλά να που ο Χάρος γαλόνια δεν κοιτά, κι αρπάζει καμιά φορά όχι μόνο την «μαρίδα» αλλά και όσους την στέλνουν στην κρεατομηχανή, με ληγμένα αλεξίσφαιρα, χωρίς πυρομαχικά, με ελλείψεις στις στολές και κακοσυντηρημένα λόγω μνημονίων αεροπλάνα, οχήματα με ληγμένα λάστιχα και άλλα τέτοια, ενώ συνωστίζονται οι υπάλληλοι των Βρυξελλών να στεγάσουν
τους «ευπαθείς» που μας προτιμούν κατά χιλιάδες, και που, σύντομα θα αλλάξουν την πληθυσμιακή και θρησκευτική σύνθεση του εκλογικού σώματος. Έρμο τουφέκι, έγινες βαρύ, κι ο Αγαρηνός το ξέρει!

Πάντως, ο αποθανών Υποδιοικητής της Α’ Στρατιάς, την είχε δει την κατάσταση και την είχε πει την μαύρη αλήθεια: «Η ασφάλεια του προσωπικού και ο μηδενισμός των κάθε μορφής και φύσεως ατυχημάτων θα πρέπει να αποτελέσει στόχο πρώτης προτεραιότητας. Είμαστε λίγοι. Ας μη γινόμαστε, χωρίς λόγο, λιγότεροι!». Και να που γίναμε. Γιατί μπορεί κανείς να «κοιτάζει την δουλειά του», αλλά η ζωή (ή ο θάνατος) ανοίγει το βήμα και τον προλαβαίνει. Απέναντι στις προκλήσεις αυτού του ακήρυχτου πολέμου, χρειάζεται και οι στρατιωτικοί και οι οικογένειές τους να αντιδράσουν. Χρειάζεται να απαγκιστρωθούν από τα μαντριά που τους μοιράζουν υποσχέσεις με αντάλλαγμα την ψήφο τους. Χρειάζεται Λαός και Στρατός, να δράσουμε ενωμένοι γύρω από μιαν Ιδέα με σάρκα και οστά που λέγεται Ελληνική φυλή, μια Ιδέα με μαρμαρένιες κολώνες αλλά και μαρμαρένια αλώνια, μια πολιτική Ιδέα που λέγεται Εθνικισμός.

Καθώς τα Βαλκάνια βράζουν, οι μέρες της τουρκίας όπως την ξέραμε είναι μετρημένες, με έναν εσμό πολιτικάντηδων που βγάζουν ο ένας τις λαμογιές του άλλου στην φόρα, νομίζοντας ότι ξεφορτώνονται έτσι την καυτή πατάτα της κάθαρσης που έρχεται αμείλικτη, εμείς οι Εθνικιστές παραμένουμε νηφάλιοι, χωρίς κενές εξάρσεις και ανόητες μεγαλοστομίες, ενωμένοι και συμπαγείς γύρω από την μοναδική σταθερά στην οποίαν μπορούμε να προσβλέπουμε, και η οποία δεν είναι οι ξένοι, όποιοι και όποιες καλές προθέσεις κι αν έχουν, αλλά η ίδια την ύπαρξή μας, υπόσχεση της συνέχειας του Έθνους και της Πατρίδας μας.

Γιατί καταπώς γράφει ο Καζαντζάκης στον Καπετάν Μιχάλη του «Δεν είναι η λευτεριά πέσε πίτα να σε φάω. Είναι κάστρο, και το παίρνεις με το σπαθί σου».

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΠΑ

(Φ. 197)

ΕΓΕΡΘΗΤΙ: Αποφασισμένοι να νικήσουμε

Αποφασισμένοι να νικήσουμε

«Μην απογοητεύεσθε και μη χάνετε το κουράγιο σας με μια ατυχία ή με μια αντιξοότητα. Όταν υπάρχουν άνθρωποι αποφασισμένοι να πεθάνουν, δεν μπορεί παρά να νικήσουμε. Αυτό το αντιλαμβάνονται πολύ καλά οι κατακτηταί γι’ αυτό και λυσσούν περισσότερο. Μα όσο πιο πολύ λυσσούν, τόσο πιο πολύ πλησιάζει η ώρα της Ελευθερίας». Γρηγόρης Αυξεντίου

Tροφή μαγειρεμένη και σερβιρισμένη από χολυγουντιανές υπερπαραγωγές και «εναλλακτικούς» ευρωπαίους κινηματογραφιστές είναι τα όσα παρακολουθούμε τις τελευταίες μέρες, από το σασπένς της δολοφονίας του οδηγού ταξί έως τα … μάτια του μικρού πρόσφυγα (23 ετών είναι) που η… μητέρα του έβαλε μέσα σε μια βαλίτσα για να αναζητήσουν τα επιδόματα των ευρωπαϊκών κρατών, τα δωρεάν σπίτια και την δωρεάν περίθαλψη, προνόμια που οι κυβερνήσεις των υπαλλήλων του Βερολίνου και των Βρυξελλών δεν θέλουν να παράσχουν στους Έλληνες, αλλά προσφέρουν αφειδώς στους εισβολείς.

Κι επάνω στην ώρα οι απαραίτητοι φωτογράφοι, και αύριο οι διαδικτυακοί καλλιτέχνες, να κάνουν σημαία τους τα μάτια του μετανάστη, να συγκινηθούν οι γυναίκες και να αγκαλιάσουν τον μικρό 23χρονο. Μα για να είναι επιτυχημένη η προπαγάνδα, δεν αρκεί η συμπάθεια. Τα μαλακά αισθήματα πρέπει να συνοδεύονται από πιο σκληρά, σαν την οργή για το «απάνθρωπο» τείχος που υψώνουν οι Ούγγροι για να προστατευθούν από τις ορδές των εκατομμυρίων μη Ευρωπαίων που συνωστίζονται όχι πλέον στην πόρτα μας, αλλά στην αυλή μας, κάποιοι σκαρφαλώνουν ήδη στα μπαλκόνια μας.

Οργή από τους όψιμους «ανθρωπιστές» που δεν ενοχλούνταν από τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα των «δημοκρατιών» του Ανατολικού Μπλοκ, με τους οποίους συνδιαλέχθηκαν επί μισόν αιώνα. Είναι τόσο εξόφθαλμα και προκλητικά κατασκευασμένες οι ειδήσεις που πλέον μόνον όσοι τρέφονται αποκλειστικά από το junk food της τηλεόρασης πιστεύουν. Η Πατρίδα μας πουλιέται από τους πουλημένους πολιτικούς της, τους Αριστερούς οι οποίοι εξ ιδεολογίας δεν πιστεύουν στην Πατρίδα (εκτός από την εποχή της μεγάλης Σοβιετικής «πατρίδας») και από τους Δεξιούς που διαλαλούν «περάστε κόσμε, αγοράστε Ελλάδα».

Δεν θυμάμαι να ένιωσα περισσότερη απέχθεια και ντροπή από την εποχή της προδοσίας των Ιμίων, όσο αυτήν που μου προκάλεσε ο «πατριώτης» Αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας. Και μην πει κανείς πως «άλλα εννοούσε», γιατί έδειξε ότι γνωρίζει επαρκέστατα την Αγγλική ώστε να διακρίνει μεταξύ του “buy”-αγοράστε, και του “invest”-επενδύστε. Όχι, δεν ήταν ένα λεκτικό γλίστρημα του ευφράδους και πολυμαθούς ελληνοπώλη. Ήταν η συνείδηση η δική του και η συνείδηση μιας ολόκληρης παράταξης η οποία από την Μεταπολίτευση και εντεύθεν ξεπουλά και μπακαλεύεται Πατριωτισμό και Εθνικοφροσύνη, παγιδεύοντας τους νοικοκυραίους στα αδιέξοδα και τις προδοσίες της.

Και τις ίδιες μέρες, έρχεται καταλυτική η ανέσπερη παρουσία ενός Ήρωα, πολύ κοντινού μας. Ενός ήρωα που όσοι τον γνώρισαν ζουν ακόμη στην Μεγαλόνησο. Κανείς δεν μπορεί να τους πει, κανείς δεν μπορεί να μας πει να μην πιστεύουμε στα μάτια μας και σε όσα βλέπουμε. Η χώρα μας καταστρέφεται, η σύλησή της βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη, και τα ΜΜΕ όχι μόνον σιωπούν, αλλά φιμώνουν την μοναδική φωνή αντιστάσεως, αυτή των Ελλήνων Εθνικιστών, ώστε να μην καταλάβει ο ελληνικός Λαός το βάραθρο που ανοίγεται εμπρός του. Κυνηγώντας μια μερίδα φασολάδα στην Θεσσαλονίκη ή ένα χάμπουργκερ στον Άγιο Δομίνικο, τον θέλουν να κοιτά λιμασμένος με τα σάλια να τρέχουν την ευζωία που του έδωσαν και του την πήραν, ποτέ τελείως πεινασμένος ώστε να απλώσει το χέρι να την αρπάξει, ποτέ τελείως χορτάτος ώστε να πάψει να ελπίζει πως «κάτι θα αλλάξει».

Ένας χαμηλής εντάσεως και μακράς διαρκείας πόλεμος μαίνεται. Χωρίς σύνορα, δεν υπάρχει χώρα. Το πεισιθάνατο αφήγημα της ειρηνικής συνύπαρξης, σύντομα θα αποκαλυφθεί σε όλη την αποκρουστική ασχήμια του. Παντού, από άκρου εις άκρον της Ευρώπης, οι λαοί επιλέγουν ηγεσίες που τους υπόσχονται ένα δυνατό έθνος κι όχι «πληθυσμούς» και «ανοιχτά σύνορα». Από την απαρχή της ύπαρξής μας, οι άνθρωποι βάλαμε σύνορα, με ξερολιθιές ή με ασπρισμένες μάντρες, πάνω από τις οποίες κουβεντιάσαμε και μοιραστήκαμε άνθη, καρπούς, σκέψεις και όνειρα. Βάλαμε φράχτες και τους υπερασπιστήκαμε, όχι γιατί μισούμε τον γείτονα, μα γιατί έτσι μπορούμε να είμαστε πιο δημιουργικοί, πιο δυνατοί, αμοιβαία χρήσιμοι. Αν σήμερα οι καπιταλο-μαρξιστικές ελίτ αντιμάχονται τα σύνορα με τόσο μένος, είναι επειδή τα σύνορα είναι εγγυήσεις ελευθερίας και ειρήνης.

Και η ελευθερία και η ειρήνη μεταξύ των λαών δεν εξυπηρετούν αυτούς που προκάλεσαν τις εκατόμβες των δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Καθώς γράφω αυτό το κείμενο, ισλαμιστές στην πρωτεύουσα του Μπαγκλαντές Ντάκα, διαδηλώνουν με αίτημα την απομάκρυνση του «ελληνικού αγάλματος» της Δικαιοσύνης από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας τους. Αυτοί είναι οι λαοί των οποίων τα ήθη οι παγκόσμιοι επικυρίαρχοι θέλουν να επιβάλλουν στην Ελλάδα και την Ευρώπη, προκαλώντας χάος και εν συνεχεία μια νέα παγκόσμια δικτατορική διακυβέρνηση.

«Όσο πιο πολύ λυσσούν, τόσο πιο πολύ πλησιάζει η ώρα της Ελευθερίας». Με τα μάτια στον δρόμο μας, με την καρδιά μας στην Πίστη μας, προχωρούμε ατσαλωμένοι, μέσα από την φωτιά των αγώνων. Εμείς έχουμε δικούς μας ήρωες να πιστεύουμε, να τιμούμε και να ακολουθούμε.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΠΑ

(Φ. 190)

ΕΓΕΡΘΗΤΙ: Το πνεύμα του δούλου και η επιλογή του ελεύθερου ανθρώπου

break-chains__article

Παρά την γενικευμένη πολεμική της κοινωνίας προς «Το Σύστημα», από την οργανωμένη κομμουνιστική αριστερά ως τον εργάτη του μεροκάματου, -όπου ακόμη επιβιώνει το είδος μεταξύ των Ελλήνων-, παρά την «άδικη κοινωνία» που κατέτρεξε περασμένες δεκαετίες, από την δεκαετία του ’70 και μετά το Σύστημα φρόντισε, φρονίμως πράττοντας για την αυτοσυντήρησή του, να εκθέσει στην κοινωνία τα αγαθά του. Με τον ζηλευτό τρόπο ζωής που προέβαλε, με αδιαφορία και αυταρέσκεια που ζήλευε κάθε μεροκαματιάρης, κατάφερε να κάνει τους άγριους μπολσεβίκους, τα αγνά παιδιά του λαού και τις μοδιστρούλες, υποτακτικά αρνάκια που στριμώχνονται για να γυρέψουν να γλύψουν από την προίκα του.

Τι κάνει το αφεντικό; Τι φορά; Πού πηγαίνει; Αν ακολουθήσουν τις εντολές, έχουν ελπίδα να μοιραστούν το τραπέζι της ευμάρειας. Και οι λεφτάδες πολύ γούστο κάνουν τον λαό που νομίζει πως αγοράζοντας ό,τι του πουλάνε, θα γίνει κάποτε όμοιός του. Όλοι θέλουν να γίνουν μέρος του παιχνιδιού, σαν μαγεμένοι από το καζίνο του «παλαιού» και του «νέου» χρήματος που καμώνεται την ανύπαρκτη ελληνική αριστοκρατία. Μια αριστοκρατία γνωρίζει η Ελληνική Πατρίδα, αυτήν των αγώνων και των αιμάτων, μα η κοινωνία των δούλων δεν καταλαβαίνει από αγώνες, παρά κοιτά να γεμίσει την κοιλιά της.

Πες σε κάποιον νεοέλληνα «επαναστάτη» πως ονειρεύεσαι την ζωή του Μάρκου Αυρηλίου ή πως θα αγωνιστείς για τον κόσμο σου σαν τους ήρωες του Ομήρου, τους Ακρίτες και τους Απελάτες, και θα σε κοιτάξει σαν να βγήκες από κάποιο άγνωστο παραμύθι. Εάν δεν είσαι λιμασμένος για πλούτο, αν έχεις αξιοπρέπεια, αν δεν πουλάς νταβατζηλίκια και εκδουλεύσεις δεξιά κι αριστερά, δεν εκβιάζεις και δεν εξαπατάς, τότε είσαι ένα παράδοξο των ημερών. Για τον Λαό, η εμπύρετος αντισυστημική κατάσταση διαρκεί όσο να κοιτάξει το μπουγιουρντί του ηλεκτρικού, το φιρμάνι της πιστωτικής κάρτας, και το υπόλοιπο του λογαριασμού της τραπέζης. Σύντομα ο επίδοξος επαναστάτης γίνεται πειθήνιος δούλος των Κυρίων που του κουνούν τα τεκμήρια της καλοτυχίας τους: το νέο κινητό, την νέα τσάντα, το νέο σπίτι, την νέα επένδυση.

Ο πολίτης των ημερών ζει για το Σαββατοκύριακο και τις διακοπές, τα Christmas των εμπορικών κέντρων, και τα σουβλίσματα της Λαμπρής, κι αυτό το θεωρεί φυσιολογικό. Ο πολίτης των ημερών, κι ο πιο επαναστάτης στα λόγια, σκοπό της ζωής του έχει την ζωή του υπαλλήλου, του εκτελεστικού οργάνου, αυτού που δεν έχει ευθύνη, που μπορεί να κατηγορεί Το Σύστημα από την ασφάλεια του αφεντικού εναγκαλισμού, κι ας αναδίδει η ανάσα του δηλητήριο, περιφρόνηση και υποταγή. Ο Υπηρέτης θαρρεί πως κάνοντας τα χατίρια του Αφεντικού, εξυπηρετώντας τις «ανάγκες» και τις στραβοξυλιές του, κάθε φορά που του χτυπά παλαμάκια, θα γίνει κάποτε Κύριος ο ίδιος. Τι πειράζει αν δώσει και μια σημαία, και μερικά νησιά, και την ψυχή του; Τρώγεται η αγάπη της Πατρίδας, το χαμόγελο του Ήλιου, η αγκαλιά του Αιγαίου; Πωλούνται όμως, για μερικά εκατοντάευρα, λίγη κάλπικη ευτυχία γύρω από το τραπέζι της μιας μέρας, για ζητιανεμένα χαμόγελα επιβράβευσης.

Γελάστε και κλάψτε, πολίτες-παλιάτσοι. Κρύψτε τους φόβους σας πίσω από τα γυμνασμένα σας μπράτσα, τρέξτε πάνω στον δρόμο που τρέχει χωρίς να πηγαίνει κάπου. Ιδρώστε όχι για να κερδίσετε, αλλά για να χάσετε. Ακούστε άναρθρες μουσικές για να μην ακούτε τον αντίλαλο από το κενό της καρδιάς σας. Τόσος κόπος σπαταλημένος, τόσες ζωές στο επιτόπου! Ζητάτε σωτηρία σήμερα, πολίτες-δούλοι, καταριέστε την «κρίση» και θέλετε ελευθερία ξανά, ελευθερία για να καταναλώνετε βουλιμικά, να καταπίνετε τις ελπίδες που δεν έχετε τα κότσια να κάνετε πραγματικότητα. Η σκέψη να ανοίξετε την πόρτα και να βγείτε από την ψευδαίσθηση του πλούτου που το είδωλό του αντανακλάται σε εκατοντάδες καθρέφτες γύρω σας, βρίσκεται στην περιφέρεια του μυαλού σας, όμως ούτε το θάρρος έχετε να ανοίξετε την πόρτα, ούτε την λεβεντιά να παραδεχθείτε πως σταθήκατε λίγοι και νικηθήκατε. Στο μεταξύ, η ζωή σας χτίζει τον εγωισμό των Αφεντικών και αδειάζει την ψυχή σας από κάθε ικμάδα.

Μόνο που τώρα που λιγοστεύει το χρήμα και καταλαγιάζει ο θόρυβος του χρυσίου, τώρα που τα τραπεζώματα των πρόωρα συνταξιοδοτημένων μικροαστών δεν αρκούν για να καλύψουν την αγωνία που σηκώνεται στο στομάχι για το Αύριο. Τώρα, κάποιοι ακούν την Φωνή μέσα τους να λέει πως οι τρύπες της ψυχής δεν κλείνουν με την επόμενη καταναλωτική επιδρομή, η ευτυχία δεν αγοράζεται με δάνεια, κι όταν όλα φύγουν μένει μια καρδιά που ζητά να κρατηθεί από μια σημαία κι έναν σταυρό. Η επόμενη μέρα θα μας βρει όλους γυμνούς απέναντι στους εαυτούς μας.

Νοικοκυραίοι κι απατεώνες, εργατικοί και τεμπέληδες, σπάταλοι, υποκριτές και ανθρωπάκια, ήρωες ατόφιοι και κάλπικοι, θα απαντήσουμε πώς ξοδέψαμε την ζωή που μας δόθηκε. Στον απολογισμό, θα φανεί ποιος την πούλησε και έζησε σαν δούλος και ποιος την τίμησε με ό,τι δύναμη είχε, κι έζησε σαν ελεύθερος άνθρωπος. Μακάρι να διαλέξουμε να ζήσουμε Ελεύθεροι.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΠΑ

(Φ. 179)

Η φωνή της αλήθειας

Χωρίς τίτλο.jpg

Ο Gerald Cavendish Grosvenor, 6ος Δούκας του Westminster, που πέθανε το καλοκαίρι που πέρασε, είχε ερωτηθεί σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις που είχε παραχωρήσει, για τον μυθώδη πλούτο της οικογένειάς του (ήταν ο κύριος γαιοκτήμονας του κέντρου της  βρετανικής πρωτευούσης και τρίτος πλουσιότερος άνθρωπος στο Ηνωμένο Βασίλειο). «Εάν είχα επιλογή» απάντησε, «θα προτιμούσα να μην είχα γεννηθεί πλούσιος, αλλά δεν μπορώ να τα πουλήσω. Δεν μου ανήκουν. Στο πλαίσιο της αιωνιότητος, μπορεί, αν είμαι τυχερός, να ζήσω 70 χρόνια, αλλά αυτή η γη ανήκει στην οικογένειά μου εδώ και 300, 400, 500, 600 χρόνια. Εγώ δεν είμαι παρά μια σπίθα στον χρόνο». Πέθανε 61 ετών.

Αναρωτιέμαι πόσα χρόνια νομίζουν ότι θα ζήσουν οι ουτιδανοί, οι κύριοι Τίποτε, που ξεπουλούν την Πατρίδα μας, από τα λιμάνια ως το υπέδαφος, και δολοφονούν τον λαό μας, στέλνοντας στην ξενητειά τους νέους, καταδικάζοντας το Έθνος σε δημογραφικό μαρασμό, εξοντώνοντας τους συνταξιούχους, γκρεμίζοντας επιχειρήσεις και κόπους ετών. Αν ζήσουν, θα τους επισκεφθούν άραγε οι Ερινύες ή και αυτές θα αποστραφούν τα μιαρά πρόσωπά τους;

Τριάντα τεσσάρων ετών ήταν ο Παύλος Μελάς, πολιτικός «γόνος», γεννημένος «με ένα ασημένιο κουτάλι στο στόμα», όταν έφυγε για την Μακεδονία, κι από την μακρινή γη των ονείρων του Ελληνισμού, για τα νησιά των Μακάρων. «Και τι μ’ αυτό; Δεν απελευθέρωσε την Μακεδονία», λένε οι κυνικοί. Όχι, δεν την απελευθέρωσε. Ανάγκασε όμως με την «αποκοτιά» του την Ελλάδα να εγερθεί και να δράσει. Εκβίασε την Μνήμη και την Θέληση.

Τριγύρω μπορεί να λυσσομανούν ισχυροί και πανούργοι. Μπορεί ο Διάβολος να ψιθυρίζει αδιάκοπα στο αυτί του Πολεμιστή. Αυτός όμως προχωρεί ακολουθώντας το δικό του εσωτερικό τύμπανο που του υπαγορεύει το επόμενο βήμα, τον δρόμο του.

Με συναίσθηση της σπίθας που είναι η ζωή του στο διάβα του Χρόνου, και της φωτιάς που μπορεί να ανάψει, όταν οι Μοίρες το έχουν γραφτό του.

Μπορεί ο κόσμος να συντρίβεται κι η οχλαλοή να πασχίζει να πνίξει το τραγούδι που παίζει η καρδιά και ψελλίζουν τα χείλη του καθώς διαβαίνει το σκοτεινό δάσος των ανθρώπων.

Μα όμως στα αυτιά των Μεγάλων Βασιλέων και των αμετροεπών ουτιδανών θα ηχεί παντοτινή, συντριπτική, η πικρή διαπίστωση του Σπαρτιάτη βασιλιά Δημάρατου στον Ξέρξη:

«Μάθε βασιλιά, πως η φτώχεια είναι παντοτινή πιστή φίλη των Ελλήνων. Μα πρέπει να λογαριάζεις πάντα και την αρετή, την αρετή εκείνη που κερδίζεται με τη φρονιμάδα και τους σταθερούς νόμους. Μ’ αυτή την αρετή τους οι Έλληνες τα καταφέρνουν και τα βολεύουν και με τη φτώχεια, και με τη σκλαβιά. Δεν πρέπει να γελιέσαι ότι επειδή είσαι δυνατός, δε θα σε πολεμήσουν. Δε θέλω να μιλήσω για τους άλλους, μα όσο για τους δικούς μου, τους Σπαρτιάτες, μη ρωτάς πόσοι είναι και πόσοι δεν είναι. Και χίλιοι να ‘ναι, και λιγότεροι, αυτοί θα μετρηθούν μαζί σου».

Ειρήνη Δημοπούλου – Παππά

(Φ. 170)

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑