Αναζήτηση

Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ

Εβδομαδιαία εθνική εφημερίδα

Ετικέτα

1821

Κωπηλάτες… άνευ πηδαλιούχου

Χωρίς τίτλο.jpg

Πόσες φορές στην ζωή μας έχουμε ακούσει να λέγεται, ότι οι Έλληνες, όταν ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό διαπρέπουν, ενώ στον τόπο τους οι ίδιοι άνθρωποι δεν μπορούν να επιτύχουν ούτε κατ’ ελάχιστο τα ίδια αποτελέσματα;

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Ποια είναι η θεμελιώδης διαφορά που τροποποιεί τόσο καταλυτικά την απόδοση και την αποτελεσματικότητα των ίδιων ανθρώπων, εδώ και εκεί;

Από έγκυρες επιστημονικές έρευνες που έχουν γίνει αναφορικά με τις συνθήκες που επηρεάζουν την απόδοση των εργαζομένων, έχει προκύψει ένα πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα, το οποίο σχηματικά λέει το εξής:

Αν δεχτούμε ότι οι εργαζόμενοι μιας επιχείρησης παράγουν ο καθένας ατομικά, έργο που ισούται με πέντε μονάδες (μιας κάποιας μονάδας μέτρησης), το έργο που μπορούν να παράγουν δέκα εργαζόμενοι μαζί, μπορεί να κυμανθεί από διακόσια το μέγιστο, μέχρι μηδέν το ελάχιστο.

Διακόσια μπορεί να γίνει το παραγόμενο έργο αν οι δυνατότητες των εργαζομένων συνδυασμένες κατάλληλα λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστής ισχύος, παράγοντας ένα αποτέλεσμα πολλαπλάσιο του αθροίσματος των ατομικών τους επιδόσεων, επιβεβαιώνοντας το γνωστό ρητό: «η ισχύς εν τη ενώσει». Και μηδέν μπορεί να γίνει, αν το έργο του ενός αναιρείται από το έργο του άλλου.

Σαν να βρίσκονται δηλαδή δέκα κωπηλάτες πάνω σε μια βάρκα, και οι πέντε να κωπηλατούν προς την μια κατεύθυνση, ενώ οι άλλοι πέντε να κωπηλατούν προς την ακριβώς αντίθετη. Η βάρκα θα μένει στάσιμη, παρόλο που όλοι καταβάλουν την μέγιστη προσπάθεια για να την μετακινήσουν.

Με ψευτοδιλήμματα και ιδεοληψίες, που χρόνια τώρα καλλιεργούν έντεχνα στην χώρα μας οι ξένοι δυνάστες και οι ντόπιοι συνεργάτες τους, οι Έλληνες, έχοντας χάσει  την αίσθηση τους εθνικού τους προσανατολισμού, κωπηλατούν ανερμάτιστα και χωρίς πυξίδα σε αλληλοαναιρούμενες κατευθύνσεις. Αυτός είναι ο λόγος που οι ίδιοι άνθρωποι στην Ελλάδα αποτυγχάνουν, και στο εξωτερικό διαπρέπουν.

Το σταθερό περιβάλλον που συναντούν όταν πηγαίνουν στο εξωτερικό, παρότι δεν συνάδει με τα ελληνικά πρότυπα, είναι αρκετό για να αναδείξουν την ποιότητα και την υπεροχή τους. Φτάνει που κάποιος δεν αναιρεί και δεν αντιμάχεται την προσπάθειά τους, κάτι που δεν μπορούν να έχουν στην Ελλάδα, και αυτό φυσικά δεν είναι τυχαίο.

Είναι πράγματι πολύ δύσκολο να ομονοήσουν σήμερα οι Έλληνες και να κωπηλατήσουν όλοι μαζί προς μια κατεύθυνση, γιατί σε μεγάλο βαθμό έχουν «μολυνθεί» από δυο κοινής προέλευσης, «θανατηφόρους» για την εθνική ομοψυχία «ιούς»: τον «ιό» της αριστερής σκέψης και τον «ιό» του καταναλωτισμού.

Ο Έλληνας αισθάνεται (και όχι άδικα), ότι το κράτος είναι απολύτως ανέντιμο απέναντί του, για αυτό όταν του δίνεται η ευκαιρία το κλέβει χωρίς να νοιώθει τύψεις. Η κρατική όμως αυτή αναλγησία και ανεντιμότητα, που ενεργοποιεί τα αρνητικά αντανακλαστικά των πολιτών στην βάση της αρχής: δράση – αντίδραση, δεν είναι τυχαία. Οφείλεται ξεκάθαρα στο γεγονός ότι το κράτος όχι μόνον δεν υπηρετεί το έθνος, αλλά προσπαθεί να το αφανίσει. Είναι πολύ απλά ανθελληνικό.

Και είναι ανθελληνικό, γιατί στην πολιτική ζωή της χώρας, με την βοήθεια πολλών κατάπτυστων ΜΜΕ, έχει επιβληθεί με δήθεν δημοκρατικές διαδικασίες, ένα πολιτικό σύστημα απαρτιζόμενο στο σύνολό του (πλην της Χρυσής Αυγής), από κόμματα της αριστεράς και του νεοφιλελευθερισμού, που δυναμιτίζουν την ενότητα του ελληνικού λαού στην από κοινού διεκδίκηση των εθνικών συμφερόντων, εγκλωβίζοντάς τον σε ψευτοδιλήμματα.

Μπορεί κανείς να φυλακιστεί σ’ ένα δωμάτιο με ξεκλείδωτη πόρτα, αν τυχόν η πόρτα ανοίγει προς τα μέσα και δεν του περάσει απ’ το μυαλό να τραβήξει αντί να σπρώξει. Αυτό ακριβώς έχει συμβεί στην Ελλάδα και για να ξεμπλοκάρει η κατάσταση πρέπει να προχωρήσουμε στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που μας υποδεικνύουν οι βιαστές της πατρίδας.

Κάποτε λοιπόν οι Έλληνες μπορεί να διαφωνούσαν μεταξύ τους και μάλιστα με έντονο, ακόμη και συγκρουσιακό τρόπο, για το ποιος είναι ο καλύτερος δρόμος για να φθάσουν στον στόχο, αλλά όλοι τουλάχιστον συμφωνούσαν στο ποιος είναι ο στόχος. Ο οποίος ασφαλώς δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από αυτόν που υπαγορεύει το εθνικό συμφέρον.

Από την στιγμή που εμφανίζονται στο προσκήνιο της Ιστορίας ο μαρξισμός και ο καπιταλισμός, η συνεννόηση μεταξύ των Ελλήνων καθίσταται αδύνατη. Δεν υπάρχει πλέον κοινή γλώσσα επικοινωνίας. Για τους ανθρώπους αυτούς (αριστερούς και νεοφιλελεύθερους) η εναντίωση στο εθνικό συμφέρον θεωρείται πράξη ανθρωπιστικής μεγαλοσύνης που συμβάλλει στο όραμα της …παγκόσμιας ειρήνης και στην …εξάλειψη της φτώχειας.

Πραγματική παράνοια, δηλαδή, όταν εκ του αποτελέσματος γνωρίζουμε, ότι όσο οι δυνάμεις αυτές κερδίζουν έδαφος στον κόσμο, τόσο οι πόλεμοι εντείνονται και η φτώχεια και η εξαθλίωση παίρνουν εφιαλτικές διαστάσεις.

Άλλοτε λοιπόν «αντίπαλοι» και άλλοτε συνεταίροι, αριστεροί και νεοφιλελεύθεροι δυναμιτίζουν με συστηματικό τρόπο κάθε προσπάθεια εθνικής στόχευσης που θα μπορούσε να συσπειρώσει όλους τους Έλληνες σε μια εθνική πορεία πραγματικής διεξόδου από τα δεσμά της δουλείας. Και για τις «υπηρεσίες» που προσφέρουν στα οικονομικά «διευθυντήρια», τους επιτρέπεται να συμμετέχουν στο ξεκοκάλισμα του εθνικού πλούτου της Ελλάδος, παρέα με τους ξένους προστάτες τους, εν ονόματι της παγκόσμιας ειρήνης που υποτίθεται θα επικρατήσει, όταν εξαλειφθεί ο «επάρατος» Εθνικισμός.

Η περίοδος της μεταπολίτευσης με την κατασπατάληση-διασπάθιση ενός πακτωλού χρημάτων, είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική για το προφίλ των δυο χώρων. Με τους νεοφιλελεύθερους στην κυβέρνηση, και την αριστερά να εξουσιάζει την συνδικαλιστική φενάκη, το έγκλημα που συντελέστηκε είναι ασύλληπτο.

Κανένα έργο υποδομής, παρά μόνο παροχές για εξαγορά ψήφων, συντήρηση και διεύρυνση του «πελατειακού» κράτους, διαπλοκή κομματανθρώπων με φαύλους εργολήπτες, διεφθαρμένοι προμηθευτές του δημοσίου και εθισμός της ελληνικής κοινωνίας στον βουλιμικό καταναλωτισμό με κλοπιμαίο πλούτο. Αυτή είναι η «συνταγή» του δόλιου υπερδανεισμού που είναι αδύνατον πλέον να αποπληρωθεί.

Έτσι, αφού έριξαν την χώρα σκόπιμα στα βράχια της οικονομικής υποδούλωσης, άρχισαν να πριονίζουν κάθε πυλώνα που στηρίζει την ελληνική κοινωνία και το κράτος ως εθνική οντότητα.

Εθνική ασφάλεια, εθνική παιδεία, εθνικό σύστημα υγείας, δημογραφικό, μεταναστευτικό, εθνική οικονομία και τόσα άλλα, πήραν μια πορεία, στο τέλος της οποίας υπάρχει η πλήρης διάλυση του έθνους-κράτους, μέσω της σταδιακής συρρίκνωσης μέχρις εξαλείψεως του γηγενούς πληθυσμού, και την τελική ολοκληρωτική αντικατάστασή του από άλλες εθνότητες.

Κωπηλάτες χωρίς πηδαλιούχο, λοιπόν, οι Έλληνες, σε μια βάρκα που ταξιδεύει χωρίς εθνικό προορισμό, όπου ο καθένας κωπηλατεί κατά το δοκούν.

Ας μην αυταπατώνται όμως τα βοσκηματώδη έκγονα του ιστορικού υλισμού. Δεν νίκησαν, ούτε θα νικήσουν. Στην Επανάσταση του ’21, που δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκε γιατί οι ήρωές της θέλησαν να σεβαστούν ακόμη και τους προδότες, επιδιώκοντας μια πανεθνική ενότητα που όμως δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί, έφτασε μια δράκα «ξεβράκωτων» και ένας μεγάλος ηγέτης για να αλλάξουν τον ρου της Ιστορίας.

Οι Έλληνες Εθνικιστές είμαστε έτοιμοι να δράξουμε την σκυτάλη της Ιστορίας και να ολοκληρώσουμε αυτό που οι ένδοξοι πρόγονοί μας ξεκίνησαν.

Και μάλιστα αυτή την φορά χωρίς αφελή λάθη και παραλείψεις!

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ

(Φ. 203)

 

Advertisements

ΕΓΕΡΘΗΤΙ: Ποιος είσαι εσύ που παίζεις με μας;

Ποιος είσαι εσύ που παίζεις με μας;

«Ποιος είσαι εσύ που παίζεις με ημάς εις την γην της γεννήσεως μας;» αντιγύρισε καταπρόσωπο ο Γεώργιος Τερτσέτης στον Εδουάρδο Μάσον, τον «εμπαθή εκείνο πολέμιο της ρωσικής μερίδος και του Κολοκοτρώνη», εισαγγελέα στην δίκη του Γέρου του Μωρηά. Και συνέχισε παραθέτοντας ως υπεράσπισή του τον νόμο, αλλά και κάτι ακόμη «Ο Εθνισμός μας!… Ο Εθνισμός μας, ω Επίτροπε, είναι θεμελιωμένος εις τα αίματα οκτακοσίων χιλιάδων Ελλήνων φονευθέντων εις τον αγώνα. Και δεν ήταν θέλημα Θεού ημείς, εις την 26 Μαΐου, να φθάσομεν εις τόσην αναισθησίαν, ώστε να εξαλείψει την λατρείαν του εθνισμού από τα σπλάχνα μας η επωμίδα του Υπουργού».

Να είχαμε σήμερα Τερτσέτηδες δικαστές, να πετάξουν στα πρόσωπα των δολοφόνων του λαού μας, τον Εθνισμό μας! Mα ούτε στρατιωτικός, να πολεμά 49 χρόνια τον τούρκο, όπως ο Κολοκοτρώνης, ούτε δικαστής να αμφισβητεί με το θάρρος της επιστημοσύνης και της Ελληνικότητάς του, τα γαλόνια του υπουργού. Αλαζόνες και μοιραίοι οι υπάλληλοι των τοκογλύφων οδηγούν το κοπάδι των προσκυνημένων στον χαμό του.

Μόνο μια δράκα βουλευτών και μισό εκατομμύριο ψηφοφόρων τολμούν, αντιστέκονται, επιμένουν, υβριζόμενοι, διωκόμενοι, φυλακιζόμενοι και φιμωμένοι από την νοητική Χούντα της Μεταπολίτευσης, την μονοκρατορία του κόμματος των πολιτικών κομμάτων και την μαφία των καναλαρχών. Μια δράκα πιστοί στο δικαίωμα της Ελλάδας να ζήσει, απέναντι στους εθελόδουλους, τους παραδομένους και τους μοιρολάτρες. Αυτοί οι αριθμητικά λίγοι είναι οι Έλληνες που αμφισβητούν την δικαιοδοσία του ξένου στην γη τους. Και μην μηρυκάσει κάποιος τις υποκρισίες των πολιτικάντηδων πως κανείς, δήθεν, δεν είναι περισσότερο πατριώτης από τον άλλο.

Γιατί αυτός που ενώ εμφανιζόταν Πατριώτης και πρόμαχος του Έθνους, αλλά βάζει την υπογραφή του και πουλάει Πατρίδα, είναι προδότης. Και για να τελειώνουμε και με την «καλή» Αριστερά, οι Συριζαίοι καπιταλομαρξιστές είναι αριστεροί. Δεν είναι «δήθεν αριστεροί». Και αυτός που ήταν πάντοτε προδότης, προδότης παραμένει. Όταν ακούω να χάνουν τον χρόνο τους συνέλληνες, για να καταριούνται τον Σόρος, τον Κίσινγκερ, τον έναν και τον άλλο ληστή τοκογλύφο, που μέρα νύχτα καταπιάνεται για το πώς θα εξοντώσει τους Έλληνες, αναρωτιέμαι γιατί δεν κάνει κάτι ωφέλιμο. Να καλλιεργήσει μια τοματιά, ας πούμε, σε μια γλάστρα, να δώσει ένα σκούπισμα στο πεζοδρόμιο, να προσφέρει μια προσευχή στον Θεό. Να πάει να ακούσει και ομιλίες, και να δει πώς μπορεί να βοηθήσει και πολιτικά. Να αλλάξει κάτι, αυτό είχαν στον νου τους οι αρματωμένοι με τις τσουγκράνες του Διονυσίου Φιλοσόφου, γι’ αυτό αγωνίστηκαν οι Έλληνες πέρα από κάθε λογική, στα 400 χρόνια της βάρβαρης σκλαβιάς, μέχρι να αρματώσει η Μπουμπουλίνα κι ο Κολοκοτρώνης τον στρατό και το ναυτικό μας.

Έγραψε ο Βίκτωρ Ουγκώ το 1828, ένα ποίημα για την καταστροφή της Χίου από τους τούρκους, στις 30 Μαρτίου 1822. Περιγράφει (σε μετάφραση εδώ Κωστή Παλαμά) ένα Ελληνόπουλο να κάθεται ξυπόλυτο, «το κεφαλάκι στήριγμα και σκέπη του απομένει μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη». «Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες για να μην κλαις λυπητερά, τ’ ήθελες τάχα να ‘χες για να τα ιδώ τα θαλασσά ματάκια σου ν’ αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι με τα μαλλάκια τα χρυσά; Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω; Διαβάτη, μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζιο μάτι: Βόλια, μπαρούτι θέλω. Να!».

Να είχαμε σήμερα Ελληνόπουλα να παίζουν στρατιωτάκια αντί για κινητά τηλέφωνα και ηλεκτρονικά παιχνίδια! Να δούλευε το μυαλό και να φτερούγιζε το φρόνημά τους, αντί να ασφυκτιούν από το ρεύμα που περισφίγγει τα σπίτια τους! Πόσο καλά γνωρίζετε σεις οι δυνάστες πώς να κυβερνάτε με τον φόβο και την απειλή! Πόσο δίκιο έχετε που συστηματικά αποκόβετε το Έθνος από ό,τι το γέννησε, το ανέθρεψε, από ό,τι μας έκανε Έλληνες!

Ποιοι είστε εσείς που παίζετε με μας, Γερούν, Αγγέλα, Βόλφγκανγκ, σοροί εκβιαστών, βάρβαρα στίφη που ξεπεζέψατε απάνω στα στρωμένα αναισθησία, δειλία και ωχαδελφισμό, σαλόνια των μπουκωμένων νεοελλήνων, και ποιοι είμαστε εμείς; Είμαστε μια χούφτα ευλογημένο με βασιλικό και προσευχή, προζύμι, απάνω σε μια γη «άφθαρτων αερικών και ειδώλων». Κι αν σήμερα απομείναμε ως Έθνος χωρίς ποιήματα, χωρίς προσευχές, σπαράγματα κυνηγημένα από τους καιρούς, χωρίς ένα σπαθί να σπρώξουμε στο χώμα, και μια πένα να πιαστούμε από τον ουρανό, εμείς οι λίγοι θα είμαστε πάντα αρκετοί. Θα το διαβούμε το φαράγγι των θλίψεων.

Πόσα «ευχαριστώ» θα χρειαστεί να πούμε στους άνδρες και τις γυναίκες που στάθηκαν αληθινοί και ακλόνητοι στην φλόγα που έκαιγε στις καρδιές τους, και στο αίμα που έρεε στις φλέβες τους; Πού θα τους πλύνουμε τα κόκαλά τους τα ιερά, με τα δάκρυα της συγγνώμης ενός Έθνους που Εκείνοι του χάρισαν την Ελευθερία του, με επαναστάσεις 400 χρόνων, κι εκείνο κατάφερε σε 40 χρόνια χορτάτης κοιλιάς να την ξεπουλήσει, και να σκλαβωθεί εθελουσίως; Θα διαβούμε. Θα πεθάνουμε και θα γεννηθούμε.

«Σκλάβες τουρκών μη ζήσουμε, παιδιά μου, μαζί μου ελάτε!» είπε η Δέσπω του Μπότση σε νύφες και αγγόνια στον πύργο που αγνάντευε την θάλασσα. Στα κάστρα του Ελληνισμού, στο Σούλι, την Μάνη, την Τριπολιτσά, την Κρήτη και την Ρούμελη, εκεί στήσαμε τα πόδια οι Έλληνες. Εκεί, αγναντεύοντας την θάλασσα, γεννήθηκε και γέννησε, γιγαντώθηκε και γιγάντωσε, πέθανε και αναστήθηκε ο εθνισμός μας.

Κι εκεί θα αναστηθούμε, και θα αναστήσουμε την Πατρίδα μας. Ξέρεις ποιοι είμαστε εμείς; Ζήτω το Έθνος των Ελλήνων!

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΠΑ

(Φ. 193)

Μιχαήλ Γράμσης ο Χιμαραίος αγωνιστής του έπους του 1821

Χωρίς τίτλο.jpg

Γεννήθηκε τo 1787 στην Νεάπολη της Ιταλίας, από πατέρα Έλληνα με καταγωγή από την Χιμάρα, όπως αναφέρει ο ίδιος. Υπηρέτησε στον Βασιλέα της Νεαπόλεως, ως Λοχαγός Πυροβολικού και Πρώτος Υπασπιστής της Βασιλικής Φρουράς, από τον οποίο και έλαβε τρία παράσημα.

«Άμα δε ήχησεν η Σάλπιγξ του πολέμου της πατρίδος, ως Έλλην κατά χρέος έτρεξα» αναφέρει ο ίδιος. Ηρθε λοιπόν, στην Ελλάδα, στην Καλαμάτα, την 1η Απριλίου 1821, φέρνοντας μαζί του, με δικά του έξοδα και εννέα Ευρωπαίους πυροβολητές.

Τον Ιούνιο του 1821 διορίζεται από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη ως Ταγματάρχης  στο νεοσυσταθέν Τακτικό Σώμα υπό τον Κορσικανό Ιωσήφ Βαλέστρα.

Πήρε μέρος στην πολιορκία του Ναβαρίνου (15 Μαΐου-16 Ιουνίου 1821). Στις 5 Νοεμβρίου 1821 έλαβε μέρος στην ανεπιτυχή επίθεση για την κατάληψη του Παλαμηδίου στο Ναύπλιο, όπου τραυματίσθηκε στις 4 Δεκεμβρίου.

Την 1η Απριλίου 1822 επανιδρύεται το «Τακτικό» στο οποίο και κατατάσσεται. Στις 10 Απριλίου πήγε με εντολή του Υπουργείου Πολέμου σε νησιά του Αιγαίου και στρατολόγησε 282 άνδρες.

Παίρνει μέρος στην Μάχη του Πέτα (4/7/1822) ως Διοικητής του Α΄ Τάγματος στο Σύνταγμα Πεζικού υπό τον Ιταλό Πιέτρο Ταρέλλα.

Μετά την ήττα στο Πέτα, πηγαίνει στο Άργος και προσπαθεί να ξεσηκώσει το στράτευμα ώστε να αντιμετωπίσει τον Δράμαλη. «Τι καθήμεθα; Ιδού καιρός να φανούμεν να έβγωμεν να φωνάξομεν, όσοι πιστοί, να προφθάσωμεν τα Δερβένια», φώναζε στους δρόμους της πόλης. Έλαβε μέρος στις μάχες που δόθηκαν τον Ιούλιο του 1822 κατά της στρατιάς του Δράμαλη στο Άργος, στα Δερβενάκια και στην Κόρινθο.

Μετά την διάλυση του Τακτικού συνεχίζει να μάχεται με τους ατάκτους. Παίρνει μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου επικεφαλής 100 ανδρών. Στις 22 Αυγούστου 1822 εισέρχεται με 37 άνδρες στο Μπούρτζι αφήνοντας τους υπολοίπους με έναν υποκαπετάνιο. Στις 17 Σεπτεμβρίου παρέμειναν 30, κατόπιν διαταγής της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Στις 16 Νοεμβρίου εξέρχεται με 15 άνδρες από το Μπούρτζι και μαζί με τους υπολοίπους, 84 συνολικά, τίθεται υπό των διαταγών του Νικηταρά.

Μετά από εισήγηση της Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος όπου τονίζεται ότι «δεν έπαυσεν αγωνιζόμενος και διακινδυνεύων εις τον κατά του τυράννου πόλεμον, και δις πληγωμένος εμμένει εις τον αυτόν ζήλον», προβιβάζεται στις 15 Νοεμβρίου 1822 στον βαθμό του Χιλιάρχου, «ίνα δουλεύη εις το εξής την πατρίδα, εκτός του Τακτικού».

Η Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους (10-30/4/1823) τον επιβραβεύει με τον βαθμό του Συνταγματάρχη.

Στις 25 Φεβρουαρίου 1824 το Βουλευτικό Σώμα του δίδει επίσημο ευχαριστήριο για τις πιστές εκδουλεύσεις προς την πατρίδα. Αναφέρει δε «ότι τω όντι εδούλευσας την πατρίδα ως καλός πατριώτης, χρήμασι τε και σώματι, σοι ευγνωμωνεί ως εκ της πατρίδος, υπέρ ων απάντων προς αυτήν έδειξας σημειώσαν το όνομά σου εις τα Πρακτικά του Έθνους εν εκείνοις των καλών πατριωτών».

Στις 3 Μαΐου 1824 διορίσθηκε προσωρινός φρούραρχος του Νεοκάστρου. Επικεφαλής 70 ανδρών πηγαίνει με τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, στους Μύλους Αργολίδος και παίρνει μέρος, στην κρίσιμη μάχη εναντίον του Ιμπραήμ (13/7/1825).

Κατά την ανάληψη της ηγεσίας του Τακτικού από τον Φαβιέρο (30/7/1825) ορίζεται ως Συνταγματάρχης να συστήσει 2ο Σύνταγμα. Πολλοί Αξιωματικοί όμως δυσαρεστήθηκαν, αναγκάζοντάς τον να αποχωρήσει.

Ακολουθεί τον Γεώργιο Καραϊσκάκη. Παίρνει μέρος στις μάχες περί την Ακρόπολη των Αθηνών, και μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη, τάσσεται με δικό του Σώμα υπό τον Ρίτσαρντ Τσωρτς, μέχρι της διαλύσεως του στρατοπέδου στον Πειραιά (τέλη Απριλίου 1827).

Τον Δεκέμβριο του 1825 πήρε μέρος στην ανεπιτυχή δεύτερη πολιορκία της Τριπολιτσάς. Στις 4 Φεβρουαρίου 1826 ονομάσθηκε «Αρχηγός της Πυροβολικής» στο στρατόπεδο της Αττικής.

Στις 12 Μαΐου 1828 αιτείται ανεπιτυχώς να επανεισαχθή στο Τακτικό Σώμα και συνεχίζει να μάχεται με τους ατάκτους.

Το 1833 δεν αναγνωρίσθηκε ο βαθμός του από την Εξεταστική Επιτροπή των αξιώσεων των Αξιωματικών του Τακτικού Σώματος, διότι δεν είχε υπηρετήσει στο Τακτικό κατά την διάρκεια της διακυβερνήσεως του Ιωάννη Καποδίστρια, και το θέμα παρεπέμφθη στην Επιτροπή των Ατάκτων.

Το 1834 η επί των Στρατιωτικών Γραμματεία λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις εκδουλεύσεις του προς την πατρίδα, καθότι  «έλαβε μέρος εις τας περισσοτέρας κατά των εχθρών εκστρατειών και μαχών», αλλά και «την δυστυχήν του κατάστασιν» του χορηγεί μισθό διαθεσίμου Συνταγματάρχη μέχρι να αποφασισθούν οριστικώς τα περί του βαθμού του.

Στις 29 Ιουλίου 1837 διορίζεται Συνταγματάρχης διαθέσιμος στον Βασιλικόν Στρατόν, με μηνιαίες αποδοχές 120 δραχμές. Στις 28 Ιουλίου 1841 αιτείται διορισμό σε τακτική υπηρεσία. Όμως η πολιτική ελαττώσεως του Στρατού Ξηράς, την οποία ακολουθούσε εκείνη την περίοδο ο Όθων είχε ως αποτέλεσμα να τεθή εν αργία την 1η Σεπτεμβρίου 1841, με μηνιαίο μισθό 200 δραχμών και στις 31 Αυγούστου 1844 υπό σύνταξη.

Στις 18 Σεπτεμβρίου 1844 του απονέμεται από τον Όθωνα, ο Αργυρός Σταυρός των Ιπποτών του Τάγματος του Σωτήρος.

Απεβίωσε στην Αθήνα το 1873.

(Φ. 193)

Με το σπαθί του Μυρμιδόνα

Στην επέτειο της Εθνεγερσίας, είμαι πολύ μικρός για να μιλάω εγώ… αφήνω εκείνους τους πραγματικούς Έλληνες να μιλήσουν για τον Άθλο τους αλλά και για την δική μας ύπνωση ως κοινωνία. Οι συγκρίσεις μας θλίβουν αλλά και μας πεισμώνουν:

Κολοκοτρώνης : «Μια φορά εβαπτίστημεν με το λάδι, βαπτιζόμεθα και μία με το αίμα δια την ελευθερίαν της πατρίδος μας»

Κολοκοτρώνης : «Τι έχεις, καρυδιά μου, και παραπονιέσαι; Μη σε πετροβολούνε τα παιδιά; Είναι γιατί έχεις τα καρύδια…»

Κολοκοτρώνης: Τον καιρό που ήταν με το «Μαύρο Στόλο» κι είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος των κουρσάρων στο Αιγαίο, είχε μείνει μέρες χωρίς να φουμάρει, έσκισε το τσιμπούκι του, έξισε τη νικοτίνη από μέσα κι έφτιαξε μ’ αυτή τσιγάρο. Αηδίασε από τη γεύση και είπε: «Όρσε μωρέ άνθρωπος, που θέλει να λευτερώσει τον τόπο του και δεν μπορεί να λευτερωθεί ο ίδιος από ένα συνήθιο» Πέταξε το τσιμπούκι και το τσιγάρο στη θάλασσα κι από τότε δεν ξανακάπνισε.

Κολοκοτρώνης: «Η επανάστασις η εδική μας δεν ομοιάζει με καμμιάν απ’ όσαις γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης αι επαναστάσεις εναντίον της διοικήσεώς των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήτον ο πλέον δίκαιος, ήτον έθνος με άλλο έθνος».

Κολοκοτρώνης: «Μίαν φοράν όταν επήραμεν το Ναύπλιον ήλθε ο Άμιλτον να με ιδή. Μου είπε οι Έλληνες να ζητήσουν συμβιβασμόν, και η Αγγλία να μεσιτεύση. Εγώ τού αποκρίθηκα, ότι αυτό δεν γίνεται ποτέ, ελευθερία ή θάνατος. Εμείς Καπετάν Άμιλτον ποτέ συμβιβασμόν δεν εκάμαμεν με τους Τούρκους. Άλλους έκοψε, άλλους σκλάβωσε με το σπαθί και άλλοι, καθώς εμείς, εζούσαμεν ελεύθεροι από γεννεά εις γεννεά. Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε. Η φρουρά του είχε παντοτεινό πόλεμον με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα. – Με είπε, ποία είναι η βασιλική φρουρά του, ποία είναι τα φρούρια.- Η φρουρά του Βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά. Έτζι δεν με ωμίλησε πλέον».

Μάρκος Μπότσαρης: Για να εμπνεύσει την ομόνοια μεταξύ των καπεταναίων, βγάζει το δίπλωμα του στρατηγού που του έχει απονεμηθεί από την πολιτική διοίκηση και ενώπιον όλων το σκίζει λέγοντας: «Να μονιάσουμε χρειάζεται, τα χαρτιά δεν μας βοηθάνε, όποιος είναι άξιος, το δίπλωμα το παίρνει κατευθείαν από το Σκόντρα πασά»!

Νικηταράς ο Τουρκοφάγος: ΤΥΦΛΟΣ Ο ΗΡΩΑΣ ΕΓΙΝΕ ΖΗΤΙΑΝΟΣ ΣΤΑ ΠΡΟΑΥΛΙΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΜΕ ΕΓΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ. Όταν το έμαθε ο Άγγλος  πρέσβης πήγε να το δει με τα μάτια του. Μόλις ο Νικηταράς αντελήφθη τον ξένο μάζεψε αμέσως το απλωμένο χέρι του.

«Τι κάνετε στρατηγέ μου;», ρώτησε ο ξένος

«Απολαμβάνω ελεύθερη πατρίδα» απάντησε υπερήφανα ο ήρωας.

«Μα εδώ την απολαμβάνετε καθισμένος στον δρόμο;» επέμενε ο ξένος.

«Η πατρίδα μου έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά, αλλά έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πώς περνάει ο κόσμος» απήντησε περήφανα ο Νικηταράς. Ο ξένος κατάλαβε και διακριτικά, φεύγοντας άφησε να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες. Ο Νικηταράς άκουσε τον ήχο, έπιασε το πουγκί και φώναξε στον ξένο: «Σου έπεσε το πουγκί. Πάρε το μην το βρει κανένας και το χάσεις»!

Ρήγας Φεραίος: «Όλον το έθνος αδικείται, όταν αδικείται ένας μόνος πολίτης»

Ρήγας Φεραίος: «Όλοι χωρίς εξαίρεσιν έχουν χρέος να ηξεύρουν γράμματα.»

Ρήγας Φεραίος: «Κάλλιο για την πατρίδα κανένας να χαθεί, παρά να κρεμάσει φούντα για ξένον στο σπαθί.»

Καποδίστριας: «Η νίκη θα είναι δική μας, αν βασιλεύση εις την ακαρδίαν μας μόνο το αίσθημα το ελληνικό. Ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης»

Υψηλάντης: «Μάχου υπέρ πίστεως και Πατρίδος…Είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα»

Τρικούπης Σπυρίδων: «Κι’ όσο αγαπώ την πατρίδα μου δεν αγαπώ άλλο τίποτας. Ναρθή ένας να μου ειπή ότι θα πάγη ομπρός η πατρίδα, στρέγομαι να μου βγάλη και τα δυό μου μάτια. Ότι αν είμαι στραβός, και η πατρίδα μου είναι καλά, με θρέφει, αν η πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια νάχω, στραβός θανά είμαι. Ότι σ΄αυτείνη θα ζήσω, δεν έχω σκοπό να πάγω αλλού».

Κολοκοτρώνης: Στα Δερβενάκια ο Γέρος του Μοριά, καθισμένος σ’ ένα βράχο, παρακολουθεί τη μάχη. Ξάφνου ακούει δίπλα του θόρυβο. Γυρίζει και βλέπει ένα βοσκόπουλο, στηριγμένο στη γκλίτσα του, να παρακολουθεί κι’ αυτό.

-Τι στέκεις έτσι ορέ Έλληνα και χαζεύεις; του φωνάζει, γιατί δεν τρέχεις και συ να πολεμήσεις;

– Μα δεν έχω άρματα, καπετάνιε του δικαιολογήθηκε ο τσοπάνος. Με τι να πολεμήσω ;

– Με τη γκλίτσα σου, μωρέ Έλληνα! Κι’ αυτή όπλο είναι. Να κοπανίσεις μια δυνατή στο κεφάλι ενός τούρκου, να τον σκοτώσεις, να του πάρεις τα άρματά του κι ύστερα μ’ αυτά να πολεμήσεις τους άλλους μουρτάτες.

Δέσπω Τζαβέλλα: Πολιορκία Μεσολογγίου. Μεγάλο Σάββατο σκοτώνονται οι δυο της γιοι, ο Κίτσος κι ο Ζυγούρης. Οι γυναίκες άρχισαν τους θρήνους και τα μοιρολόγια. Τις βλέπει η Δέσπω και τους λέει: «Πάψτε μωρές τα κλάματα. Τα παιδιά μου πήγανε στο Χριστό, που θα τα πάει στον Παράδεισο, γιατί πέσανε για την Πατρίδα! Σηκωθείτε να βάψουμε  τα αυγά μη μας οργιστεί ο Θεός.» Κι η ηρωική μητέρα άρχισε να ετοιμάζει τις βαφές και τα τσουκάλια. Σε λίγο φτάνει μαντατοφόρος: «Δεν είναι τίποτε καπετάνισσα. Τα παιδιά είναι καλά. Μονάχα ο Ζυγούρης λαβώθηκε στο χέρι. Μα δεν είναι σοβαρό». Οι γυναίκες τριγύρισαν χαρούμενες τη Δέσπω. Εκείνη, γονάτισε μπροστά στο εικόνισμα της Παναγιάς και ακούστηκε να ψιθυρίζει: «Σ’ ευχαριστώ, Παρθένα μου, που τους γλίτωσες κι αυτή τη φορά… Μα εγώ πάντα ξεγραμμένους τους έχω».

Μακρυγιάννης: «Γι’ αυτά τα μάρμαρα επολεμήσαμε»

Μακρυγιάννης: «…και βρίζουν, οι πουλημένοι εις τους ξένους, και τους παπάδες μας, οπού τους ζυγίζουν άναντρους και απόλεμους. Εμείς τους παπάδες τους είχαμε μαζί εις κάθε μετερίζι, εις κάθε πόνον και δυστυχίαν. ‘Οχι μόνον δια να βλογάνε τα όπλα τα ιερά, αλλ? και αυτοί με ντουφέκι και γιαταγάνι, πολεμώντας ωσάν λεοντάρια»

Λόρδος Βύρων: «Ποτέ δεν αποτυγχάνουν αυτοί που πεθαίνουν για ένα μεγάλο σκοπό»

Παπαφλέσσας στο Μανιάκι: «Εγώ δεν ήρθα εδώ για να μετρήσω τον στρατό του Ιμπραήμ απ’ τα ψηλώματα. Πρέπει οπωσδήποτε να τον κρατήσω εδώ, στο Μανιάκι, διότι μόνο έτσι θα γλυτώσει ο Μοριάς. Καθίστε όλοι εδώ να πεθάνουμε σαν αρχαίοι Έλληνες»

Σολωμός, Ύμνος Εις την Ελευθερίαν, Εθνικός Ύμνος:  «Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι επετιούντο από τη γη, όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι από τούρκικην οργή. Λιονταρόψυχα, εκτυπιούντο, πάντα εφώναζαν «φωτιά» και οι μιαροί κατασκορπιούντο, πάντα σκούζοντας «Αλλά». Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη και κυλάει στη λαγκαδιά και το αθώο χόρτο πίνει αίμα αντίς για τη δροσιά.

Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία, που ό,τι θέλεις ημπορείς εις τον κάμπο, Ελευθερία, ματωμένη περπατείς.

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!»

(Φ. 193)

Στην ρούγα…

rouga

-Τι κάνετε βρε κορίτσια; Πώς πάνε οι ετοιμασίες για την εθνική μας εορτή, μα συνάμα και του Ευαγγελισμού;

-Καλημέρα κυρ δάσκαλε! Καλά πάνε όλες οι ετοιμασίες. Απλά καθίσαμε  να ξαποστάσουμε λίγο, εδώ στο στέκι μας. Κρατάει βέβαια λίγο ο καιρός, μα δεν ανησυχούμε.

-Ε! είπαμε κορίτσια, Μάρτιος είναι αυτός! Και εσύ Κανέλλα καλά σε θωρώ, δεν πιστεύω να σου σκαρώσανε κάποια πλάκα πάλι;

-Όχι κυρ δάσκαλε! Παραμονές εορτών, δεν με πιλατεύουν. Άλλωστε έχουμε πολλές δουλειές να κάνουμε, καθώς πρέπει να κρατάμε τις παραδόσεις, όπως λες κι εσύ.

-Ναι, Κανέλλα, έτσι πρέπει. Οι παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα μας κράτησαν ζωντανούς σαν Έθνος μέχρι τώρα. Απόδειξη η επικείμενη εορτή της 25ης Μαρτίου. Βέβαια οι σημερινοί κυβερνώντες κάνουν ό,τι μπορούνε για να τα διαβρώσουν όλα. Το σχέδιο τους έχει μπει σε εφαρμογή εδώ και πολλά χρόνια.  Με διάφορα τεχνάσματα, διαβρώνουν την ελληνική κοινωνία. Ποιος θα μπορούσε να διανοηθεί ή να φανταστεί ότι θα καταργούνταν η έπαρση σημαίας στα σχολεία; Η πρωϊνή προσευχή; Οι παρελάσεις στις εθνικές επετείους; Δηλητηριάζουν την νεολαία μας με διάφορες ανήθικες ιδέες. Οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια την ελληνική κοινωνία σε οικονομικό μαρασμό. Αυτά είναι τα σύγχρονα όπλα τους για να μας υποδουλώσουν. Και μέσα σε όλα αυτά, έρχονται και κάθε λογής χαρτογιακάδες των Βρυξελλών και της Βόρειας Ευρώπης και μας κουνάνε το δάχτυλο, ότι σπαταλήσαμε τα λεφτά σε ποτά και σε πουτάνες. Και το λέει ένας άνθρωπος που στην χώρα του είναι ελεύθερη η διακίνηση ναρκωτικών. Που οι πόρνες είναι θεατές στον κόσμο μέσα από γυάλινες βιτρίνες. Που στην χώρα του έγιναν οι πρώτοι γάμοι μεταξύ γκέϊ και ομοφυλόφυλων. Που επιτρέπεται η κτηνοβασία. Αυτός λοιπόν και οι όμοιοί του  μαζί με τους εδώ συνεργάτες τους, προσπαθούν να διαλύσουν το Έθνος μας. Να ισοπεδώσουν τον ελληνικό λαό. Έναν λαό που στις Θερμοπύλες, ανάμεσα σε άλλα, είπε ΟΧΙ  στους βαρβάρους της Ανατολής, και έσωσε από την δουλεία και την σκλαβιά την Ευρώπη. Έναν λαό που το ίδιο επανέλαβε όταν ξεσηκώθηκε εναντίον των τούρκων μογγόλων και του απάνθρωπου ισλάμ. Έναν λαό που μόνος του διέλυσε τον Μουσολίνι, την ώρα που όλη η Ευρώπη καθόταν υποταγμένη. Είναι λοιπόν χρέος μας κορίτσια, και επιτακτική ανάγκη, να γαλουχήσουμε τα παιδιά μας με τα ιδανικά των προγόνων μας. Μόνο έτσι θα αναστηθεί πάλι το Έθνος μας! Μόνο έτσι θα αποτινάξει ο ελληνικός λαός τον ξένο ζυγό. Άντε λοιπόν να πηγαίνω, γιατί σας κούρασα.

-Ίσα-ίσα, κυρ δάσκαλε! Μας έδωσες μια ανάσα εθνικής αξιοπρέπειας…

(Φ. 193)

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ 1821 – Ιστορική και Γεωπολιτική Διάσταση της Εθνεγερσίας

Χωρίς τίτλο.jpg

συνέχεια από το προηγούμενο φύλλο

Η χρονική στιγμή που ξέσπασε η πανεθνική Επανάσταση του 1821 ήταν κατάλληλη και καλή από την άποψη ότι η οθωμανική αυτοκρατορία είχε αρχίσει να παρουσιάζει έντομα σημάδια κόπωσης και παρακμής, αλλά παράταιρη και κακή λόγω της «Ιεράς Συμμαχίας». Μιας συμμαχίας η οποία είχε υπογραφεί μεταξύ των νικητριών μεγάλων δυνάμεων μετά το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων και καθιστούσε απαγορευτική την αλλαγή συνόρων και την οποιαδήποτε εν γένει μεταβολή της υφιστάμενης γεωπολιτικής ισορροπίας.

Έτσι η επιτυχής έκβαση της Επανάστασης – επιτυχής τουλάχιστον ως προς την εκδίωξη των Τούρκων – οφείλεται αναμφισβήτητα στη γενναιότητα των ηρωικών αγωνιστών της, όμως έπαιξαν καθοριστικό ρόλο και κάποιες σημαντικές ευνοϊκές ιστορικές συγκυρίες.

Πρώτη συγκυρία είναι η συντριπτική ήττα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, που είχε προηγηθεί κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774, ο οποίος έληξε με την υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774. Η συνθήκη αυτή μεταξύ των άλλων προέβλεπε και νομική κατοχύρωση του δικαιώματος χρήσης της ρωσικής σημαίας από Έλληνες πλοιοκτήτες, οι οποίοι εφεξής πλήρωναν ένα στοιχειώδες τέλος επιτηδεύματος στον διοικητή της Οδησσού, το οποίο άφηνε μεγάλα περιθώρια κέρδους σε αυτούς, καθώς επίσης και το δικαίωμα ναυπήγησης πλοίων μεγάλου εκτοπίσματος. Υπό το καθεστώς αυτό, ο εμπορικός στόλος των Ελλήνων πλοιοκτητών αναπτύχθηκε θεαματικά και κατέστη δυνατή τόσο η χρηματοδότηση της Επανάστασης, όσο και η απόκτηση κάποιας δυνατότητας για ναυτικές πολεμικές επιχειρήσεις με την μετατροπή εμπορικών πλοίων σε πολεμικά.

Με τον τρόπο αυτό η Ρωσία αύξανε τον έλεγχο και την παρουσία της στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο και συντελούσε στην έμμεση χρηματοδότηση της ελληνικής εξέγερσης, δημιουργώντας προϋποθέσεις αυξημένης επιρροής στο πιθανό μελλοντικό ελληνικό κράτος, χωρίς να μπορεί να κατηγορηθεί από την «ιερά συμμαχία» ότι υποδαυλίζει επαναστάσεις και αλλαγές συνόρων και ότι παραβιάζει τα συμφωνηθέντα με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις.

Βέβαια οι Έλληνες πλήρωσαν πολύ ακριβό τίμημα σε αίμα για τα οφέλη που αποκόμισαν από τη Συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή, λόγω της υποκίνησης των Ορλωφικών από τους Ρώσους. Υποκίνηση που έγινε με παροχή ψευδών υποσχέσεων που ενισχύθηκαν με την παρουσία του ρωσικού στόλου στο Μοριά, υπό τον ναύαρχο Ορλόφ, για να γίνει πιο πιστευτό ότι θα υπάρξει ρωσική υποστήριξη σε περίπτωση εξέγερσης. Όμως η κίνηση αυτή των Ρώσων δεν ήταν ειλικρινής. Επρόκειτο για κίνηση αντιπερισπασμού με σκοπό τη διάσπαση της συνοχής των τουρκικών δυνάμεων κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο, μέσω της πρόκλησης εξέγερσης στα νώτα τους. Και δυστυχώς όταν έληξε ο πόλεμος και υπογράφηκε η συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή, οι Μοραΐτες εγκαταλείφθηκαν από τη Ρωσία στην εκδικητική μανία των Τούρκων.  Ωστόσο, η χρηματοδότηση της Επανάστασης και η σημαντική ενίσχυση των δυνατοτήτων των Ελλήνων στον κατά θάλασσα αγώνα, ήταν αποτέλεσμα αυτής της Συνθήκης.

Δεύτερη σημαντική συγκυρία ήταν ο καταστρεπτικός τουρκικός εμφύλιος μεταξύ του Σουλτάνου και του Αλή πασά (1820-1822). Ο οποίος, πέραν της σημαντικής εσωτερικής φθοράς που προκάλεσε στους Οθωμανούς, ανάγκασε το σουλτάνο να αποστείλει μεγάλες δυνάμεις εναντίον του Αλή Πασά, μη μπορώντας να επικεντρώσει την προσπάθειά του στην καταστολή της εξέγερσης στην Πελοπόννησο.

Τρίτη συγκυρία είναι ο σημαντικός αντιπερισπασμός που προκάλεσε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, επιχειρώντας να ξεκινήσει την Επανάσταση από την Μολδοβλαχία την ώρα που ο τουρκικός εμφύλιος βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Πρόκειται για έναν τυχαίο αντιπερισπασμό, αποτέλεσμα της ασυνεννοησίας και της έλλειψης συντονισμού των ενεργειών μεταξύ των Ελλήνων των βόρειων επαρχιών με τους Μοραΐτες. Αλλά μια κίνηση, η οποία παρότι κατέληξε σε τραγική καταστροφή των επαναστατικών σωμάτων στο βορρά, ανάγκασε τους Τούρκους να διασπάσουν τις δυνάμεις τους σε τρία μέτωπα: Μολδοβλαχία, Ήπειρο, Πελοπόννησο.

Τελευταία συγκυρία και ίσως η σημαντικότερη από όλες, ήταν η ύπαρξη ενός Μεγάλου Ηγέτη που οδήγησε την Ελληνική Επανάσταση, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Όλοι παραδέχονται σήμερα, ότι τίποτε δεν θα ήταν κατορθωτό για τους Έλληνες, αν δεν είχαν την τύχη να καθοδηγούνται από τον μεγάλο αυτό Πολέμαρχο-Εθνάρχη, που υπήρξε η ψυχή και το μυαλό της Επανάστασης.

Υπό το κράτος αυτών των ιστορικών συνθηκών και συγκυριών, η Επανάσταση μέσα από τις τεράστιες θυσίες και το αίμα των επαναστατών πέτυχε, και το πρώτο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος μετά το 1453, είναι γεγονός.

Ταυτόχρονα όμως με τη δημιουργία αυτού του κράτους ξεκινούν οι έριδες και οι διαμάχες μεταξύ των διεκδικητών της εξουσίας. Επιχειρείται ο βίαιος παραγκωνισμός των  αγωνιστών, από ανθρώπους που έχουν ισχυρές διασυνδέσεις με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Αυτοί όμως αντιστέκονται έχοντας την αποδοχή και τη στήριξη του λαού και διατηρώντας ισχυρή παρουσία στα δημόσια πράγματα συνεχίζουν να παλεύουν. Προσπάθειά τους τώρα είναι το νεοσύστατο κράτος να μη γίνει ψευτορωμαίικο, αλλά πραγματικά ελληνικό και ορμητήριο απελευθέρωσης όλων των αλύτρωτων εθνικών εδαφών.

Είναι η στιγμή που ο Ιμπραήμ προσκαλεσμένος από τον σουλτάνο κάνει απόβαση στη Μεθώνη. Πολλοί Έλληνες κάτω από τις ανηλεείς σφαγές, καταστροφές, απειλές, αλλά και τις υποσχέσεις του εισβολέα για αμνηστία και παροχή προνομίων σε όσους συμβιβαστούν, αρχίζουν και «προσκυνούν».

Ο Κολοκοτρώνης ξαναβγαίνει στο βουνό και αρχίζει τον κλεφτοπόλεμο. Κάνει σκληρό πόλεμο φθοράς, χτυπώντας τον εχθρό με καταδρομικές ενέργειες προκαλώντας βαρύτατες απώλειες στις δυνάμεις του Ιμπραήμ, ενώ τιμωρεί σκληρά τους «προσκυνημένους».

Η παρουσία όμως του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο δεν δημιουργεί πρόβλημα μόνο στους Έλληνες, δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα και στις μεγάλες δυνάμεις και ιδιαιτέρως στην Αγγλία, που είναι η μεγάλη ναυτική δύναμη. Γιατί η «γεφύρωση» από τον φιλόδοξο Ιμπραήμ (του λεγόμενου και νέου Ναπολέοντα) της Αιγύπτου με την Πελοπόννησο, δημιουργεί μεγάλα εμπόδια στην αγγλική ναυτική παρουσία και αμφισβητεί την κυριαρχία της Αγγλίας στην νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Η αρνητική αυτή προοπτική για τις μεγάλες δυνάμεις και ιδιαιτέρως για την Μεγάλη Βρετανία, προκαλεί την έντονη αντίδρασή τους, ενώ παράλληλα τους παρέχει μια μοναδική ευκαιρία να βάλλουν «πόδι» στην Ελλάδα σαν απελευθερωτές.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες παρεμβαίνουν σαν «προστάτιδες» δυνάμεις για να υπερασπιστούν τη «διεθνή νομιμότητα» και συντρίβουν το στόλο του Ιμπραήμ στο Ναυαρίνο, ενώ ο γάλλος στρατηγός Μαιζόν αποβιβάζεται με τα στρατεύματά του στη Μεσσηνία.

 

Νεοσύστατο Ελλαδικό Κράτος ή Ψευτορωμαίϊκο και «Μεγάλη Ιδέα»

Με την απελευθέρωση, ο προστατευόμενος της Ρωσίας Ιωάννης Καποδίστριας, στις 14 Απριλίου 1827,  επιλέγεται από την Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας, πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας. Με την επιλογή τους αυτή οι Έλληνες ουσιαστικά αναγνωρίζουν και επίσημα, αυτό που αποτελούσε κοινή πεποίθηση για όλο το λα, ότι η Ρωσία ήταν η μεγάλη δύναμη που τους βοήθησε στην Επανάσταση και ο πραγματικός σύμμαχος της Ελλάδος.

Ερχόμενος στην Ελλάδα ο Καποδίστριας, οργάνωσε αμέσως τακτικό στρατό και συνέχισε τον πόλεμο με την οθωμανική αυτοκρατορία. Οι ελληνικές επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα, σε συνδυασμό με την προέλαση των Ρώσων προς την «Κωνσταντινούπολη» (9ος Ρωσοτουρκικός πόλεμος), ανησυχεί σφόδρα τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία παρότι δεν επιθυμεί την επέκταση της Ελλάδος προς βορρά, αναγκάζεται να συμφωνήσει στη συνοριακή γραμμή Άρτας – Βόλου.

Αμέσως μετά ο Καποδίστριας «βγαίνει από τη μέση» με δολοφονία οργανωμένη από τους Αγγλογάλλους (βλ. Βασιλείου Κρεμμυδά: «Η δολοφονία του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια»), ενώ η εξουσία του κράτους με μηχανορραφίες  περνάει σε «πολιτικά τζάκια» που ελέγχονται κυρίως από τη Μεγάλη Βρετανία.

Είναι γνωστή η φράση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη για τη δολοφονία Καποδίστρια: «ανάθεμα στους Αγγλογάλλους που ήσαν η αιτία, κι εγώ έχασα τους δικούς μου και το έθνος έναν άνθρωπο που δεν θα τον ματαβρεί και το αίμα του με παιδεύει ως τώρα» (Γιάννη Βλαχογιάννη: «Ιστορική Ανθολογία», σελ. 59).

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, φθάνει στο Ναύπλιο ο Όθων με αγγλική φρεγάτα, συνοδευόμενος από τα τρία μέλη της αντιβασιλείας, γραμματειακό προσωπικό και βαυαρούς συμβούλους, αλλά και από στρατιωτική δύναμη 3.850 ανδρών, στους οποίους προοδευτικά προστέθηκαν και γερμανοί «εθελοντές».

Επρόκειτο για πραγματική στρατιωτική εισβολή και κατοχή της χώρας. Αμέσως τα ελληνικά στρατιωτικά σώματα διαλύθηκαν και οι οπλαρχηγοί της Επανάστασης παραγκωνίσθηκαν σκαιότατα. Δυο προσωπικότητες σύμβολα του αγώνα, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Πλαπούτας παραπέμφθηκαν σε παρωδία δίκης για «εσχάτη προδοσία» και καταδικάστηκαν σε θάνατο, με την ποινή τελικά να μεταβάλλεται σε κάθειρξη είκοσι ετών.

Επίσημη κρατική ιδεολογία έγινε το ιδεολόγημα ότι οι Γραικοί είχαν πλήρως εκβαρβαρωθεί κατά τη διάρκεια του «Βυζαντίου» και της Τουρκοκρατίας και για να ξαναγίνουν Έλληνες έπρεπε να τους ξαναδοθεί η ελληνικότητα από τη Δύση, που  την είχε διασώσει με γνήσιο τρόπο.

Όλο το προσωπικό της δημόσιας διοίκησης που είχε υπηρετήσει επί Καποδίστρια απολύθηκε και υπέστη εξοντωτικές διώξεις. Και τα νέα σχήματα διοίκησης στελεχώθηκαν αποκλειστικά και μόνον με θιασώτες της ιδεολογίας του Κοραή, πατριώτες μεν, στρατευμένους όμως φανατικά στον ταχύτατο εξευρωπαϊσμό της χώρας.

Από τις 563 μονές που υπήρχαν συνολικά, οι οποίες είχαν λειτουργήσει στα χρόνια της Τουρκοκρατίας σαν αντερείσματα της λαϊκής συσπείρωσης και υπήρξαν τα ορμητήρια των αγωνιστών κατά τον απελευθερωτικό αγώνα, οι βαυαροί έκλεισαν τις 412. Κακοποιώντας βάναυσα τους μοναχούς και κλέβοντας τα ιερά σκεύη.

Το 1863 οι «προστάτιδες» δυνάμεις, χωρίς φυσικά να ρωτήσουν τους Έλληνες, ορίζουν σαν πιο «ουδέτερο» για τις μεταξύ τους ισορροπίες, έναν καινούριο βασιλιά των Ελλήνων. Τον δευτερότοκο γιο του διαδόχου τότε και μετέπειτα βασιλιά της Δανίας Χριστιανού Θ΄, τον φιλέλληνα Γεώργιο, εγκαινιάζοντας τη δυναστεία των Glόcksburg. Το «νερό, είχε μπει πλέον στο αυλάκι».

Οι εκπρόσωποι της «δυτικοφροσύνης» είχαν αμέσως ή εμμέσως εξοντώσει τους αγωνιστές και η  Ελλάδα ακίνδυνη πλέον, ως ελλαδικό κράτος και ψευτορωμαίικο και όχι ως Ελλάδα, «άνηκε στη Δύση». Είναι το γνωστό «ανήκωμεν εις την Δύσιν» που διατυμπάνιζε με κάθε ευκαιρία η γνωστή ψοφοδεής πολιτική καρικατούρα της πρόσφατης ιστορίας μας.

Ωστόσο, η «Μεγάλη Ιδέα», η φλόγα που άφησε παρακαταθήκη στο σκλαβωμένο γένος ο τελευταίος Aυτοκράτορας, αυτή που σιγόκαιγε κρυφά μέσα στη στάχτη για αιώνες και κάποια στιγμή ξαναζωντάνεψε και οι Έλληνες έκαναν την Επανάστασή τους, έμεινε ζωντανή. Το πέρασμα από τη σκλαβιά προς την ελευθερία και τη «Μεγάλη Ιδέα» δεν ολοκληρώθηκε το ’21, είχε γίνει όμως το πρώτο δύσκολο βήμα.

Η Κωνσταντινούπολη, η πρώτη μετά από χιλιάδες χρόνια ιστορίας του Ελληνισμού, καθολικά αποδεκτή πρωτεύουσα του ελληνικού έθνους, ήταν και παραμένει υπόδουλη. Ο Εθνάρχης Κολοκοτρώνης που μας δείχνει το δρόμο προς αυτή και τα απομεινάρια των τειχών της τα ποτισμένα με το άγιο αίμα του τελευταίου μας Aυτοκράτορα, αυτά που πάνω τους, σύμφωνα με το θρύλο, έτρεχε η Παναγία εμψυχώνοντας τους υπερασπιστές στη χιλιόχρονη ιστορία της Πόλης, κρατούν αναμμένα τα ζώπυρα της ψυχής μας και δίνουν νόημα στους στίχους του ποιητή:

Το σπίτι μου το πατρικό κι αν το πατούν οι ξένοι

είν’ στοιχειό και με καρτερεί, είν’ θεριό και με προσμένει

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ

(Φ. 193)

 

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑