Αναζήτηση

Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ

Εβδομαδιαία εθνική εφημερίδα

Ετικέτα

ΙΝΔΟΕΥΡΩΠΑΙΟΙ

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος  Κ΄

Ο λόγος για τον οποίον οι συχνές προηγηθείσες στην σειρά άρθρων παρατηρήσεις περί επιβεβλημένης επιφυλάξεως απέναντι στην παντοδυναμία της επιστήμης, έχουν ιδιαιτέρα και βαρύνουσα σηµασία δεν είναι μόνον  επειδή αυτές αναδεικνύουν πόσον αδύναμη και ανεπαρκής είναι σε ποικίλα ζητήματα η θεμελίωση μετρητών και αναπαραγωγίμων, επιστημονικώς ανεπιλήπτων  φυλετικών διαφορισμών και διακρίσεων στις κοινωνίες ! Έχουν επίσης βαρύνουσα σημασία διότι ενεργούν σκιαλυτικώς επί της διαδεδομένης και «έξωθεν» κατευθυνομένης σκοπίμου συγχύσεως μεταξύ διαφορετικών «κατηγοριών», διακριτικών των ανθρώπων, όπως είναι η γενετική, η φυλετική – φυσικοανθρωπολογική, η γλωσσική, η εθνική ή και γενικότερον η πολιτιστική.

Ίσως το χαρακτηριστικότερον σχετικό παράδειγμα διεπιστημονικής συγχύσεως, µε το οποίον είναι εν πολλοίς  εξοικειωμένος ο Έλλην αναγνώστης, αφορά στις απόψεις που διετύπωσε τον 19ον  αιώνα ο  Τυρολέζος ανατολιστής, δημοσιογράφος, περιηγητής, πολιτικός και ιστορικός Jakob Philipp Fallmerayer (Γιάκοµπ Φίλιπ Φαλμεράϋερ / 1790-1861) περί της «νοθευθείσης» τάχα φυλετικής καθαρότητoς των σύγχρονων Ελλήνων.

Συμφώνως προς τον Φαλμεράϋερ, ως αποτέλεσµα των μεταναστευτικών κινήσεων κατά διάρκεια του Μεσαίωνος, το «φύλον» (Geschlecht) των Ελλήνων εξηφανίσθη !  Στα βιβλία του τα οποία εξεδόθησαν κατά την δεκαετία του 1830,  [«Ιστορία της χερσονήσου της Πελοποννήσου κατά την διάρκεια του Μεσαίωνος. Μέρος πρώτον: Παρακμή των Ελλήνων της Πελοποννήσου και επανοικισμός της κενής γης από σλαβικούς  λαούς» -1830 / Στουτγάρδη, « Ποιαν επίδραση είχεν η κατοχή της Ελλάδος από τους Σλάβους στο πεπρωμένον της πόλεως των Αθηνών και της  Αττικής υπαίθρου; Ή, μία λεπτομερεστέρα αιτιολόγηση της προταθείσης στον πρώτο τόμο της “Ιστορίας της χερσονήσου της Πελοποννήσου κατά την διάρκεια του Μεσαίωνος” θεωρίας περί της προελεύσεως των σημερινών Γραικών» – 1835/ Στουτγάρδη και «Ιστορία της χερσονήσου της Πελοποννήσου κατά την διάρκεια του Μεσαίωνος. Μέρος δεύτερον: Ο Μοριάς, ερημωθείς από εσωτερικούς πολέμους μεταξύ Φράγκων και Βυζαντινών  και πλημμυρισθείς  από Αλβανούς εποίκους, κατεκτήθη εν τέλει υπό των Τούρκων. Από το 1250-1500 μετά Χριστόν»-1836/ Τυβίγγη] διετύπωσε την άποψη πως οι Έλληνες της νεοτέρας εποχής δεν κατάγονται από την φυλή των αρχαίων Ελλήνων, αλλά προέρχονται από Σλάβους, οι οποίοι εισέβαλαν στην Ελλάδα κατά την περίοδο του Μεσαίωνος, καθώς και Αλβανούς που εξηπλώθησαν κατά τον ύστερο Μεσαίωνα και τους νεοτέρους χρόνους και οι οποίοι ανεμίχθησαν με Ελληνοφώνους, αλλά «μη Έλληνες το γένος» Βυζαντινούς πρόσφυγες, δημιουργούντες ως σύμφυρμα  τον λαό των νέων Ελλήνων. Οι σύγχρονοι Έλληνες λοιπόν δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνον εξελληνισμένοι Σλάβοι και Αλβανοί, δίχως «ούτε µία σταγόνα αυθεντικού και καθαρού ελληνικού αίµατος» να κυλά πλέον μέσα στις φλέβες τους!

Το λογικόν πρόβληµα μιας τέτοιας θέσεως δεν είναι τόσον, (όπως ίσως αρχικώς φαίνεται), η κακόβουλη αμφισβήτηση της γενετικής συνεχείας της συγκεκριµένης εθνικής μας πληθυσµιακής οµάδος. Είναι πρωτίστως η χονδροειδής εξίσωση δύο διακριτών κατηγοριών : της γενετικής µε την πολιτιστική. Για τον Αυστριακό διανοούμενο, τα επιτεύγματα του αρχαίου ελληνικού πολιτισµού εγένοντο, καθώς φαίνεται, κατανοητά κυρίως με όρους σφαλερώς φυλετικούς, δίχως ίδιος ο  Φαλμεράϋερ να εννοεί ακριβώς και να κατανοεί τι εστί φυλή. Κατά συνέπειαν, οι θεωρούμενοι ως εξελληνισµένοι Σλάβοι και εξελληνισμένοι Αλβανοί της εποχής του, αν και κατ’ αυτόν «εξελληνισµένοι», λευκοί Ευρωπαίοι, δεν ήσαν επαρκώς «Έλληνες», αφού συμφώνως προς την ελλειμματική άποψή του δεν ήσαν πλέον φορείς αυτού που ο ίδιος µε τις στοιχειώδεις γνώσεις της εποχής του –τις οποίες ούτως ή άλλως δεν κατείχε ως μη ειδικός βιολογικός επιστήμων- ημπορούσε  να αντιληφθεί ως φυλετικό-γενετικό υλικό των αρχαίων Ελλήνων.

Παρά τα όποια ελαφρυντικά θα ηµπορούσαν ίσως να του παρέξουν οι ελλιπέστατες γνώσεις ανθρωπολογίας (πόσο µάλλον γενετικής) της εποχής του, όσον και η προσωπική του ανθρωπολογική γνωστική ένδεια, οι απόψεις του Φαλμεράϋερ αντανακλούν όχι µόνον την βαθυτάτη μεθοδολογική του σύγχυση, αλλά και μια σαφώς παραμορφωτική ερµηνευτική οπτική της πολιτιστικής εξελίξεως. Φανερώνουν µιαν εντελώς προκατειλημμένη και επιλεκτική ερευνητική προσέγγιση, αφού αυτή καθαυτήν η παραδοχή της υπάρξεως ανθρώπων µε µη ελληνικό «αίµα», αλλά  ελληνογλώσσων και φορέων του ελληνικού πολιτισµού, θα έπρεπε να είχε οδηγήσει λογικώς τον Αυστριακό στην συνειδητοποίηση της διακρίσεως των κατηγοριών, διακρίσεως την οποίαν μάλιστα  η ιδία του παραδοχή επάγει και  συγκροτεί.

Είναι συνεπώς δυστύχημα ότι, ένα σεβαστόν µέρος τόσον του διεθνούς όσον και του εγχωρίου αντιλόγου κατά των αστηρίκτων υποθέσεων του Φαλμεράϋερ δεν ετόνισεν όσον έπρεπε τα ανθρωπολογικά του ελλείμματα,  καθώς και τα βαρέα μεθοδολογικά, αλλά και λογικά του ολισθήµατα. Αντιθέτως, παραλλήλως προς τις αοριστολογικές και αφαιρετικές μπουρδολογίες διαφόρων κηρύκων της πολυδυνάμου πολιτιστικής λειτουργίας υπό την οικονομική νομοτέλεια και τις παραγωγικές δυνάμεις, επιβιώνει ακόμη έως σήµερον, έως εμμονοϊδεακής συγχύσεως, ωσάν δαιμονολογικός «αντιρατσιστικός εξορκισμός», μια τάση καθολικής αρνήσεως και αποστροφής οιουδήποτε συσχετισμού του ανθρωπολογικού – φυλετικού στοιχείου µε το πολιτιστικό στοιχείο και συνεχίζεται αποσπασματικώς, ατόλμως και φοβικώς μια ημιτελής προσπάθεια να καταρριφθεί η υπόθεση του Φαλμεράϋερ µε ελλιπή επιχειρήματα υπέρ της ανθρωπολογικής διαχρονικής ακεραιότητος και γενετικής συνεχείας του Ελληνισµού, δίχως την  ορθή χρήση των αντιστοίχων ακλονήτων δεδομένων  που διατίθενται στο εθναμυντορικό οπλοστάσιο.

Επ’ αυτού χρειάζεται ιδιαιτέρα προσοχή, αφού τέτοιου είδους πρακτικές  ηµπορούν τώρα να πραγματωθούν και µε την κατάλληλο χρήση και αξιολόγηση στοιχείων της µοριακής γενετικής. Επί παραδείγµατι, σε έρευνες του μιτοχονδριακού DNA των ευρωπαϊκών πληθυσµών οι οποίες επραγματοποιήθησαν  τα τελευταία χρόνια, διεπιστώθη ότι τα ελληνικά  χαρακτηριστικά συστατικά παρουσιάζουν μείζονα εγγύτητα κυρίως προς τα ιταλικά (Απουλίας-Καλαβρίας, Λατίου) και πολύ ολιγότερον προς αυτά των σλαβικών λαών. [Alessandro Achilli και συνεργατών, στο  «Mitochondrial DNA Variation of Modern Tuscans Supports the Near Eastern Origin of Etruscans»  στο «American  Journal of  Human Genetics» τεύχος   80(4), του Απριλίου του 2007, σελίδες 759–768.)].

Ο µόνος σλαβικός – πληθυσµός που ευρίσκεται κοντά στην ευρυτέρα ελληνοϊταλική οµάδα είναι ο βουλγαρικός, αυτός όµως παρουσιάζει σαφείς διαφορές σε σχέση µε τα δείγματα των υπολοίπων Σλάβων, δηµιουργών την υπόνοιαν ότι ο σηµερινός βουλγαρόφωνος πληθυσµός αποτελείται σε σηµαντικό βαθµό από παλαιότερα (και κάποτε εκσλαβισθέντα και εκβουλγαρισθέντα) στοιχεία της μέσης Βαλκανικής. Ανάλογα αποτελέσµατα έχουν αποδώσει και μελέτες  του χρωµοσώµατος Υ, όπου και εδώ τα ελληνικά δείγματα ταξινομούνται με τα άλλα βαλκανικά (των Βουλγάρων και των Ρουµάνων), καθώς και των Ούγγρων,  ευρίσκονται όμως σε διαφορετικές οµάδες από αυτά των άλλων σλαβικών λαών και των Αλβανών. [Όρα Roewer και λοιπών: «Signature of recent historical events in the European Y-chromosomal Short Tandem Repeat haplotype distribution», στο «Human Genetics» του Μαρτίου 2005, τεύχος 116/4, σελίδες 279-91.]

Ωστόσον σε άλλες έρευνες ιδίου τύπου DNA, οι µεταξύ των σλαβικών λαών κυρίαρχες απλοοµάδες R1a και l1b εµφανίζουν συχνότητα περί το 25% και µεταξύ των Ελλήνων. Καθώς όµως, αυτές οι απλοοµάδες είναι παλαιολιθικής ηλικίας, προφανώς είναι ασαφές αν η παρουσία τους στην Ελλάδα σχετίζεται µε τις ιστορικές σλαβικές μεταναστευτικές κινήσεις κατά την περίοδον του Μεσαίωνος. Σαφές και βέβαιον σηµείον περαιτέρω ευκρινούς διαφοροποιήσεως των Ελλήνων προς τους Σλάβους αποτελεί η έντονη παρουσία της νεολιθικής απλοοµάδος E3b1 (Ε-Μ35), η οποία, σπανία ούσα µεταξύ των σλαβικών λαών, απαντάται   ειδικώς στην Πελοπόννησο (που ενέχει κεντρικόν ρόλο στις υποθέσεις του Φαλμεράϋερ) σε ποσοστό 47%. [Όρα Ornella Semino και λοιπών  «Origin, Diffusion, and Differentiation of Y-Chromosome Haplogroups E and J: Inferences on the Neolithization of Europe and Later Migratory Events in the Mediterranean Area»  στο «American Journal of Human  Genetics» του Μαΐου  2004, τεύχος 74/5, σελίδες 1023-1034.]

Είναι σαφές ότι παρά τις ενδεχόμενες  μεθοδολογικές ασάφειες οι οποίες συνοδεύουν τις έρευνες αυτού του είδους, μερικά εκ των προηγουμένως αναφερθέντων αποτελεσμάτων θα ηµπορούσαν ανεπιφυλάκτως να χρησιμοποιηθούν λίαν επιτυχώς για την ανασκευή των υποθέσεων του Jakob Φαλμεράϋερ. Όµως θα αποτελούσε μείζον σφάλµα να στηριχθεί αποκλειστικώς και μόνον επί της γενετικής βάσεως δεδοµένων το οιοδήποτε επιχείρηµα περί της πολιτιστικής συνεχείας του ελληνικού πληθυσμού, όσον τεραστία και αδιάψευστο  πραγµατική σηµασία διαθέτουν οι βιολογικές μετρητές και αναπαραγώγιμες αποδείξεις, ότι δεν διερράγη η γενετική συνέχεια του πληθυσμού του Έθνους μας, οπότε ο ζων Ελληνισμός διετήρησε ακεραία την δυνατότητα συνεχείας και περαιτέρω αναπτύξεως του προγονικού πολιτισμού. Στην εθνικιστική σκέψη, σε πείσμα των καθεστωτικών σκοταδιστών και της πολιτικής ορθότητος των ανελευθέρων ιερατείων,  η  διαδικασία επιστημονικής εξετάσεως του ανθρώπου στηρίζεται μεν στην φυσική ανθρωπολογία και εμπλουτίζεται με την ανθρώπειο γενετική και την φυλογνωσία, όμως  ουδενί λόγω εκπίπτει σε μια λογιστική – μηχανιστική ζωολογία του ανθρωπίνου όντος, αλλά επεκτείνεται  στην ιστορική και στην πνευματική διάστασή του.

Εδώ θεωρείται εξόχως σκόπιμη η συμπληρωματική παράθεση του φιλοσοφικού ταυτοτικού ελληνικού μας αυτοπροσδιορισμού, όπως μας τον εδίδαξε ο αείμνηστος λάτρης της Αρχαίας Ελλάδος και της πνευματικής και πολιτιστικής κληρονομίας της, ερασιθάνατος Καθηγητής Δημήτρης Νικολακάκος – Λιαντίνης,  στο εισαγωγικό του σχόλιο στα «Ελληνικά» του 1992:

«Να υπάρχεις Ελληνικός δηλώνει τέσσερις τρόπους συμπεριφοράς:

Ότι δέχεσαι την αλήθεια που έρχεται μέσα από τη φύση, όχι την αλήθεια που φτιάχνει το μυαλό των ανθρώπων.

Ότι ζεις σύμφωνα με την ηθική της γνώσης, όχι με την ηθική της δεισιδαιμονίας και των προλήψεων.

Ότι αποθεώνεις την εμορφιά, γιατί η εμορφιά είναι δυνατή σαν το νου σου και φθαρτή σαν τη σάρκα σου.

Και κυρίως αυτό: Ότι αγαπάς τον άνθρωπο. Πώς αλλιώς! Ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα μέσα στο σύμπαν.»

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 183)

 

 

Advertisements

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος  IΘ΄

Οι πρώτες εκτεταμένες παρατηρήσεις περί της ανθρωπίνης μορφολογίας εντοπίζονται στο έργον του Αριστοτέλους. Αρχικώς, ο άνθρωπος θεωρείται ότι έχει όμοια μέρη με τα υπόλοιπα ζώα και μελετάται βάσει αυτού. Ο Αριστοτέλης περιγράφει τα μέρη του σώματος του ανθρώπου και σε αυτόν βρίσκουμε τους  κρανιολογικούς όρους «βρέγμα» για την άνω κρανιακή κορυφή, όπου ενώνονται οι ραφές και «ινίον» για το οπίσθιον μέρος του κρανίου. Επίσης  οι ενώσεις των κρανιακών οστών ονομάζονται όπως και νυν  «ραφαί». Διαπιστώνει διαφορές μεταξύ του κρανίου ανδρών-γυναικών και ανθρώπων-άλλων ζώων.

Ο Αριστοτέλης απεπειράθη  να διαχωρίσει τους ανθρώπους σε τύπους, αναλόγως προς τα ανθρωπολογικά τους γνωρίσματα. Οι παρατηρήσεις του σχετίζονται με το σχήμα του προσώπου, το χρώμα των οφθαλμών, καθώς και την ποσότητα και το χρώμα της κόμης. Ωστόσον, δεν έλαβε υπόψη το σχήμα του κρανίου. Στα «Φυσιογνωμικά» του, η ευθεία ρις κρίνεται ως η ωραιοτέρα. Επίσης καταγράφει  μια σχέση μεταξύ του χρώματος κόμης και εκείνου των οφθαλμών, όμως παρατηρεί ότι ημπορεί να αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου. Οι βόρειοι έχουν πιο ανοικτή συνδρομή από αυτούς που ζουν νοτιότερον. Ολίγα γενικά στοιχεία ανθρωπολογίας που περιέχονται στην Φυσική Ιστορία του Πλινίου, έχουν ληφθεί τα περισσότερα εκ του Αριστοτέλους. Διαπιστώνουμε ότι ο πανεπιστήμων Σταγειρίτης εμελέτησε τον άνθρωπο και με την ανθρωπολογική μέθοδο.

Η συστηματική επιστημονική μέθοδος της φυσικής ανθρωπολογίας ήρχισε να εφαρµόζεται εκτενώς κατά τον 19ον αιώνα, έχουσα ως στόχον κυρίως την  τυπολογική ταξινόµηση των συγχρόνων ανθρώπων σε φυλές. Ο συγκεκριμένος όρος «φυλή» κάνει την εµφάνισή του έναν αιώνα ενωρίτερον, όταν εξαιρετικές προσωπικότητες όπως ο Σουηδός  βοτανολόγος, ιατρός και ζωολόγος Κάρολος Λινναίος (Carolus Linnζus και μετά την απόδοση τίτλου ευγενείας, Carl von Linnι), ο Γερµανός φιλόσοφος Immanuel Kant [«Περί των διαφόρων ανθρωπίνων φυλών» («Von den verschiedenen Rassen der Menschen» -1775 και «Καθορισμός της σημασίας μιας ανθρωπίνης φυλής» («Bestimmung des Begriffs einer Menschenrasse»)-1785] και ο συµπατριώτης του ανθρωπολόγος Johann Friedrich Blumenbach [«Περί της φυσικής ποικιλίας του ανθρωπίνου γένους» («De generis humani varietate nativa)-1775] έκαναν τις πρώτες απόπειρες ταξινομικής ομαδοποιήσεως των ανθρώπων µε βάση διάφορα σωματικά χαρακτηριστικά, όπως το χρώµα του δέρµατος.

Ο πολύς φιλόσοφος Kant υπήρξεν ένας από τους πρώτους διανοουμένους οι οποίοι διέκριναν και εννόησαν  την ανθρωπολογία ως κεχωρισμένο επιστημονικό κλάδο. Κατά την μελέτη  της ανθρωπίνης διαφορετικότητος ενετόπισε αμέσως τις φαινοτυπικώς διαφορετικές φυλές του ανθρώπου, ενώ επίσης αντελήφθη ότι τα σωματικά και τα πνευματικά γνωρίσματα εξαρτώνται από την κληρονομικότητα. Όμως  διεπίστωσε επιπλέον κάτι πολύ βαθύτερο: Οι φυλές ουδέποτε αφομοιούνται, αντιθέτως η φύση διαθέτει ως εγγενές γνώρισμα την διαρκή διαφοροποίηση. Αντί να προσεγγίζουν, οι φυλές αφίστανται, απομακρύνονται.

Ο Γερμανός σοφός κατέλειπε μιαν ακόμη σοφή παρακαταθήκη του βαθέος προβληματισμού του  σχετικώς με το Είναι και το Γίγνεσθαι του ανθρώπου: «Αντί για αφομοίωσή τους, δηλαδή αντί να συντηχθούν ομού όλες οι διαφορετικές φυλές, η φύση έχει δημιουργήσει  έναν νόμο για ακριβώς το αντίθετο: Σε έναν λαό της αυτής φυλής (επί παραδείγματι, της λευκής) αντί να επιτρέπει διαρκώς τον σχηματισμό των ιδίων χαρακτηριστικών και σταδιακώς να προσεγγίζει ο ένας τον άλλον σε ομοιότητα -οπότε τελικώς θα καταλήξουμε σε ένα και μοναδικό πορτραίτο, όπως τα αντίγραφα στο τυπογραφείο- αντιθέτως διαφοροποιεί επ’ άπειρον τα χαρακτηριστικά της κάθε φυλής, ακόμα και κάθε οικογενείας, στα πνευματικά και σωματικά χαρακτηριστικά».

Ο Λινναίος υπήρξεν ο πρωτοπόρος στον ορισμό της εννοίας  της φυλής. Προέτεινε  την κατανομή τεσσάρων υποειδών στο είδος Homo sapiens, στην πρώτη έκδοση του θεμελιώδους ταξινομικού φυσιογνωστικού του βιβλίου «Σύστημα της Φύσεως» («Systema Naturae») – 1735: Αυτές οι κατηγορίες, «Americanus rubescens» – Ερυθρός Αμερικανός, «Asiaticus fuscus» – Φαιός Ασιάτης, «Africanus niger» – Μέλας Αφρικανός, και «Europζus albus» -Λευκός Ευρωπαίος, εβασίζοντο κατ’ αρχήν  αρχικά στον τόπο καταγωγής  και μετά στο χρώμα του δέρματος.

Εν σχέσει προς αυτό το εντελώς οφθαλμοφανές κριτήριον, αρχικώς, η κρανιοµετρία υπείσχετο µια πλέον ακριβολόγο και πλέον μαθηματικώς αναπαραγομένη μεθοδολογία ταξινομήσεως των ανθρωπίνων οµάδων. Παρά ταύτα, µε την πρόοδο της επιστήμης απεδείχθη πως και αυτή η μέθοδος δεν επαρκεί για την πλήρη µελέτη της ανθρωπίνης ποικιλοµορφίας, ούτε και ενδείκνυται ως κυρίαρχος για την αρτία µελέτη της εξελικτικής διαδικασίας. Πληθυσμοί αρκούντως ή και παντελώς διαφορετικής προελεύσεως ηµπορεί να έχουν περίπου ταυτόσηµα, περιορισμένα ανθρωποµετρικά χαρακτηριστικά, ενώ και οι τυχόν ολίγες ή πολυάριθμες διαφορές µεταξύ τους εν μέρει οφείλονται περισσότερον σε σχετικώς πρόσφατες διαδικασίες προσαρµογής στις κλιµατικές µεταβολές παρά στην βιολογική κληρονοµικότητα.

Εκείνο όµως το στοιχείον το οποίον έχει ικανή  σηµασία είναι πως ήδη από της εποχής του Καρόλου Δαρβίνου, αυτή καθαυτή η ύπαρξη σαφώς διαφοροποιηµένων ανθρώπινων φυλών ήρχισε να αντιµετωπίζεται µε δικαιολογημένο σκεπτικισµό. Ήρχισε, δηλαδή, να γίνεται αντιληπτό ότι αυτό που η έννοια της φυλής ηµπορεί να περιγράφει σαφώς και ακριβώς, είναι επιφανειακές, καθαρώς φαινοτυπικές (δηλαδή αντιληπτές δια γυµνού οφθαλμού) διαφορές µεταξύ ανθρωπίνων οµάδων. Κατά  πόσον οι διαφορές αυτές είναι εν μέρει υποκειµενικές και ότι τέτοιου είδους διακρίσεις αναπροσαρμόζονται με βάση τα εκάστοτε διακριτικά κριτήρια, φαίνεται από το γεγονός πως διίστανται οι απόψεις περί του ακριβούς αριθµού των ανθρώπινων φυλών (περίπου στα χρόνια του μεγάλου Δαρβίνου επαρουσιάσθησαν «δραµατικές» αποκλίσεις καθώς οι φυλές υπελογίσθησαν από 2 έως 63). Συνεπώς η «φυλή» κατ’ αρχήν φαίνεται ως  µια ιδιαζόντως ασταθής ταξινοµική κατηγορία, χωρίς να υπάρχει απολύτως σαφώς καθορισµένο σηµείον όπου η διαδικασία ταξινομήσεως (περαιτέρω διαχωρισμού ή συνενώσεως) πρέπει να σταµατά.

Ο εν λόγω σχετικισµός ως προς την ύπαρξη σαφών φυλετικών διαχωρισµών, φαίνεται ενισχυόμενος όσον η ανθρωπολογική έρευνα μεταφέρεται στο πεδίον της βαθυτέρας, της υπογονιδιακής – µοριακής δοµής του ανθρώπου. Όσον η έµφαση μετατίθεται από τον μακροσκοπικό φαινότυπο στον μικροσκοπικό γονότυπο των αντιληπτών χαρακτηριστικών ενός οργανισµού, το απείκασμα της παραδοσιακής αντιλήψεως περί της ανθρωπείου ποικιλοµορφίας καθίσταται θολότερο. Ο λόγος είναι ότι, ενώ πράγματι διαπιστούνται σαφείς γενετικές διαφορές μεταξύ των ανθρωπίνων πληθυσµών, αυτές αφορούν στις εκάστοτε συγκεκριµένες υπό εξέτασιν περιοχές του γενετικού υλικού. Όταν ερευνώνται άλλες περιοχές του, προκύπτουν διαφορετικά αποτελέσματα, τα οποία δυνητικώς αλλάσσουν την κατηγοριοποίηση των πληθυσµών.

Δηλαδή, την ίδια στιγμή που κάποιος ηµπορεί να ανήκει σε µια συγκεκριμένη «ταξινομική κατηγορία» µε βάση το γονίδιο για το χρώµα του δέρµατός του, ηµπορεί να ανήκει και σε µιαν άλλη, διαφορετική πληθυσµιακή οµάδα, οριζομένη ως προς κάποιο άλλο γονιδιακό του χαρακτηριστικό, ορατό ή µη. Επιπλέον, ευλόγως δεν υπάρχει κάποιο απόλυτο επιστημονικό ή απλώς ορθολογικό επιχείρημα περί του ότι θα έπρεπε κατά την διαδικασία ομαδοποιήσεως να αποδοθεί στον έναν ή στον άλλον γενετικό χαρακτήρα μεγαλυτέρα σπουδαιότητα. Άλλωστε  έχει διαπιστωθεί πως σχεδόν το 90% της δυνητικής γενετικής διαφοροποιήσεως µεταξύ ανθρώπων απαντά σε πληθυσµούς οι οποίοι ζουν στην ίδια ήπειρο, ενώ µόνον το 10% διαχωρίζει τους πληθυσμούς διαφορετικών ηπείρων. Ως εκ τούτου, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις όντως υφίσταται σαφής αδιαμφισβήτητος αντιστοιχία µεταξύ φαινοτυπικών και ορισμένων βαθυτέρων γονοτυπικών διαφοροποιήσεων, δεν ηµπορεί να αποδώσει κανείς σε αυτήν την αντιστοιχία γενικευτική ισχύ.

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 182)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος  IH΄

Οπως ευχερώς αντιλαµβάνεται κάποιος, οι περιγραφείσες γενετικές ανθρωπολογικές έρευνες μικράν έχουν διαδικαστική και τεχνική σχέση µε την -εν πολλοίς άγνωστο πλέον- παραδοσιακή οστεοµετρική πρακτική,  κορυφαία εφαρµογή της οποίας υπήρξε σίγουρα η κρανιοµετρία. Αυτή ήταν κλάδος της οστεομετρικής ανθρωπομετρίας, ασχολούμενος με την μορφολογική μελέτη του κρανίου και της κεφαλής, αναζητών και συγκρίνων τον μεγαλύτερο αριθμό ανθρωπομετρικών μετρήσεων του εξόχως σημαντικού αυτού τμήματος του ανθρώπινου σώματος, του κρανίου, όπου εδράζεται ο εγκέφαλος, όργανο των νοητικών λειτουργιών. Με την ενδελεχή μελέτη των κρανιακών μορφών καθίσταται εφικτή ου μόνον η διαπίστωση και η ταξινόμηση των διαφόρων σημερινών ανθρωπίνων τύπων, αλλά και η ανάπλαση καθώς και η παρακολούθηση της εξελίξεως διαδοχικών ανθρωπίνων και ανθρωποειδών πιθηκείων τύπων του παρελθόντος.

Οι μετρήσεις της χωρητικότητος του ιδίως κρανίου επιτρέπουν και την διατύπωση υποθέσεων αναφορικώς προς τις διανοητικές ικανότητες (και επομένως προς τον βαθμόν εξελίξεως) των προϊστορικών ανθρώπων. Η ανάπτυξη της μετωπιαίας χώρας και ιδιαιτέρως του υπερκογχίου τόξου, ημπορεί να χρησιμεύσει ως αδρός δείκτης «πρωτογονισμού», είτε των απολιθωμένων σκελετικών ευρημάτων είτε και των σημερινών ανθρωπίνων τύπων. Έχει διαπιστωθεί σχετικώς ότι, η χωρητικότης του ανθρωπίνου κρανίου ηυξάνετο κατ’ αναλογίαν προς τον όγκο και την μάζα του σώματος, από τους προανθρωποειδείς τελοπιθήκους (στους οποίους η χωρητικότης εκυμαίνετο μεταξύ 600 και 940 κ. εκ.) έως τους αρχαϊκούς ανθρώπους (1.030-1.250 κ. εκ.) και τον σύγχρονο άνθρωπο (1.300-1.560 cm3.). Η αύξηση αυτή εσυνοδεύθη από την κάθετο προοδευτική ανάπτυξη του μετώπου και την μείωση της αναπτύξεως του υπερκογχίου τόξου.

Επισημαίνεται ότι, οι  υπάρχουσες σήμερον -σχετικώς προς την κρανιακή χωρητικότητα- ποικιλίες των διαφόρων ανθρωπίνων τύπων στις διάφορες εθνικές και εθνοτικές ομάδες δεν συνεπάγονται διαφορετική ανάπτυξη της νοημοσύνης. Επί παραδείγματι, οι μέσοι όροι των μετρήσεων για τους Ιταλούς, τους Κινέζους, τους Μαορί και τους Εσκιμώους είναι αντιστοίχως 1.450, 1.460, 1.480 και 1.560 cm3.?Οι κρανιομετρικές μετρήσεις είναι γραμμικές, γωνιακές, βάρους και όγκου (όπου βάρος και όγκος προσφέρουν ακριβή δεδομένα, όταν πρόκειται για αποξηραμένα κρανία). Γα το βάρος, το κρανίο και τα διάφορα τμήματά του ζυγίζονται με ζυγούς ακριβείας. Ο όγκος υπολογίζεται με γέμισμα του κρανίου με νερό, αφού φραχθούν τα διάφορα τρήματά του. Επί ζώντων το κρανιακό βάρος και ο όγκος υπολογίζονται κατά προσέγγιση με εμμέσους τρόπους. Οι γωνιακές και οι γραμμικές μετρήσεις διενεργούνται με ειδικά όργανα (κρανιομετρικούς  διαβήτες).

Η συγκριτική μελέτη των κρανίων γίνεται με σταθερά τοποθέτηση του κρανίου σε ειδικά όργανα παρατηρήσεως, τους «κρανιοφόρους», εν σχέσει με ορισμένο επίπεδο συσχετίσεως (γνωστό ως «επίπεδον της Φραγκφούρτης»). Οι επιμέρους μετρήσεις αποδίδουν λόγους / σχέσεις σε εκατοστά («ανθρωπολογικοί δείκτες») μεταξύ ευθυγράμμων αποστάσεων, υπολογιζομένων με αφετηρία καθορισμένων σημείων αναφοράς («κρανιομετρικά σημεία»). Οι προκύπτοντες δείκτες είναι περισσότεροι από 36, αναφέρονται δε στο οστεώδες κρανίο, στην κεφαλή και στο πρόσωπο. Μεταξύ των σημαντικοτέρων συγκαταλέγονται οι «κεφαλικοί δείκτες» (οριζόντιος, κάθετου μήκους, εγκάρσιος), που δίδουν στοιχεία για το σχήμα και τις διαστάσεις του κρανίου και της κεφαλής, ο «προσωπικός δείκτης» που χρησιμεύει για την ταξινόμηση των διαφόρων μορφών του προσώπου, οι «οφθαλμικοί δείκτες» (κόγχης και βλεφαρικού ανοίγματος) και οι «ρινικοί δείκτες». Συνδυαστικώς  επιτρέπουν χρήσιμες ταξινομήσεις για την συγκριτική μελέτη των ανθρωπίνων πληθυσμών των φυλών.

Από τους κεφαλικούς δείκτες, ο οριζόντιος (υπολογιζόμενος από την σχέση πλάτους και μήκους του κρανίου) επιτρέπει την ταξινόμηση των ανθρώπινων τύπων σε βραχυκεφάλους, μεσοκεφάλους και δολιχοκεφάλους, αντιστοίχως με δείκτες 87-83, 82-79 και μικρότερο από 79. Οι δείκτες καθέτου μήκους και οι εγκάρσιοι (ηνωμένοι σε έναν μόνο τύπο, από τον Ιταλό ανθρωπολόγο Gioacchino Leo Sιra (Τζοακίνο Λέο Σέρα / 1878-1960) [«Περί των συσχετίσεων της διαπλάσεως της βάσεως του κρανίου  με τις κρανιακές μορφές και με τις δομές του προσώπου  στις ανθρώπινες φυλές : Δοκίμιον ενός νέου κρανιολογικού  δόγματος με ιδιαιτέρα έμφαση στα κύρια απολιθωμένα κρανία» – «Sui rapporti della conformazione della base del cranio colle forme craniensi e colle strutture della faccia nelle razze umane : saggio di una nuova dottrina craniologica con particolare riguardo dei principali crani fossili», εκδόσεις της Societa Italiana di Scienze Naturali, Μιλάνο, 1920], επιτρέπουν την ταξινόμηση των ανθρωπίνων τύπων σε υψικεφάλους, ορθοκεφάλους, πλατυκεφάλους, (με μέσον δείκτη αντιστοίχως  90 – υψηλό κρανίο, 85 – μεσοϋψές κρανίο, 80 – χαμηλό κρανίο). Ο προσωπικός δείκτης επιτρέπει την ταξινόμηση των ανθρωπίνων τύπων σε λεπτοπροσώπους (δείκτης > 90), μεσοπροσώπους (δείκτης μεταξύ 90 και 82), χαμαιπροσώπους (δείκτης < 82), με πρόσωπα αντιστοίχως επιμήκη, μέσης αναπτύξεως, πλατέα και χαμηλά.

Ο κογχικός δείκτης ταξινομεί τους ανθρώπους σε υψικογχικούς τύπους (υψηλή κόγχη,  > 90), μεσοκογχικούς (κόγχη μετρίως αναπτυγμένη, μεταξύ 90 και 76), χαμαικογχικούς (χαμηλή κόγχη, < 76). Ο ρινικός δείκτης προσφέρει τέσσερις ταξινομικές ομάδες: τους υπερχαμαιρρίνους (μύτη πολύ πλατιά και παχιά), τους χαμαιρρίνους (πλατεία ρις), τους μεσορρίνους (μετρία και ελάχιστα λεπτή ρις) και τους λεπτορρίνους (λεπτή και επιμήκης ρις), με αντιστοίχους δείκτες > 58, μεταξύ 58 και 51, μεταξύ 50 και 47, και < 47. Ο βλεφαρικός δείκτης επιτρέπει την εξακρίβωση της παρουσίας του λεγόμενου «μογγολικού οφθαλμού», αμέσως σχετιζομένου με την θέση των οστεΐνων πλαισίων της κόγχης : εφόσον το κάτω πλαίσιο ευρίσκεται βαθύτερον του άνω, ο οφθαλμός κείται βαθέως (όπως στους Ευρωπαίους), αν και τα δύο πλαίσια κείνται στο αυτό κάθετο επίπεδο, ο οφθαλμός φαίνεται προέχων (όπως στους Μογγολοειδείς πληθυσμούς). Στην δευτέρα περίπτωση, το άνω βλέφαρο σχηματίζει μια πτυχή («μογγολική πτυχή»), η οποία ημπορεί να είναι μεσαία, εξωτερική ή εσωτερική, αποδίδουσα στον οφθαλμό του φέροντος ζώντος  ανθρώπου την χαρακτηριστική «αμυγδαλωτή» όψη.

Ο δείκτης της κατατομής (γωνιακή μέτρηση) συνδέεται με την προεξοχή των ζυγωματικών οστών και με την γωνία την οποίαν σχηματίζουν επί ενός μεσοκαθέτου μετωπο-ρινο-πωγωνικού επιπέδου. Διακρίνονται τέσσαρες βασικοί τύποι : ο υπερορθόγναθος (με λίαν προέχοντα ζυγωματικά οστά και βαθύ ριζορίνιο), ο υπερπρόγναθος, (με προέχοντα ζυγωματικά οστά και γωνία προσώπου επίσης προέχουσα), ο πρόγναθος, (με λίαν υπέχοντα ζυγωματικά οστά και κοίλη γωνία προσώπου), και ο ορθόγναθος, με ορθοτοπικά (όχι πολύ «τραβηγμένα») ζυγωματικά οστά και ελαφρώς προέχουσα γωνία προσώπου. Άλλες γωνιακές μετρήσεις είναι η πωγωνική (προβάλλων πώγων στους σημερινούς ανθρώπινους τύπους, οπισθοκλινής στους αρχαϊκούς τύπους) και της σιαγόνος (ρωμαλέα στους αρχαϊκούς τύπους, λεπτή και ελάχιστα προτεταμένη στους πλέον εξελιγμένους). Επίσης, έχουν προταθεί και γίνονται δεκτοί από διάφορες ανθρωπολογικές σχολές πολλοί άλλοι δείκτες, για να υποστηρίξουν μιαν -όσον το δυνατόν- ακριβεστέρα και πληρεστέρα ταξινόμηση των παρελθόντων και συγχρόνων ανθρωπίνων τύπων.

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 181)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος  IΣΤ΄

Αρχαιογενετική  των πληθυσμών και κυτταρική αρχαιολογία -2

Κάθε ανθρώπινο κύτταρο έχει έναν πυρήνα, εντός του οποίου ευρίσκονται 23 ζεύγη χρωματοσωμάτων (ή χρωµοσωµάτων). Σε κάθε ένα χρωμοσωμικό ζεύγος το ένα χρωμόσωμα έχει κληροδοτηθεί από την πατρική πλευρά και το έτερο από την μητρική. Στα 22 από τα 23 ζεύγη τα χρωμοσώματα είναι όµοια µεταξύ τους. Το 23ο  ζεύγος το οποίον καθορίζει το φύλο και αποτελείται στον µεν άνδρα από το χρωμόσωµα Χ (μητρικής προελεύσεως) και το χρωμόσωμα Υ (πατρικής προελεύσεως), ενώ στην γυναίκα αποτελείται από δύο χρωμοσώματα Χ, (ένα πατρικής και ένα μητρικής προελεύσεως).

Τα χρωμοσώματα συνίστανται από δεοξυριβονουκλεϊκό οξύ – DNA , ένα βιολογικό μακρομόριο (δηλαδή μόριο υψηλού μοριακού βάρους), υπό μορφήν συνεστραμμένης  διπλής έλικος (αλύσου) των «συνιστωσών» συνθέτων οργανικών ενώσεων (νουκλεοτιδίων ή νουκλεϊδίων). Το  DNA εμπεριέχει τις γενετικές πληροφορίες οι οποίες καθορίζουν την βιολογική ανάπτυξη όλων των κυτταρικών μορφών ζωής (αλλά και των περισσοτέρων ιών). Αποτελεί κυριολεκτικώς τον «δραστικό – παρεμβατικό αγγελιαφόρο» της κληρονομικότητος, καθώς εμπεριέχει τις γενετικές εκείνες πληροφορίες που καθορίζουν την βιολογική ανάπτυξη του οργανισμού και μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά. Οι πληροφορίες αυτές, οι οποίες ουσιαστικώς συνιστούν «οδηγίες» κατασκευής, μορφολογίας και λειτουργίας του ανθρώπου, είναι πράγματι εξόχως σύνθετες, ώστε δεν έχουν ακόµη κατανοηθεί πλήρως σε πλήρη έκταση και ολόκληρο το βάθος τους. Η αποκωδικοποίηση του DNA, δηλαδή η αποσαφήνιση του τρόπου δια του οποίου η δομή του DNA καθορίζει συγκεκριμένες «γενετικές επιλογές», επέτρεψε στους επιστήμονες να κατανοήσουν σαφέστερον την γενετική υφή της ζωής. Επειδή το DNA σε ορισμένα του σημεία είναι ιδιαίτερο στον κάθε άνθρωπο, έχουν αναπτυχθεί ακριβέστατες μέθοδοι βασιζόμενες στην ταυτοποίηση του, οι οποίες ευρίσκουν εφαρμογή στην Ιατροδικαστική, στην Εγκληματολογία καθώς και στην αποσαφήνιση των πιθανών οικογενειακών σχέσεων μεταξύ διαφόρων προσώπων. Αναλόγως  διενεργείται πλέον η χρήση του DNA και στις μελέτες της ανθρωπολογίας και της ιστορίας.

Η ιδιάζουσα «γλώσσα προγραμματισμού» του DNA, στην οποία  έχουν κωδικοποιηθεί οι περιεχόμενες γενετικές πληροφορίες του είναι αρκούντως κατανοητή : Αποτελείται από τέσσαρα εναλασσομένως συνδυαζόμενα «σύµβολα» – δομικά συστατικά, υπό την µορφήν των προαναφερθεισών συνθέτων οργανικών ενώσεων (αδενίνη-Α, κυτοσίνη-C, γουανίνη-G και θυµίνη-T), που λέγονται και βάσεις νουκλεοτιδίων. Αυτές συνδέονται αλληλοδιαδόχως στο μακροµόριο του DNA.

Τα «λειτουργικά τµήµατα» (δηλαδή οι ενεργές, οι δραστικές υποµονάδες) του DNA που περιέχουν κωδικοποιημένες γενετικές πληροφορίες για  συγκεκριµένα σωµατικά χαρακτηριστικά (π.χ. ύψος, χρώµα κόμης, κλπ.) ονομάζονται  γονίδια και είναι οι φορείς της κληρονοµικότητος. Εντός του κυττάρου, αλλά εκτός του πυρήνος του υπάρχουν και διάφορα άλλα δοµικά στοιχεία που λειτουργούν για το κύτταρο όπως λειτουργούν τα όργανα για το ανθρώπινο σώµα. Μεταξύ των στοιχείων αυτών (των «οργανιδίων») συγκαταλέγονται και τα µιτοχόνδρια, τα οποία αποτελούν την ενεργειακή πηγή του  κυττάρου και περιέχουν το δικό τους DNA.

Κατά την ατέρμονα διαδικασία της αντιγραφής του DNA συµβαίνουν συχνά μικρά «σφάλματα», μικρά «λάθη», μερικά των οποίων  διαφεύγουν των επανορθωτικών μηχανισμών του κυττάρου, οπότε να  εµφανίζονται στις «θυγατρικές» αλύσους του DNA. Αυτές οι αλλαγές στην αλληλουχία του DNA ονομάζονται μεταλλάξεις, ορισμένες δε εξ αυτών, εάν συµβούν στα γαμετικά κύτταρα (τα ωάρια ή τα σπερµατοζωάρια) ενός ανθρώπου, κληροδοτούνται στους  απογόνους του και αναφέρονται ως «γενετικές μεταλλάξεις». Αντιθέτως, αν προσβληθούν σωματικά κύτταρα (μη γαμετικά), η μεταλλαγή αυτή ονομάζεται «σωματική μετάλλαξη» και δεν κληρονομείται.

Ιδιαιτέρως χρήσιμες για αυτόν τον σκοπό είναι οι σπανιότερες μεταλλάξεις, με βάση τις οποίες ταξινομούμε στα ειδικά σύνολα που ονομάζονται «απλοομάδες» («haplogroups») όλα εκείνα τα χρωμοσώματα τα οποία μοιράζονται αυτές τις μεταλλάξεις. Με την βοήθεια των απλοοµάδων ηµπορεί να διερευνηθεί το απώτατο παρελθόν γενετικής προελέυσεως ενός πληθυσµού, το οποίον δύναται να φθάνει ακόµη και μέχρις των απαρχών του Homo sapiens ή ενδεχομένως και σε ακόµη πρωιµότερες φάσεις, αν και τα ερευνητικά αποτελέσµατα καθίστανται ιδιαιτέρως ασαφή. Εν πάσει περιπτώσει, η «απλοομάς» αναφέρεται στην απωτάτη προγονική προέλευση, εις βάθος χιλιάδων ετών στο παρελθόν.

Στην ανθρώπειο γενετική οι απλοομάδες που μελετώνται συνηθέστερον είναι οι απλοομάδες του «Υ-χρωμοσώματοςς» (Υ-DNA) και η απλοομάς του μιτοχονδριακού DNA (mtDNA), αμφότερα των οποίων ημπορούν να χρησιμοποιηθούν για να καθορίσουν τους «γενετικούς πληθυσμούς» του πλανήτη μας. Το Υ-DNA «περνά» συμφώνως προς την πατρική γραμμή, από τον πατέρα στον υιό, ενώ το mtDNA ακολουθεί την μητρική γραμμή, από την μητέρα στην κόρη. Ουδέν εκ των δύο αυτών ειδών DNA ανασυνδυάζεται, οπότε έτσι οι όποιες διαφοροποιήσεις των Υ-DNA και mtDNA επέρχονται μόνον από μεταλλάξεις. Δηλαδή, το γενετικό υλικό των δύο γονέων δεν ανταλλάσσεται.

Οι γενετικές  μεταλλάξεις, προϊόντος του χρόνου επισωρεύονται, οπότε επιτρέπουν στους επιστήμονες να παρακολουθήσουν συγκεκριμένες γραµµές γενετικής εξελίξεως, ένα είδος διαγραφομένου ιδιάζοντος «γενετικού οικογενειακού δένδρου». Το γενετικό αυτό «δένδρο», ή όπως ονοµάζεται «φυλογενετικό δένδρο», καταλήγει εν τέλει σε έναν απώτατο πρόγονο. Αυτός δεν αντιπροσωπεύει όµως, (όπως ενδεχομένως θα ημπορούσε κάποιος αφελώς να σκεφθεί) τον φερ’ ειπείν «Πατριάρχη» ενός πληθυσµού, αλλά απλώς τον απώτατο πρόγονό του, στον οποίον ηµπορεί να αναχθεί ο εκάστοτε υπό διερεύνηση γενετικός δείκτης. Για να αποκτήσει η έρευνα πραγµατική σηµασία, πρέπει βεβαίως  να επιτευχθεί ο χρονικός και τοπικός – χωρογεωγραφικός εντοπισµός αυτού του κοινού γενετικού προγόνου.

Η απόπειρα χρονικού εντοπισµού εδράζεται  στην παραδοχή ότι ο ρυθµός μεταλλάξεως κάποιων συγκεκριμένων γενετικών περιοχών παρουσιάζει µια κανονικότητα, η οποία θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί πειραµατικώς. Ως προς τον γεωγραφικό εντοπισµό, αυτός επιχειρείται επί τη βάσει της συγχρόνου κατανοµής των απλοοµάδων, η οποία πιστεύεται πως ημπορεί να «προβληθεί» µε ικανή ασφάλεια στο µακρινό παρελθόν. Σηµαντικό ρόλο ενέχει  επίσης η μεγάλη ποικιλομορφία κάποιων γενετικών περιοχών εντός της απλοοµάδος, n οποία και θεωρείται ένδειξη μακροχρονίου  παρουσίας της σε έναν τόπο.

Αναλόγως προς τον σταθερότυπο, αναλόγως προς το πρότυπο της κληρονομήσεώς του, το DNA των κυττάρων του ανθρώπου ηµπορεί να διακριθεί σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη συνίσταται στο DNA όλων των χρωµοσωµάτων του κυτταρικού πυρήνα (πυρηνικό DNA) πλην εκείνου του χρωμοσώματος Υ. Κάθε άνθρωπος κληρονομεί έναν συνδυασµό αυτών των χρωµοσωμάτων  από τους δύο γονείς του. Αντιθέτως, η δευτέρα κατηγορία, το DNA του χρωμοσώματος Υ, δηλαδή αυτού που καθορίζει το ανδρικό φύλο, μεταβιβάζεται μόνον από πατέρα σε υιό, επιτρέπον την διερεύνηση της πατρικής εξελικτικής γραµµής.

Μιαν ανάλογο κατάσταση έχουµε και µε την τρίτη κατηγορία DNA, με το μιτοχονδριακό DNA. Αυτό ευρίσκεται στα μιτοχόνδρια, δηλαδή μέσα στα νηχόμενα στο κυτταρόπλασμα οργανίδια, εκτός του πυρήνος. Το μιτοχονδριακό DNA κληροδοτείται από την μητέρα σε όλα της τα τέκνα, από τα οποία και μεταβιβάζεται στην εποµένη γενεά, και συνεπώς σε γενεαλογικό βάθος, μόνον από τα θήλεα άτοµα. Αυτές ακριβώς οι έρευνες των δύο τελευταίων τύπων DNA, του χρωμοσώματος Υ και του μιτοχονδριακού DNA, είναι εκείνες οι οποίες τα τελευταία χρόνια έχουν προσελκύσει  το ενδιαφέρον εξ αιτίας των κρισίμων αποτελεσμάτων τους.

Ήδη από του 1996 η «αρχαιολογία των κυττάρων» ήρχισε να διερευνά µε εντονοτέρους ρυθμούς την πληθυσμιακή ιστορία της Ευρώπης αλλά και άλλων περιοχών του κόσμου : Ένα εξαιρετικό  άρθρο του γενετιστή Martin Richards (Μάρτιν Ρίτσαρντς) και των συνεργατών του  εδηµοσιεύθη εκείνο το έτος(«Palaeolithic and Neolithic Lineages in the European Mitochondrial Gene Pool» στο λίαν έγκριτο «American Journal of Human Genetics»,τεύχος 59. σελίδες 185-203), απότοκο μελέτης 821 ανθρώπων από την Ευρώπη και την Μεσανατολή, όπου αποφεύγεται πλέον η µελέτη των κλασικών  γενετικών δεικτών και αντ’ αυτών εξετάζεται η συχνότης των απλοοµάδων µε το DNA.

Εχρησιμοποιήθησαν επίσης γενετικές μέθοδοι χρονικού εντοπισμού, συμφώνως προς τις οποίες οι διάφοροι μιτοχονδριακοί τύποι οι οποίοι είναι πρόγονοι των συγχρόνων ευρωπαϊκών απλοοµάδων, ευρέθησαν εν μέρει αναγόμενοι στην Παλαιολιθική Εποχή.

Με αυτόν τον τρόπο εξεκίνησε µια ευρεία σειρά αναλόγων ερευνών, οι οποίες και συνεχίζουν ραγδαίως εξελισσόμενες έως σήµερον, μάλλον δε θα συνεχισθούν στο διηνεκές και στο μέλλον. Εξ άλλου, η επιστήμη της µοριακής γενετικής προ της  εμπλοκής της στην μελέτη της καταγωγής των ιδιαιτέρων συγχρόνων ανθρωπίνων πληθυσμιακών οµάδων, (φυλετικών και επι μέρους εθνικών),  είχε ήδη συνταυτισθεί με ένα λίαν ευρύτερο και κοπιώδες έργο : Την συνολική γενετική διερεύνηση της καταγωγής του συγχρόνου «Έμφρονος Ανθρώπου» (Homo sapiens).

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 179)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος  IΣΤ΄

Αρχαιογενετική  των πληθυσμών και κυτταρική αρχαιολογία -1

Μετά την εμβόλιμο παράθεση των ενδελεχών διαπιστώσεων του αειμνήστου μεγάλου φιλέλληνος Αμερικανού ανθρωπολόγου Carleton Stevens Coon σχετικώς με την  καταφανή ανθρωπολογική συνέχεια του ελληνικού  Έθνους από την αρχαιότητα έως σήμερον, επανερχόμεθα  στην προηγουμένη αλληλουχία της σειράς άρθρων περί καταγωγής των Ελλήνων, με την παράθεση μερικών θεμελιωδών δεδομένων των διαφόρων επί μέρους επιστημών οι οποίες συνιστούν το συμπαγές σύμπλοκο της λογικής σκέψεως για την ακριβολόγο και ρεαλιστική προσέγγιση της  ιστορικής, εθνολογικής και φυλογνωσικής  συγκροτήσεως και διαπλάσεως του Ελληνισμού στην (τουλάχιστον) υπερτετρακισχιλιετή διαχρονία του.

Η «Θεωρία της παλαιολιθικής συνεχείας» («Paleolithic Continuity Theory» – PCT) προτείνει ότι, οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες κατάγονται από την καθαυτήν γεωγραφική Ευρώπη, δεν ήσαν μεταφερόμενο χαρακτηριστικό στοιχείο κάποιων «εισβολέων», έχουν δε συνεχή παρουσία και εξέλιξη στο ευρωπαϊκό έδαφος από την παλαιολιθική εποχή.  Οι βασικοί υποστηρικτές της είναι οι Ιταλοί γλωσσολόγοι Μάριο Αλινέϊ, Γκαμπριέλε Κόστα και Τσιτσέρο Πόγκιρκ καθώς και ο Γερμανός και ο Βέλγος αρχαιολόγοι Αλεξάντερ Χάουσλερ και Μαρσέλ Οτ.

Βασίζεται σε μιαν, αμφιλεγομένη κατά πολλούς, σύνθεση γλωσσολογικών και αρχαιογενετικών μελετών, (οι οποίες υποδεικνύουν ότι εν πολλοίς το 80% της «γενετικής δεξαμενής» των Ευρωπαίων έχει παλαιολιθική προέλευση), καθώς και επικουρικών αρχαιολογικών δεδομένων τα οποία υποδεικνύουν μια «πυρηνική» ευρωπαϊκή πολιτισμική συνέχεια.

Οι υποστηρικτές της θεωρίας στιγματίζουν την κατ’ αυτούς μικρότητα επαρκών πειστικών αποδείξεων της ινδοευρωπαϊκής εισβολής κατά την εποχή του χαλκού, την έλλειψη προδήλου γενετικής αλλαγής από την παλαιολιθική εποχή, καθώς και την σημαντικήν αναλογία με την παλαιολιθική καταγωγή των ουραλικών πληθυσμών και γλωσσών στην Ευρασία. Οι επικριτές της PCT απαντούν ότι, βεβαίως η γενετική συνέχεια δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην γλωσσική συνέχεια.

Φαίνεται λοιπόν ότι, το ενδεχόμενον της «παλαιολιθικής συνεχείας» στην ιστορία της ευρωπαϊκής ηπείρου, όπου και η Πατρίδα μας, όπως αυτή η συνέχεια υφίσταται και σε άλλες περιοχές του κόσµου, υποστηρίζεται εν μέρει και από έναν εντελώς διαφορετικό κλάδο ερευνών, μη «ανθρωπιστικού – θεωρητικού τύπου», προερχόμενο -όπως έχουμε προαναφέρει σε προηγούμενα άρθρα- από το πολυεπίπεδο και πολυσύνθετο γνωστικό πεδίο των φυσικών επιστημών. Βεβαίως ο επιστημονικός λόγος που απορρέει εδώ αφορά στην πιθανή βιολογική πληθυσμιακή συνέχεια των διαφόρων ευρωπαϊκών πληθυσμών και όχι απαραιτήτως σε μιαν «αντίστοιχο» γλωσσική τους συνέχεια.

Από τρεις περίπου δεκαετίες, η αξιοθαύμαστη επιστήμη  της γενετικής έχει και αυτή συναρθρωθεί στην διερεύνηση της προελεύσεως και της ιστορίας των ανθρωπίνων πληθυσµών, έως και των εθνογενέσεων οι οποίες απέρρευσαν από αυτούς. Μελετώντες λεπτομερώς το «ιστορικό αρχείον», δηλαδή το ιδιότυπο και μοναδικό «αρχαιολογικό φύλλο πορείας», το φερ’ ειπείν διαχρονικόν αποτύπωμα ορισμένων γενετικών δεικτών, όπως  και συγκεκριμένων περιοχών του ανθρωπίνου  δεοξυριβονουκλεϊκού οξέως DNA, επιτυγχάνουμε σηµαντικές, συχνάκις  πρωτότυπες και μετρητές – αναπαραγώγιμες, ήτοι αψευδείς και στέρεες  συνεισφορές στην εξερεύνηση του απωτάτου παρελθόντος των ανθρώπων, των φυλών και των εθνών.

Προανεφέρθη επανειλημμένως ότι, τα αποτελέσματα  των μελετών και ερευνών αυτών ενίοτε είναι λίαν εντυπωσιακά (έως ανατρεπτικά) και ημπορούν ευχερώς να προξενήσουν δικαιολογημένο ενθουσιασμό στον οιονδήποτε νεόφυτο της σπουδής τους. Ωστόσον, όπως θα καταφανεί και στην συνέχεια των δημοσιευμάτων μας, το εν λόγω σαγηνευτικό ερευνητικό πεδίο ευρίσκεται επί του παρόντος σε µια πρώιµο φάση της μεθοδολογικής του ωριμάνσεως  και του διεπιστημονικού του συντονισμού. Υφίστανται ποικίλα  σοβαρά προβλήµατα εις ότι αφορά την ερμηνευτική τακτική και την στρατηγική ερμηνεία ευρηµάτων, καθώς τα ευρήματα αυτά δεν ηµπορούν αφ’ εαυτών να παρέξουν καταληκτικές σαφείς απαντήσεις σε πολλά από τα διερευνώµενα ζητήματα.

Παρά την μαγευτική αρχική εντύπωση την οποίαν αποκοµίζει κάποιος λόγω της ενδελεχούς ακριβείας της προσεγγίσεως αυτής, προς το παρόν δεν φαίνεται ότι μόνη η γενετική δύναται να ειπεί την τελευταία σκιαλυτική λέξη στην µελέτη των διαφόρων εθνοσυσχετιζομένων συνθέτων επιστημονικών προβληµάτων και διαδραστικών διεπιστημονικών ζητημάτων, όπως π.χ. η προέλευση των  ινδοευρωπαϊκών γλωσσών.

Προφανώς όµως η συνεπικουρία της  παλαιογενετικής, όταν δεν δύναται να τεκμηριώσει αποδείξεις θεωριών ηµπορεί τουλάχιστον να προσφέρει  σπουδαίες κατευθυντήριες ενδείξεις, οι οποίες συνδυαζόµενες µε αρχαιολογικά και γλωσσολογικά δεδομένα είναι σε θέση να υποστηρίξουν,  να ενισχύσουν ή και να διορθώσουν την ενδεχομένη ορθότητα μερικών  υποθέσεων, οδηγούσες ασφαλώς σε συμπαγείς θεωρίες.

Η «Γενετική των πληθυσμών», ή  άλλως «Πληθυσμιακή Γενετική» (Populationsgenetik),  είναι ένας ιδιαίτερος συνδυαστικός κλάδος της Γενετικής και της εφηρμοσμένης Βιολογίας. Ασχολείται με την γενετική δομή των πληθυσμών και την επίλυση πληθυσμιακών προβλημάτων που ερευνώνται  βάσει των μεθόδων της συγχρόνου Βιομετρίας. Ασχολείται δηλαδή με τους τύπους των γονιδίων και των γονότυπων, τις συχνότητες οι οποίες τους αντιπροσωπεύουν, καθώς και με τους μηχανισμούς (φυσική επιλογή, γενετική μετάλλαξη, γενετική παρέκκλιση, γονιδιακή ροή) οι οποίοι δυνητικώς μεταβάλλουν την γενετική δομή των πληθυσμών. Η γενετική των πληθυσμών συμμετέχει στην (και συμπληρώνεται από την) «Σύγχρονο Εξελικτική Σύνθεση», την  ενοποιημένη θεωρία για την προέλευση και συμπεριφορά όλων των μορφών ζωής στον πλανήτη (μετεξέλιξη της πρώην «εξελικτικής θεωρίας»). Όπως προδίδει το όνομά της, η πληθυσμιακή γενετική έχει μια σαφή προοπτική με κέντρο της τον «πληθυσμό», παρά το μοναδικό άτομο. Ημπορεί να θεωρηθεί ως λογική επέκταση των νόμων του Mendel επί των πληθυσμών. Οι βάσεις της ετέθησαν το 1908 όταν ο Βρετανός μαθηματικός Godfrey Harold Hardy και ο Γερμανός ιατρός Wilhelm Weinberg διετύπωσαν, ανεξαρτήτως μεταξύ τους, τον νόμο, την «αρχή της σταθερότητος των γονοτυπικών συχνοτήτων σε μεγάλους παμμεικτικούς πληθυσμούς». Επίσης εξόχως σημαντικοί σταθμοί στην εξέλιξη της πληθυσμιακής γενετικής υπήρξαν οι εργασίες του Βρετανού βιολόγου και στατιστικολόγου Sir Ronald Aylmer Fisher για την μαθηματική διερεύνηση της ομοιότητος μεταξύ συγγενών (1908), και του Αμερικανού βιολόγου και γενετιστή Sewall Green Wright για την επίδραση των συστημάτων συζεύξεως επί της  γονοτυπικής συνθέσεως των πληθυσμών, (1921).

Κατά την έκπτυξη του αφηγήματός μας έχει επισημανθεί ότι, ηµπορούν να διακριθούν δύο φάσεις στην ιστορία της εν γένει συναρθρώσεως της γενετικής επιστήµης με το ζήτηµα της ιστορίας των πληθυσµών [όπως καταγράφει ο  πολύς Βρετανός αρχαιολόγος και παλαιογλωσσολόγος, βαρώνος Andrew Colin Renfrew, Καθηγητής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιον του Καίμπριτζ, στο κεφάλαιο «Archaeogenetics: towards a population prehistory οf Europe», σελίδες 3-11, στο υπό την επιμέλεια της Katie Boyle, εγχειρίδιο «Archaeogenetics: DNA and the population prehistory of Europe» (της σειράς «Μονογραφίες του Ινστιτούτου Αρχαιολογικής Ερεύνης Mc Donald» Πανεπιστήμιο – Cambridge 2000)].

Αρχικώς, οι  ερευνητικές βιολογικές στρατηγικές δεν περιελάμβαναν την εξέταση του DNA. αλλά είχαν ως αντικείμενό τους την µελέτη διαφόρων βιοχημικών συστημάτων, όπως των οµάδων αίµατος, των πρωτεϊνών, των ενζύμων ή των αντισωμάτων. Οι σχετικές έρευνες έχουν ως στόχο  να καταγράψουν τους λεγοµένους «πολυμορφισμούς» σε αυτά τα βιοχημικά συστήματα, ήτοι τις οιεσδήποτε αποκλίσεις εµφανίζονται µεταξύ των διαφόρων ανθρωπίνων πληθυσµών. Κάθε διακριτή πληθυσμιακή οµάς παρουσιάζει διαφοροποιήσεις ή αποκλίσεις από κάποιαν άλλη, όσον αφορά στην συχνότητα των εναλλακτικών μορφών (αλληλοµόρφων) συγκεκριμένων γονιδίων («γονιδιακή συχνότης» – «gene frequency»). Εν συνεχεία ηµπορεί να εξετασθεί η ταυτόχρονος γεωγραφική διασπορά κάθε τέτοιας συχνότητος  και ακολούθως να πραγματοποιηθούν συγχρονικές συγκρίσεις και συσχετίσεις µεταξύ των πληθυσμιακών οµάδων.

Ως πράγματι πρωτοπόρος στις έρευνες αυτού του είδους ανεδείχθη ο σπουδαίος Ιταλός γενετιστής Luigi Luca Cavalli – Sforza (Λουίτζι Λούκα Καβάλλι-Σφόρτσα), οµότιµος Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ των ΗΠΑ, νυν ενενηντατετράχρονος. Η δημοσίευση του  Cavalli – Sforza και των συνεργατών του Menozzi και  Piazza µε τίτλο «History and geography of human genes» («Ιστορία και γεωγραφία των ανθρώπινων γονιδίων», εκδόσεις Princeton University Press, Princeton) το 1994, σηματοδοτεί οριστικώς το τέλος της πρώτης φάσεως των ερευνών. Σημειώνεται ότι, ήδη κατά την δεκαετία του 1950, ο Σφόρτσα έθεσε τις βάσεις της μελέτης των γενετικών διαφορών μεταξύ των πληθυσμών, εξετάζων τις πρωτεΐνες των διαφορετικών ομάδων αίματος. Οι διαφορές στις πρωτεΐνες αντανακλούν προφανώς  τις διαφορές στα γονίδια που κωδικοποιούν την παραγωγή αυτών των πρωτεϊνών.

Η δευτέρα  φάση συναρθρώσεως  της γενετικής επιστήµης με την ιστορία των πληθυσµών, η οποία και διαρκεί έως σήµερον, είναι κυρίως αυτή που έχει χαρακτηρισθεί «κυτταρική αρχαιολογία» (εύστοχος μεταφορικός –περιγραφικός όρος, ο οποίος εξεφάνθη το 1991 από τον Renfrew, στο κομβικό βιβλίο που συνέγραψε με τον Paul Bahn – με έξη επανεκδόσεις- «Archaeology: Theories, Methods and Practice», εκδόσεων Thames and Hudson, σελίς 459). Πρόκειται για τον κλάδο εκείνον της  γενετικής επιστήμης ο οποίος μεταφέρει την διερεύνηση της καταγωγής και της ιστορίας των πληθυσμών στο πεδίο της βαθυτέρας, της µοριακής βιολογικής δοµής του σύγχρονου ανθρώπου.

Οι εν λόγω έρευνες του DNA αποτελούν νυν ένα ιδιαιτέρως ενεργό επιστημονικό πεδίο. Νέες μελέτες εµφανίζονται συνεχώς και η κατάσταση της ερεύνης τελεί υπό διαρκή αναδιαμόρφωση – ανανέωση. Είναι σχεδόν βέβαιον ότι αρκετά από τα σημερινά πορίσµατα και τις θεωρούμενες ως σηµαντικές πτυχές της μεθοδολογίας τους, θα αναθεωρηθούν πάρα πολλές φορές, τόσον στο εγγύς όσον και στο απώτερο μέλλον. Όμως, για να διαμορφώσουμε µια στοιχειωδώς αξιόπιστο εικόνα περί της συνεισφοράς του σπουδαίου αυτού ερευνητικού κλάδου, είναι επιβεβλημένο να παραθέσουμε μιαν απλουστευτική αλλά και αποκαλυπτική συνοπτική περιγραφή της μεθοδολογίας του και των ιδιαζουσών παγίδων  που αυτή υποκρύπτει.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 178)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος  IE΄

Ευρύτερες Επιστημονικές Δυνατότητες

-Περισσότεροι Λεπταίσθητοι Κίνδυνοι Σφάλματος

Hσυνοπτική και ενημερωτική παρουσίαση της προσεγγίσεως του μεγάλου Αμερικανού ανθρωπολόγου Coon, ως συμπληρώματος της συνόλου περιηγήσεώς μας στην ανθρωπολογική, παλαιογενετική και ιστορική προσέγγιση των ανθρωπείων πληθυσμών και του Έθνους μας ειδικότερον, όπως και η οιαδήποτε απλουστευτική σύνοψη της εθνικής μας προϊστορίας αποτελούν ίχνος μόνον όλων όσων έχει να μας προσφέρει περαιτέρω η γενετική ανάλυση των αρχαιολογικών ευρημάτων. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι αυτού του τύπου η έρευνα έχει εκκινήσει περίπου προ μίας δεκαετίας.

Όταν αρχικώς κάθε ανάλυση DNA εκόστιζε εκατομμύρια, τώρα προσφέρεται και μέσω του «Διαδικτύου» έναντι ολίγων δεκάδων ευρώ (από εξειδικευμένες εταιρείες όπως επί παραδείγματι οι «23andMe-DNA Genetic Testing & Analysis», «GenoChip Genographic» και «iGENEA DNA Genealogy and ancestor research »). Λίαν συντόμως ο κάθε ανθρωπολόγος, εθνολόγος και αρχαιολόγος (είτε επαγγελματίας είτε ερασιτέχνης) θα έχει στα θυλάκιά του ένα «Universal Serial Bus stick», το οποίον ευχερέστατα θα του παρέχει σχεδόν αμέσως επαρκή στοιχεία για την ηλικία και την σύσταση του δείγματος που ανηύρε. Επομένως οι μελλοντικές αποκαλύψεις για το παρελθόν μας (ατομικό, εθνικό και υπερεθνικό – φυλετικό,) αναμένονται να πολλαπλασιαστούν …. εκθετικώς.

Είναι συνεπώς οι αρχαιολόγοι, ανθρωπολόγοι και εθνολόγοι ικανοποιημένοι από αυτήν την εξέλιξη και την διανοιγομένη ευρεία προοπτική της; Εξ όσων διαπιστώνεται από τις συζητήσεις και τοποθετήσεις στην σχετική διεθνή επιστημονική δραστηριότητα, τα εκλυόμενα συναισθήματα είναι ανάμεικτα : Πράγματι το διαγνωστικό δυναμικό που προσφέρεται καθίσταται πλέον απροσμέτρητο, αλλ’ όμως διαγράφεται συνάμα μια έντονη δυσφορία για την απροσχηματίστως εκδηλωθείσα «επέλαση των γενετιστών». Πολλοί επιστήμονες και ερευνητές, ιδίως αρχαιολόγοι, τούς θεωρούν αλαζόνες, οι οποίοι ανενδοιάστως δημοσιεύουν πορίσματά τους δίχως συμβουλεύονται τους λοιπούς γνωστικού κλάδους, οχυρούμενοι όπισθεν της αναπαραγωγίμου και μετρητής επιστημονικής ακριβείας των μεθόδων τους. Επισημαίνεται λοιπόν ότι, πολλές από τις πρόσφατες μελέτες έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με τα έως τούδε ισχύοντα αρχαιολογικά δεδομένα και πιθανώς δημιουργούν στρεβλές εντυπώσεις.

Το σύγχρονο διεθνές τοπίο, όπου τα εθνικά σύνορα αναχαράσσονται και αναταράσσονται, με γνώμονα τόσον τις φυλετικές καταβολές όσον και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις επαναφέρει αυτομάτως στην μνήμη ακραίες συνεκδοχές παραεπιστημονικών απόψεων, οι οποίες ενίοτε εχρησιμοποιήθησαν κακοβούλως, ώστε να υποστηριχθούν αναιμικά ή και ανύπαρκτα «ιστορικά δικαιώματα» ως πρόσχημα και εφαλτήριο εθνικών ή διεθνών αδικοπραξιών. Θα ιδούμε άραγε κάποιες επόμενες παλαιογενετικές αναλύσεις του αρχαίου DNA να χρηματοδοτούνται από αμφισήμους φορείς οι οποίοι στοχεύουν ακριβώς στην διαμόρφωση «ιδιαιτέρας προγονικής ιστορίας» με λογικώς παρελκόμενα «κληρονομικά δικαιώματα»;

Η απάντηση είναι περισσότερον από δυσοίωνος, καθώς υφίστανται ήδη κάποια πρώτα δείγματα αναλόγων δραστηριοτήτων στην επιστημονική παρασκιά: Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής η πάμπλουτη «Εκκλησία των Μορμόνων» (ουσιαστικώς ούσα «ιδιοκτήτρια» της Πολιτείας της Γιούτα) χρηματοδοτεί από ετών αρχαιολογικές έρευνες στοχεύουσες να … «αποδείξουν» παντί τρόπω, ότι η Βόρειος Αμερική εποικίσθηκε από… κάποιες  χαμένες φυλές του Ισραήλ. Μάλιστα αυτή η κατάσταση παραληρηματικής θρησκειοπληξίας, από του 1990 και ένθεν, κατέστη τόσον ασφυκτική για τους γηγενείς Αμερινδούς «Ινδιάνους» ώστε οι περισσότεροι από αυτούς αρνούνται πλέον να δώσουν δείγμα DNA σε ερευνητές επιστήμονες, φοβούμενοι την ενδεχομένη ψευδοεπιστημονική διαστρέβλωση της πραγματικής καταγωγής τους.

Ένα άλλο πρόσφατο παράδειγμα δυνητικής υπερβολής είναι εκείνο του βιβλίου «Κληρονομιά : Μια Γενετική Ιστορία του Εβραϊκού Λαού» («Legacy: A Genetic History of the Jewish People» – Oxford University Press, 2012), όπου ο συγγραφεύς, Καθηγητής γενετικής και παθολογοανατομίας στο Κολλέγιο Ιατρικής Άλμπερτ Αϊνστάϊν του Πανεπιστημίου Yeshiva της Νέας Υόρκης Χάρυ Όστρερ (Harry Ostrer) διατείνεται πως όλοι οι Εβραίοι του κόσμου διαθέτουν κοινή «γενετική υπογραφή». Κατ’ αυτόν, τα γενετικά δεδομένα αποδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας πως όλοι οι ανά τον κόσμον Εβραίοι είναι απόγονοι των Εβραίων της Βίβλου και επίσης ότι αυτό εξηγεί την «διανοητική τους υπεροχή». Συνεπώς, ο Καθηγητής Όστρερ ισχυρίζεται ότι η «ιουδαϊκότης» είναι βιολογική και όχι απλώς πολιτιστική.

Στις αιτιάσεις αυτές του προαναφερομένου επιστήμονος αντέδρασαν πολλοί άλλοι γενετιστές, μάλιστα δε ο επίσης εβραίος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Σέφιλντ Εράν Ελχάϊκ (Eran Elhaik) επανέλαβε λεπτομερώς γενετικές αναλύσεις στον δικό του υπολογιστή και κατέληξε στην διαπίστωση ότι  οι «Ασκεναζίμ» ή Ασκεναζίτες  Εβραίοι, κατάγονται στην συντριπτική πλειονότητά τους από την ευρεία ζώνη του Καυκάσου, ήτοι μεταξύ Ευξείνου Πόντου και Κασπίας Θαλάσσης και όχι από την Μέση Ανατολή (όπως πρωτοεδημοσιεύθη -14/12/2012 -στο άρθρο «Ο Ελλείπων Σύνδεσμος της Ιουδαϊκής Ευρωπαϊκής Καταγωγής : Αντιπαραβολή της Ρηνανικής και Χαζαρικής Υποθέσεως»  «The Missing Link of Jewish European Ancestry : Contrasting the Rhineland and the Khazarian Hypotheses», στην έγκριτο επιθεώρηση «Genome Biology and Evolution». [«Ασκενάζι», τουτέστιν οι προερχόμενοι από Ιουδαίους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που είχαν καταφύγει στην κεντρική Ευρώπη μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. για να αποφύγουν τους επακολουθήσαντες διωγμούς από τους Ρωμαίους. Κυρίως εγκατεστάθησαν στην κοιλάδα του ποταμού Ρήνου. Κατά τινες η παλαιοτέρα ιστορική αναφορά εβραϊκής κοινότητος στην Κεντρική Ευρώπη, ανάγεται στο 321 μ.Χ., στην Κολωνία. Οι Ασκεναζίτες με αξιοθαύμαστο τρόπο διετήρησαν την γλώσσα και την θρησκεία τους διαμέσου των αιώνων, ανεξαρτήτως της «Περιπλανήσεως των Λαών» και των άλλων γεγονότων του Μεσαίωνος. Για γλώσσα τους εχρησιμοποίουν μια παραλλαγή της γερμανικής με εβραϊκές λέξεις και εκφράσεις, την γιντισική, ενώ για αλφάβητο χρησιμοποιούσαν την εβραϊκή γραφή. Σημαντικές εβραϊκές κοινότητες ανεδείχθησαν στις πόλεις Σπάϊερ, Βορμς και Μάϊντς , (όρα  Gerd Mentgen: «Die Juden in den SCHUM-Gemeinden Speyer, Worms und Mainz», στο DAMALS, 12/2004, σελίδες 36-41 και  Fritz Reuter: «Warmaisa. 1000 Jahre Juden in Worms», 1987, πρώτη έκδοση Jόdischer Verlag). Το όνομα Ασκενάζ κατέληξε να αποδίδεται στους Ιουδαίους της μεσαιωνικής Γερμανίας και Γαλλίας και τους απογόνους τους (όρα David Joshua Malkiel: «Reconstructing Ashkenaz: The Human Face of Franco-German Jewry, 1000–1250», 2009, από την σειρά Stanford Studies in Jewish History and Culture ].

Το δίδαγμα από τις συνεκδοχικές περί καταγωγής και συνεχείας των λαών ερμηνείες, όπως αναδομείται με την χρήση των δεδομένων της γενετικής, είναι εξαιρετικώς απλό και ευκρινές, όπως καταδεικνύει και η προαναφερομένη αντίθεση των δύο Ιουδαίων επιστημόνων (με δεδομένη την  ιδιαιτέρα αξιοθαύμαστο και ευλαβή σπουδή την οποίαν επιδεικνύει  πάντοτε εξαιρετικώς, ο «μάλιστα παραδοσιακός» Ιουδαϊσμός σε ζητήματα καταβολών και εθνικών του παραδόσεων και στην οποίαν οφείλουμε να επανεγκύψουμε): Όσον περισσότερον η επιστήμη διευρύνεται σε έκταση και βάθος, τόσον περισσότερον εξονυχιστικώς  λεπτομερής οφείλει να είναι η συστηματική ακριβολόγος διήθηση των πορισμάτων της. Άλλως, το μέλλον επιφυλάσσει ενδεχόμενες «τερατογενέσεις», … συνηγορούντος  μάλιστα και του αρχαίου DNA των εθνών. Οι καταφατικές γενικεύσεις πορισμάτων είναι ισοβαρώς χυδαίες και ανεύθυνες, όσον εγκληματικές και άθλιες είναι οι οιεσδήποτε δαιμονολογικές αποσιωπήσεις  και αυθαίρετες αντιεπιστημονικές ερμηνείες της ιστορικής και φυσικής πραγματικότητος.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 176)

 

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος  IΔ΄

ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΑ  INCUNABULA

«Οι ζώντες κάτοικοι της Κρήτης διαφέρουν αξιοσημειώτως από τους Έλληνες της κυρίως χώρας. Είναι υψηλότεροι με μέσο ανάστημα 169 εκατοστά και μεσοκέφαλοι με μέσο κεφαλικό δείκτη 79. Σε κάποιες περιοχές, όπως στην πεδιάδα, ο μέσος όρος είναι πραγματικά στο άνω όριο της δολιχοκεφαλίας στο 77. Οι κεφαλές των μεσοκεφάλων Κρητών είναι τόσον μακρές όσον εκείνες των Βορείων ή Ατλαντομεσογείων. Ένα μέσο μήκος 193 χιλιοστών και πλάτος 149 χιλιοστών χαρακτηρίζει την ομάδα με ένα μέσο δείκτη 77.

Στις προσωπικές και ρινικές διαστάσεις οι Κρήτες ομοιάζουν με τους λοιπούς Έλληνες. Ωστόσον είναι κατά τι ξανθότεροι, μόνον 35% έχει σαφώς καστανόχρωμους οφθαλμούς, ενώ περίπου 7% έχει ανοικτόχρωμους ή κυρίως ανοικτόχρωμους οφθαλμούς. Το υπόλοιπο είναι μικτό με βαθύχρωμο μείγμα στην μεγάλη πλειοψηφία του. 25% έχουν μαύρο τρίχωμα κεφαλής, περίπου 50% βαθυκάστανο, 10% ανοικτό καστανό ή ξανθό και το υπόλοιπο μετρίως καστανό. Όπως μεταξύ των Αλβανών -και όχι όπως μεταξύ του πλείστου των Ελλήνων της κυρίως Ελλάδος- οι γενειάδες είναι πολύ πιο ανοιχτόχρωμες. 40 % έχουν ξανθούς ή ανοικτοκαστάνους μύστακες με έναν ίσο αριθμό μελαίνων ή βαθυκαστάνων. Περίπου το 1/6 έχει ανοικτοκάστανο έως πολύ καστανόλευκο χρώμα δέρματος.

Μια ειδική ομάδα οι Σφακιανοί που ζουν κοντά στην δυτική άκρη του Νοτίου μέρους της νήσου, διαφέρουν από τους υπόλοιπους Κρήτες σε έναν αριθμό χαρακτηριστικών.  Είναι πολύ υψηλοί, με ένα μέσο ανάστημα 175 εκατοστών και μέσο- έως υποβραχυκέφαλοι, με έναν μέσο κεφαλικό δείκτη 81,6. Έχουν ιδιαιτέρως μεγάλες κεφαλές με μέσο μήκος 191 χιλιοστά και πλάτος 155 χιλιοστά, τα πρόσωπά τους είναι μακρύτερα από των άλλων και εξίσου πλατιά ή πλατύτερα. Μορφολογικώς οι Διναρικοί τύποι είναι κοινοί μεταξύ τους. Ημπορούν να συγκριθούν με τους Μαυροβούνιους και ακρότατα βορείους Γκέγκηδες. Συμφώνως προς την γενική παραδοχή των αρχών περί της Κρήτης, οι Σφακιανοί είναι οι εν μέρει απόγονοι των Δωριέων που εισέβαλλαν στο νησί κατά το τέλος της Μινωϊκής περιόδου. Το ότι κάποιοι από αυτούς ομοιάζουν στον παραδοσιακό Σπαρτιατικό τύπο είναι πολύ πιθανόν. Ημπορεί κανείς να αποδώσει την προέλευσή τους από τον Βορρά, από την περιοχή στην οποία εσχηματίσθη ο μακρότερος κλάδος της Διναρικής φυλής.

Οι ζώντες Κρήτες είναι κατά το πλείστον Ατλαντομεσόγειοι και ουδεμία μεταδωρική μετανάστευση υπήρξε στο νησί η οποία θα ημπορούσε να φέρει έναν τέτοιο τύπο σε μεγάλους αριθμούς. Η μόνη λογική εξήγηση της παρουσίας του στην Κρήτη, σχηματισμένη με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, είναι ότι κάποιο από αυτό το στοιχείο υπήρχε στην Κρήτη στα μινωϊκά χρόνια, πιθανώς στο περισσότερο μέρος μεσομινωϊκά και υστερομινωϊκά. Επίσης ότι μεταναστεύσεις από την κυρίως Ελλάδα την εποχή της μινωϊκής καταρρεύσεως ημπορεί να έφεραν περισσότερους.

Το δεδομένο ότι ένα μεγαλύτερο μέρος των Κρητών είναι ξανθοί απ’ ότι αντιστοίχως οι άλλοι Έλληνες, είναι ένα θέμα που απαιτεί επαρκή δεδομένα και κάποια ανάλυση για να εξηγηθεί. Ημπορεί κάποιος να αποδώσει μεγάλο μέρος της ξανθοχρωμίας ίσως στην εισβολή που έφερε τους Σφακιανούς, ενώ ένα μέρος της πρέπει να είναι εγγενές στην Ατλαντομεσόγεια φυλή. Όμως η άφιξη των πρώιμων ελληνοφώνων ημπορεί να έφερε άλλη ξανθοχρωμία από εκείνην η οποία εγεννήθη από τους βραχυκεφάλους και η Κρήτη είναι μία νήσος – είναι αρχή της νησιωτικής ανθρωπολογίας (καλοσχηματισμένη από τις Βρετανικές νήσους) ότι όταν μια πολυάριθμη ομάδα εισβάλλει σε ένα νησί έχει καλύτερες πιθανότητες επιβίωσης απ΄ ότι σε μιαν ηπειρωτική περιοχή, όπου υπάρχει μια κοντινή ορεινή ή δασώδης ενδοχώρα, στην οποία ημπορεί να οπισθοχωρήσουν πρωιμότεροι τύποι και από την οποία ημπορούν να επανεμφανισθούν.

Ωστόσον, η σημαντική ανακάλυψη σχετικώς με την Κρήτη είναι το γεγονός ότι, ο πληθυσμός της είναι κατά το πλείστον Ατλαντομεσόγειος. Αυτή η φυλή φαίνεται να είναι σχεδόν το ίδιο σημαντική στο μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδος. Ενεφανίσθη επίσης στην Διναρική περιοχή και στην Σερβία και θα ιδούμε περισσότερα από αυτήν στα Ανατολικά Βαλκάνια.

Μια βιβλιογραφία έργων επί της φυσικής ανθρωπολογίας των συγχρόνων Ελλήνων θα περιελάμβανε τα ακόλουθα :

– Apostolides Μ., (επικοινωνία με τον Joseph Deniker) «Bulletin de la Societe d’ Anthropologie de Paris», Σειρά 3, τόμος 6, Παρίσι 1883, σ. 614-616, «Quelques  measures sur le vivants prises en Grece» («Κάποιες μετρήσεις  επί ζώντων δειγμάτων στην Ελλάδα»).

– Чучукало, Григоґрий Иваґнович / Cucukalo, J. G. (Γκρηγκόρι Ιβάνοβιτς Τσουτσούκαλο) «Anthropologie», τόμος 8, Πράγα 1930, σ. 120-136, «Recove Mariupolsti» («Έλληνες της Μαριουπόλεως»).

– Margaret Masson Hardie Hasluck και Geoffrey McKay Morant «Biometrika», τ. 21, Οξφόρδη 1929, (1-4) σ. 322-336, «Measurements of Macedonian men» (Μετρήσεις Μακεδόνων ανδρών)

– Ales Hrdlicka, «The Old Americans» («Οι παλαιοί Αμερικανοί») εκδόσεις Williams and Wilkins Company, Βαλτιμόρη 1925

– Κούμαρης Ιωάννης / Koumaris, J., Πρακτικά «XVe Congres international d’anthropologie & d’ archιologie prιhistorique. IVe  session de l’ Institut international d’ anthropologie. Portugal, 21-30 Septembre 1930, Coimbre, Porto» σ. 218 -221, Librairie E. Nourry, 1931, Παρίσι

– Neophytos, Aristote G., «L’ Anthropologie», τ. 1, Παρίσι 1890, σ. 679-711, «Le district de Kιrassunde au point de vue anthropologique et ethnographique» («Η περιοχή της Κερασούντος από ανθρωπολογική και εθνολογική σκοπιά») και τ. 2, 1891, σ. 25-35, «Le Grec du nord – est de l’ Asie Mineure au point de vue anthropologique» («Ο Έλλην της βορειοανατολικής Μικράς Ασίας από ανθρωπολογική σκοπιά»)

– Ornstein Bernhard (Γενικός Αρχίατρος του Ελληνικού Στρατού), «Zeitschrift fόr Ethnologie», τ. 9, Βερολίνο 1877, σ. 485-487 «Sacral Trichose bei Hellenen» («Τρίχωσις της ιεράς Χώρας παρά τοις Έλλησιν») και τ. 11, 1879, σ. 305-306 αναφορά του «Ueber Farbe der Augen, Haare und Haut der heutigen Bewohner Griechenlands». («Περί του χρώματος των οφθαλμών, του τριχώματος και του δέρματος των συγχρόνων κατοίκων της Ελλάδος»)

– Pittard Eugene, «Archives suisses d’ anthropologie gιnιrale», τ. 1, Γενεύη 1914, σ. 7-36 «Ethnogιnie de la Pιninsule des Balkans- Contribution a l’ ιtude anthropologique des Grecs» («Εθνογένεση των Βαλκανίων – Συνεισφορά εις την ανθρωπολογική μελέτη των Ελλήνων» και «Revue d’ Anthropologie», Παρίσι (1872-89) τ. 25, 1915, σ. 447-454 «Comparaison de quelques caracteres somatologiques chez les Turcs et les Grecs».(«Σύγκριση κάποιων σωματολογικών χαρακτηριστικών μεταξύ των Τούρκων και των Ελλήνων»)

– Schiff Fritz, «Zeitschrift fόr Ethnologie», τ. 46, 1914, σ. 8-41 «Beitrag zur Anthropologie von Kreta. Die Eparchie Pyrgiotissa» («Συνεισφορά επί της ανθρωπολογίας της Κρήτης. Η Επαρχία Πυργιώτισσας») και «Beitrage zur Anthropologie der sόdlichen Peloponnes (Die Mani)» («Συνεισφοραί επί της ανθρωπολογίας της νοτίου Πελοποννήσου. (Η Μάνη)»)

– Felix von Luschan, «Zeitschrift fόr Ethnologie», τ. 45, Βερολίνο 1913, σ. 307-393, «Beitrage zur Anthropologie von Kreta» «Συνεισφοραί επί της ανθρωπολογίας της Κρήτης»

– Stephanos, Clon, «Dictionnaire Encyclopιdique des sciences medicales», («Εγκυκλοπαιδικό λεξικό των ιατρικών επιστημών») σειρά 4η, τ. 10, Παρίσι 1884, Άρθρον Grιce-§VII Anthropologie («Ελλάς – Ανθρωπολογία»), σ. 432 – 440.

– Weisbach Augustin, «Mitteilungen der Anthropologischen Gesellschaft in Wien»,  τ. 11, Βιέννη 1882, σ. 72-97, «Die Schadelform der Griechen» («Η μορφή του κρανίου των Ελλήνων»).

– Boleslaw Rosiρski, [Πολωνός ανθρωπολόγος, γενετιστής και φυλογνώστης της λευκής φυλής (1884-1964), μαθητής του μεγάλου Jan Czekanowski και Καθηγητής ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας] στο «Kosmos – Problemy Nauk Biologicznych», («Κόσμος – Προβλήματα των βιολογικών επιστημών», περιοδικό της «Κοπερνικείου Πολωνικής Εταιρείας Φυσιογνωστών») τ. 50, 1925, σ. 584-637, «Wyspa Kreta przedhistoryczna I wspόlczsna, pod wzglκdem antropologicznym» («Η νήσος Κρήτη προϊστορική και σύγχρονη, ανθρωπολογικό δοκίμιο»)

– Hawes, Charles Henry, «Annual Report of the British School at Athens», τ. 16, Λονδίνο 1910, σ. 258-280 «Some Dorian Descendants?» («Κάποιοι απόγονοι των Δωριέων ;»). [Στο εν λόγω άρθρο ο σπουδαίος ελληνολάτρης Άγγλος ανθρωπολόγος έγραφε : «Ο πειρασμός να διερευνήσουμε την προέλευση ανθρώπων που έφεραν μαζί τους τον πόλεμο και την καταστροφή, αλλά των οποίων την απορρόφηση  ακολούθησε η μεγάλη αναγέννηση της Ελλάδος, είναι μεταδοτικός. Οι φιλόλογοι δεν εσεβάσθησαν την προειδοποίηση του (μεγάλου κλασικού ιστορικού Karl Julius) Beloch, ο οποίος πριν από είκοσι χρόνια έγραψε : «Βεβαίως  έχουν λάβει χώρα μετακινήσεις στην ελληνική χερσόνησο τα προϊστορικά χρόνια, αλλά δεν γνωρίζουμε τίποτα περί αυτών, απολύτως τίποτα, και όποιος άλλως περί αυτού ισχυρίζεται εξαπατά τον εαυτό και το κοινό του» και τώρα ο ανθρωπολόγος ενεθαρρύνθη να προσπαθήσει. Από το 1890 πολύ νερό έχει ρεύσει υπό την γέφυρα, και  ορμώ. Λαμβάνω την άδεια για να αλλάξω το ερώτημα από τον συνήθη τύπο, «Ποιοι ήσαν οι Δωριείς;» στο «Ποιοι είναι οι Δωριείς;». Η προσπάθεια γίνεται από την άποψη της φυσικής ανθρωπολογίας, με την ελπίδα ότι μπορεί να αποδειχθεί μια συμβολή. Για την ενίσχυση της αρχαιολογίας και της φιλολογίας είναι προφανώς απαραίτητη στη λύση ενός τέτοιου περίπλοκου ερωτήματος »]

Παραλλήλως  προς αυτές τις δημοσιευθείσες εργασίες εγένετο αναφορά και σε μια σειρά 113 Ελλήνων οι οποίοι εμετρήθησαν  στην Βοστώνη το 1932 από τους Δόκτορες (και μετέπειτα Καθηγητές ανθρωπολογίας) Burleigh Bradford Gardner, Solon Toothaker Kimball,  Mischa Titiev  και τον (ανθρωπομέτρη – μαθηματικό) E. Muller, ως μέρος ενός πτυχιακού μαθήματος, υπό την διεύθυνση του συγγραφέως.»

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 175)

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος  IΓ΄

ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΑ  INCUNABULA

Για μια λεπτομερεστέρα μελέτη των Ελλήνων ημπορούμε να εξετάσουμε τις σειρές που εμετρήθησαν στην Βοστόνη, οι οποίες, αν και δίχως αμφιβολία υπέκειντο σε επιλεκτικές δυνάμεις, δεν δείχνουν να διαφέρουν τόσον πολύ από τα ιθαγενή ελληνικά δείγματα για τους σκοπούς  μας. Οι άνδρες που εμετρήθησαν προήρχοντο από όλα τα μέρη της Ελλάδος και από την Μικρασία. Το μέσον ανάστημά τους, 168 εκατοστά, είναι μετρίως υψηλό. Οι σωματικές τους αναλογίες είναι κατά το μέγιστο μέρος τους ενδιάμεσες, οι ώμοι είναι φαρδείς, το μήκος του κορμού μέτριον, όπως εμφαίνεται από το σχετικό καθιστικό ανάστημα 52,9. Το σχετικό εύρος είναι 104.

Οι κεφαλές τους, με ένα μέσο κεφαλικό δείκτη 82, είναι μακρές για βραχυκέφαλους (189 χιλιοστά) και μετρίου πλάτους (154 χιλιοστά). Το ύψος της κεφαλής των 127 χιλιοστών, είναι μετρίως υψηλό. Το ινίον προπίπτει, αλλά ολίγον, στην πλειονότητα της ομάδος. 40% έχουν λαμδοειδή επιπέδωση ενώ κάποιος βαθμός ινιακής επιπεδώσεως εμφανίζεται σε ποσοστόν περισσότερον του 50%. Ωστόσον αυτή είναι έντονη μόνον περίπου στο 20%. Τα προσωπικά πλάτη είναι : ελάχιστο μετωπικό 107 χιλιοστά, διαζυγωματικό 142 χιλιοστά και διαγωνιαίο (μεταξύ των δύο «γωνίων» της γνάθου) 111 χιλιοστά. Το μεγάλο εύρος της άνω γνάθου, συγκρινόμενο με εκείνο του μετώπου, είναι μια ελληνική ιδιαιτερότης και ευρίσκεται σε ισχυρά αντίθεση με την ανεστραμμένου τριγώνου μορφή προσώπου των Αλβανών Διναρίων. Το ύψος προσώπου είναι 104,4 χιλιοστά, το ύψος του άνω προσώπου 75,6 χιλιοστά. Ο προσωπικός δείκτης 87 είναι μεσοπροσωπικός, ο άνω προσωπικός δείκτης 53 είναι ολίγον υψηλότερος σε σύγκριση με τον προηγούμενο. Οι ρίνες είναι τόσον μακρές (58,8 χιλιοστά) όσον και μετρίως ευρείες (37 χιλιοστά). Ο ρινικός δείκτης 63,2 είναι λεπτόρρινος.

Οι ανωτέρω δεδομένες διαστάσεις, είναι στο μεγαλύτερον μέρος τους αρκούντως ποικίλες. Περιλαμβάνεται ένας αριθμός διακριτών τύπων, αλλά τα μετρικά χαρακτηριστικά της ομάδος ως συνόλου δεικνύουν μιαν ανάμειξη Διναρίων και Αλπίνων με Ατλαντομεσογείους, η οποία πιστοποιείται από τα επισκοπικά δεδομένα που ακολουθούν.

Το τρίχωμα της κεφαλής είναι ευθύ σε ολίγο περισσότερον του ημίσεως της ομάδος και κυματιστό στο πλείστον του υπολοίπου, όμως το γυρό (σγουρό) τρίχωμα δεν είναι ασύνηθες. Συνήθως είναι λεπτό έως μέτριο σε υφή. Τουλάχιστο στο ήμισυ των ενηλίκων αρρένων Ελλήνων το τρίχωμα είναι λεπτό στην κεφαλή και περίπου ένας στους πέντε κάθε ενηλίκου ομάδος είναι φαλακρός. Στη γηραιά ηλικία η φαλακρότης επιδρά στην πλειονότητα. Η ανάπτυξη της γενειάδος κατά κανόνα είναι πυκνοτέρα απ’ ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές ομάδες και το σωματικό τρίχωμα είναι συνήθως άφθονο.

Οι οφρύες είναι συχνά πυκνές και συρρέουν στο 75% της ομάδος. Τα υπερόφρυα συνήθως έχουν μετρία ανάπτυξη. Τα μέτωπα, στις περισσότερες των περιπτώσεων, δίνουν μιαν εμφάνιση μεγάλου πλάτους και σπανίως είναι επικλινή περισσότερον από ελάχιστα. Τα ρινικά χαρακτηριστικά των Ελλήνων είναι ποικίλα αλλά υπάρχουν διακριτά στοιχεία τα οποία περιρρέουν την συνολική ομάδα. Κατά κανόνα η ρίζα είναι μετρίως υψηλή και μέτρια έως πλατιά. Οι λεπτές ρίζες, συνήθεις μεταξύ των περισσοτέρων  βορειοευρωπαίων  και Διναρίων, είναι σπάνιες.  Η γέφυρα της ρινός είναι μετρίου έως μεγάλου ύψους, σχεδόν ουδέποτε χαμηλή. Το εύρος κατά κανόνα είναι μέτριο έως πλατύ. Η ρινική κατατομή είναι ευθεία στο 45% της ομάδος, καμπύλη στο 30% και κυρτή σχεδόν στο 10%, ενώ στο υπόλοιπο είναι κυματιστή ή καμπυλοκυρτή. Η κορυφή κατά κανόνα είναι παχεία και ανυψωμένη περισσότερον απ’ ότι εμπιεσμένη. Τα ρινικά πτερύγια κατά κανόνα είναι συχνότερον προέχοντα παρά συμπιεσμένα. Στο σύνολον ολίγες ελληνικές ρίνες ημπορούν να πιστοποιηθούν ως Διναρικές, με την αυστηρά έννοια του όρου, περισσότερον είναι τυπικά αλπικές, ενώ μία ευρείας κατατομής, συστατικώς ευρεία μορφή, είναι η συνηθεστέρα.

Δεν υπάρχει τίποτα αξιοσημείωτο σχετικώς με τα χείλη και την στοματική χώρα την Ελλήνων. Τόσον μεμβρανώδη όσον και σαρκώδη πάχη χειλέων είναι των συνήθων ευρωπαϊκών διαστάσεων και η αναστροφή είναι κατά κανόνα ελαφρά έως μετρία. Ωστόσον η χειλική αύλαξ είναι συνήθως ορατή και κάποιες φορές προεχόντως υπεγερμένη. Ένας ελαφρός βαθμός προσωπικού προγναθισμού ευρίσκεται σχεδόν στο ήμισυ της ομάδος, προγναθισμός των κυνικών βοθρίων είναι σπάνιος. Τα τυπικά ελληνικά χαρακτηριστικά είναι πλήρεις καμπύλοι θόλοι, πλήρεις παρειές, πλαγίως προέχουσα παρειακή χώρα και ισχυρώς κεκλιμένες γναθιαίες γωνίες. Σε αυτά τα προσωπικά χαρακτηριστικά, αρκούντως περισσότερον του ημίσεως, επιδεικνύει μιαν ακραία ανάπτυξη για Ευρωπαίους. Εντός της ελληνικής ομάδος οι παχείες γενειάδες, τα βαρέα υπερόφρυα και οι συρρέουσες οφρύες, τείνουν να συσχετιστούν με έναν Αλπικό τύπο. Υπάρχει επίσης μία διασύνδεση μεταξύ του υψηλού αναστήματος στην τάξη των 170 εκατοστών, κεφαλικών δεικτών περί το 80, ευθειών ρινών, βαθυκαστάνου τριχώματος και βαθυχρώμων καστανών οφθαλμών. Η τελευταία ομάς συσχετίσεων δηλώνει σαφώς την παρουσία ενός ισχυρού Ατλαντομεσογείου στοιχείου. Υπάρχουν επίσης ισχυρές συνδέσεις μεταξύ μαύρου τριχώματος, ινιακής διαπλατύνσεως και στενών προσωπικών χαρακτηριστικών τα οποία σημαίνουν Διναρικό ή Αρμενοειδή τύπο. Το ότι το μικρό ποσοστό ξανθοχρωμίας μεταξύ των Ελλήνων είναι κατά το πλείστον Βορείου προελεύσεως αναδεικνύεται από την διασύνδεσή του με εξωτερικές οφθαλμικές πτυχές, σχετική λεπτότητα του γενείου και απουσία συρροής των οφρύων.

Εν ολίγοις, οι Έλληνες είναι ένα μείγμα φυλετικών τύπων από τους οποίους δύο είναι οι πλέον σημαντικοί : ο Ατλαντομεσόγειος και ο Αλπικός. Εδώ είναι παρούσα η Διναρικότης, αλλά όχι ολότελα κυρίαρχος. Αληθείς Αλπίνοι είναι συνηθέστεροι, παρά πλήρεις Δινάριοι. Το Βόρειο στοιχείο είναι ασθενές, όπως πιθανόν ήταν από τις ημέρες του Ομήρου. Ο φυλετικός τύπος στον οποίο ανήκει ο Σωκράτης είναι σήμερον ο πλέον σημαντικός, ενώ ο Ατλαντομεσόγειος, εμφανής στην Ελλάδα από την εποχή του χαλκού, είναι ακόμη ένας μείζων παράγων. Είναι η προσωπική μου ανταπόκριση προς τους ζώντες Έλληνες ότι, είναι αξιοσημείωτη η συνέχεια με τους προγόνους τους του αρχαίου κόσμου, περισσότερον απ’ ότι το αντίθετο. (Συνεχίζεται)

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 174)

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑